Απ’ την ειδυλλιακή ζωή του Πόντου - Απ’ τη Φάτσα στο Περσεμπέ γιαγλιασή του κ. Ν. Τερζόπουλου (Α΄μέρος)
Αφιερωμένο στον αγαπητό φίλο και εξαίρετο πατριώτη μου ΓΕΩΡΠΕΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ, στο Τσικάγο U.S.A.
Μέσα του Μάη 1897 ή το 1898. Θα ήμουν τότε 6–7 χρονών. Ήταν εποχή που γίνονταν οι ομαδικές μετακινήσεις των κατοίκων της Φάτσας για να πάνε αλλαγή στο χιλιοτραγουδισμένο παρχάρ του Περσεμπέ Γιαγλασί. Κάθε Δευτέρα, που ήταν μέρα καθιερωμένης εβδομαδιαίας αγοράς, οι νοικοκυραίοι εφρόντιζαν ο καθένας να νοικιάσει τα άλογα που χρειάζονταν για την μεταφορά της φαμίλιας και των αποσκευών τους. Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνοι που ήταν παραλήδες, αυτοί που ασφαλώς θα είχαν και πολλές γνωριμίες και συναλλαγές με τους χωριάτες, διάλεγαν τα πιο γερά και τα πιο νέα άλογα, και πολλές φορές για να πετύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό υπερπλήρωναν πέντε και δέκα γρόσια από το συνηθισμένο νοίκι για κάθε άλογο, που ήταν ένα μετσίτι ή 25 γρόσια. Όλη τη μέρα εκείνης της Δευτέρας οργασμός, κίνηση, τρεχάματα εδώ και εκεί, ολόκληρη η φαμίλια, να τακτοποιήσουν τα πράγματα που θα πάρουν μαζί και εκείνα που θα αφήσουν και σχεδόν όλη τη νύχτα, μαζί και με τους αγωγιάτες, ετοίμαζαν τα φορτώματα, στρώματα, καπλάτιζαν τα καλάθια με καναβάτσα απ’ έξω, για τα παιδάκια, τα καλάθια για τις κοσάρες (κότες) και κάθε χρειαζούμενο για την μεγάλη, εκστρατεία του Παρχάρ!..
Ιδιαίτερα οι νοικοκυρές όλη τη νύχτα ετοίμαζαν τα λογιών-λογιών αγαθά για το δρόμο για δύο τρία εικοσιτετράωρα. Να μερικά από τα αγαθά. Τιοντερμέδες από ψεμένα φύλλα πάνω στο «σάτσ» (απο στρογγυλή λαμαρίνα) με κιμά ή με τυρί, δυό στρώματα σε κάθε τιοντερμέ (πίττα) με γνήσιο αγελαδίσιο βούτυρο. Κότες και κοτούλες ψητές ή βραστές. Χαλβά από καβουρδισμένο σιταρίσιο άλευρο που μοσκοβολούσε! Σαρμάδες κρεατένιες με μαύρα ποντιακά λάχανα. Κουβουρμά περέκ με καβουρδισμένα κοπανιστά καρύδια ή φουντούκια μέσα σε στριμμένα λεπτά φύλλα, και πολλά άλλα στεγνά φαγιά της ποντιακής κουζίνας.
Πρίν να ξημερώνει καλά-καλά όλα ήταν έτοιμα και ταχτοποιημένα με νοικοκυρίστηκη τάξη και μαθηματικήν ακρίβεια!.. Οι οικοκυρές κάνοντας το σταυρό τους κατά την ανατολή μόλις έχαραζε η αυγή, με το: Κύριε ημών Ιησού Χριστέ μ’, έβαζαν τα παιδάκια στα καλάθια, όπως και τα κοσάρας, και τα φόρτωναν στα άλογα που στη μέση κάθε φορτώματος θα κάθονταν οι πιο ηλικιωμένες γυναίκες.
Οι πιο μεγάλες κοπέλες μαζί με τους ντελικανλίδες (νέους) περπατούσαν, ή πιο καλά ας πούμε πετούσαν, με γέλια, με χαρές, με αθώα συναισθηματικά τραγούδια, πότε-πότε και με πειραχτικά λόγια. Πολλές φορές κάτω από τέτοιες εκστρατευτικές συνθήκες πορείας, τα άβγαλτα ποντιακά κορίτσια που έρχονταν σε επαφή με τους νέους, εύρισκαν τον «Πρίγκηπα» που ονειρεύονταν. Σχηματίζονταν αυθόρμητα φάλαγγες από εκατοντάδες «κιώτσα»! Οι αναχωρούντες αποχαιρετούσαν τους άλλους που μένανε πίσω με αγκαλιάσματα και φιλιά με τις αμοιβαίες ευχές «αφήστε μας ύγι͜α γειτονάδες... Άτε και σείς με το καλό ναρθήτε τ’ επάν’ την εβδομάδα, α-περμένομε σας, καλήν αντάμωσιν»...
«Στό καλό! στό καλό! 'Ο Χριστόν κ’ η Παναγία να είν μετ’ εσάς. Γιατ’ εμάς πα να πίνετε εκείνα τα κρύα νερά!».
Μέσα στον πανζουρλισμόν των αμοιβαίων εκδηλώσεων συναισθημάτων αγάπης και τα φλογερά τραγούδια για τον έρωτα και ύμνους για τα γάργαρα νερά του Κανλού πουγάρ, για τα μοσχοβόλα λουλούδια, για τα καταπράσινα βουναλάκια της Γιγλές, αναχωρούσαν οι φάλαγγες των ευτυχισμένων πατριωτών μας, κάτω από τις ζωογόνες αχτίνες του ήλιου που μόλις πρόβαλαν. Κατά συνήθεια, επαναλαμβάνω, οι γυναίκες έπρεπε να καθήσουν στη μέση των φορτωμάτων για να περιποιηθούν τα μωρά και τις κοσάρες που συναγωνίζονταν στις φασαρίες!.
Κάθε αγωγιάτης, που οι πιο πολλοί τους ήταν Τούρκοι, με ιδιαίτερη προθυμία και ευχαρίστηση περιποιόνταν την ωραία Γκιαούρισα που καβαλούσε στο άτι του. Ο τσενεπέτης βρωμοτουρκαλάς θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή που είχε την τιμή να την περιποιηθεί και να την γλυκομιλάη πότε-πότε. Μα σε περίπτωση που συμπωματικά θα τύχαινε να έβλεπε και λίγη γάμπα της! ψιθύριζε ο σκύλος από απόλαυση!. Τα δυνατά τ’ άλογα που είχαν οι τζορμπατζίδες, ο ένας πίσω από τον άλλο προσπερνούσαν όλους τους άλλους που τα άλογά τους ήταν αδύνατα και σολούγανε (εκείνα που έπασχαν από χρόνια βρογχικά και άλλες παθήσεις, λόγω της περασμένης ηλικίας).
Έτσι γίνονταν κάθε χρόνο οι ομαδικές μετακινήσεις από τη Φάτσα στο Παρχάρ’ κάθε Μάη και από το Παρχάρ στη Φάτσα κάθε Σεπτέμβρη.
Ήταν χαρακτηριστική η βιασύνη των Φατσάληδων σε κάθε μεταναστευτική εποχή: «Δεβέντς με—δεβένω σε» ετοιμάζονταν πυρετωδώς για ν’ απαλλαχτεί καθ’ ένας πρώτος από την κόλαση της «Χαβάς» (ελονοσίας), από το καμίνι της ανυπόφορης ζέστης και της βρώμικης ατμόσφαιρας «τη Τσανικί». Σπεύδανε όλοι, πλούσιοι και φτωχοί στις απότομες ανηφοριές, στα άθλια μονοπάτια, μέσα στις λάσπες για να φτάσουν πρώτοι από τους πρώτους στο παρχάρ’ στο «Περσεμπέ Γιαγλασί» για να οσφραίνονται τα μεθυστικά αρώματα των λογιών-λογιών λουλουδιών με τα κρυστάλλινα νερά του Παράδεισου.
Οι κάτοικοι της Φάτσας, Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι, οι περισσότεροι φύλαγαν ζώα, αγελάδες, βουβάλες, μερικοί και άλογα. Κατά συνέπειαν όταν οι οικογένειες φεύγανε αλλαγή, πήγαιναν και τα ζώα τους. Εκείνοι που ήταν κάτοχοι των ζώων, κατόπιν συνεννόησης τα στέλναν με τα παιδιά τους από την Κυριακή ακόμα ή τη Δευτέρα.
Η συγκέντρωση των ζώων και η ομαδική πορεία, σ’ όλη τη διαδρομή που κρατούσε δυό-τρείς, μερικές φορές και τέσσερις μέρες για να φθάσουν στο Παρχάρ ήταν πραγματικά μια αξέχαστη ψυχαγωγία, ευχάριστη, διασκεδαστική, γιομάτη από ιδανικές εικόνες που σφηνώνονταν στο μυαλουδάκι των παιδιών ανακατωμένες με τις έντονες δυσάρεστες περιπέτειες.
Οι μεγάλες φάλαγγες ή μάλλον τα κοπάδια ας πούμε των αγελάδων στο δρόμο, όλο και κάμανε μικροζημιές στα σπαρτά που βρίσκονταν στις άκρες των δρόμων, γι’ αυτό και πολλές φορές γίνονταν καυγάδες με τους Τούρκους χωριάτες, οι οποίοι στην αρχή κάμανε τον αδιάλλακτο παλληκαρά με υπερβολικές αξιώσεις για αποζημίωση, στο τέλος όμως, όταν μάθαιναν πως τα ζώα που κάμανε τη ζημιά ήταν του Τερζόγλου, του Πισκιλά, του Τοκατλόγλου κ. ά. αμέσως συμβιβάζονταν με μερικά γρόσια!..
Χάνονταν αγελάδες, φεύγανε οι νέο-αγορασμένες από το ξένο περιβάλλον του κοπαδιού και γύριζαν πίσω. Τρέχανε κατόπι των τα νοικοκυρόπουλα....πού να τις φθάσεις!. Ψοφούσε πότε-πότε και κανένα αρρωστιάρικο. Μα εκείνα τα τρελά τα ατίθασα δαμάλια; Άλλος μπελάς και εκείνα τ’ αναθεματισμένα!..
Ξεσπά η θύελλα
Εκείνη τη χρονιά, ήταν η δεύτερη βδομάδα του Μάη, είχε συγκεντρωθή ένα μεγάλο κοπάδι από αγελάδες, δαμάλια, μοσχαράκια διαφόρων ηλικιών, βουβάλες και βουβαλάκια, στο «Τσαΐρ» της Εκκλησίας των Ορθοδόξων. Επί κεφαλής της μικτής φάλαγγας ανθρώπων και ζώων ήταν από όσους θυμάμαι, οι πιο κάτω καλόφημοι λεβέντες εκείνης της εποχής.
Του Τερζόγλου του Δημήτρη ο Παρασκευάς, (αδερφός μου). Του Παπαχαράλαμπου ο Κυριάκος. Του Τερζόγλου του Ηλία ο Αλέξης. Του Γιαρίμ-Αγά ο Ζαχαρίας. Του Σεμερτζή του Λευτέρ ο Νικόλας. Του Τσιλιγγίρ ο Σωκράτης. Της Σεμερτζάβας ο Πολυχρόντης. Του Στοφόρ ο Γοργόρτς. Του Ποϊρέζ ο Στρατής. Της Τελή Μαρίας ο Πέτρον. Του Αθανάσογλου Μιλτιάδης. Του Τερζόγλου του Αναστάς ο Ζαχαρέας κ. ά. τους οποίους συνοδεύανε και μιά σειρά από πολλές δεκάδες κλιμακωτά μικρότερες ηλικίες, ανάμεσά τους είχε το ευτύχημα μαζί και το ατύχημα να συγκαταλέγονταν και ο υποφαινόμενος.
Όλοι μεγάλοι και μικροί που καθοδηγούσαμε το κοπάδι φορούσαμε τσαρουχάκια και συνεχίζαμε την πορεία μας με τραγούδια, με χαρές και με γέλια. Σά να συναγωνιζόμασταν τους κότσιφους και τα λογής-λογής πουλιά που μας καλωσόριζαν με το δικό τους τρόπο, μέσα από τα φυλλώματα των δένδρων. Ίσως με τα ακατάπαυστα κελαϊδήματά τους, ποιός ξέρει; να τραγουδούσαν τη φοβερή τραγωδία που μας περίμενε. Ποιός θα μπορούσε να φαντασθή πως ύστερα από μερικές δεκάδες λεπτά θα ξεσπούσε η θύελλα; Ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από αγριεμένα κατάμαυρα σύννεφα. Εμείς συνεχίζαμε την πορεία μας, πορεία όμως καλά οργανωμένη, με πλαγιοφυλακές και εμπροσθοφυλακές, εξασφαλίζοντας την αδιάσπαστη και πειθαρχημένη πορεία του μεγάλου κοπαδιού μας, ζώων και ανθρώπων!..
Μόλις είχαμε ανεβή την πιο απότομη ανηφοριά της περιβόητης Φουρουτζλού και περνούσαμε από την Τσατάλ-Γαγιά, τα ηλεκτρισμένα σύννεφα που φεύγανε σε αντίθετες κατευθύνσεις, είχαν ξεσπάσει σε τρομαχτικές βροντές και αστραπές. Μα τι φοβερές, τι έντονες συγκινήσεις δοκιμάζει κανείς σε παρόμοιες στιγμές, προπάντων τα ανήλικα παιδάκια που οι καρδούλες και οι ψυχούλες τους είναι ακόμα ευαίσθητες, διαρκώς μας είχαν από κοντά οι μεγάλοι για να μας δώσουν θάρρος!
Θαρρείς και είχαν ανοίξει πραγματικά οι καταράχτες τ’ ουρανού. Οι παραπεταμένες τρομαχτικές αστραπές και βροντές συνεχίζονταν με τέτοια ένταση που κάθε προληπτικός θα πίστευε ασφαλώς πως βρισκόμαστε στα πρόθυρα της δεύτερης παρουσίας!. Τα τραγούδια, τα ξεφωνητά, τα εύθυμα παραμυθάκια, τα αθώα καυγαδάκια και κάθε αγγελική εκδήλωση των μικρών παιδιών είχαν σταματήσει και ακούγονταν μόνο το πέσιμο της δυνατής βροχής, ανάμικτη με πυκνή χάλαζα, μέγεθος καρυδιού και σε συνέχεια το «Σέλ» και τα βράχια, το ένα κοντά στ’ άλλο. Τα ορθόδοξα παιδιά μικρά και μεγάλα με συνεχή σταυροκοπήματα ζητούσαν τη βοήθεια της Παναγιάς του 'Αη-Νικόλα και πολλών άλλων Αγίων που θυμόνταν κείνη τη στιγμή. Ταυτόχρονα και τα παιδιά των Ευαγγελικών έψαλναν το: «Η τρικυμία βοΐζει τα κύματα μας κυκλούν»...
Συνεχίζεται στο δεύτερο μέρος . . .
Απ’ την ειδυλλιακή ζωή του Πόντου - Απ’ τη Φάτσα στο Περσεμπέ γιαγλιασή του κ. Ν. Τερζόπουλου – Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961 Φάτσα - Σίδη - Φάβδα - Φαδισάνη - Φάδισα του Πόντου - Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτισμός
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com