Το χωρίον Τάμαλα των Κοτυώρων (Ορντούς) του Πόντου. Ποντιακή Ηχώ, τεύχος 16ον (1984).

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Μαθητές της Ψωμιάδειου Σχολής με τον καθηγητή τους (Κοτύωρα / Ordu) ΠόντουΤα Τάμαλα ήταν ένα καθαρά ελληνικό χωριό χωρίς καμία τουρκική οικογένεια. Υπαγόταν στην επαρχία των Κοτυώρων του νομού Τραπεζούντας. Είχε ένα διτάξιο σχολείο στο οποίο φοιτούσαν γύρω στους διακόσιους μαθητές με δασκάλους τους: Υφαντίδη Ιωάννη, Τριανταφυλλίδη Θεόδωρο και έναν ακόμη του οποίου το όνομα έχω λησμονήσει. 

Το χωρίον Τάμαλα των Κοτυώρων του Πόντου. Είχε μια εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και ένα παρεκκλήσι επίσης του Αγίου Κωνσταντίνου. Ιερείς ήταν ο παπα Παύλος και ο παπα Τριαντάφυλλος. Το χωριό ανέδειξε τριάντα περίπου μορφωμένους άνδρες εκ των οποίων οι αξιολογότεροι ήταν: ο Ζηγκηρίδης Νικόλαος και ο Ευθυμιάδης Ευστάθιος. Προύχοντες του χωριού ήταν οι: Χαλκίδης Θεόδωρος, Χαλκίδης Λάζαρος, Υφαντίδης Γεώργιος, Υφαντίδης Ιορδάνης και Ευθυμιάδης Θωμάς. Οι λαϊκοί οργανοπαίκτες του χωριού ήταν: ο Χάϊτας Πουλής που έπαιζε κεμανί, ο Ανέστης Χατζηπαύλος που έπαιζε επίσης κεμανί και ο Ευθυμιάδης Πέτρος (συγγραφέας) που τραγουδούσε. Οι συνηθισμένοι σκοποί που παίζανε και χορεύαμε ήταν: η Τρυγόνα, το ‘Μάλ, το Τίκ, το Κότσαρι κ.ά. Στο χωριό είχαμε δύο μαγαζιά που πουλούσαν κυρίως υφάσματα, το υφασματοπωλείο του Νικόλα Ζηγκιρίδη και το υφασματοπωλείο του Χαράλαμπου Χαραλαμπίδη. Υπήρχαν επίσης και δύο καφενεία. Οι κυριότεροι μαχαλάδες ήταν τρείς: ο μαχαλάς του Γιατάοπα, ο μαχαλάς του Κουρούαγάτς και ο Τσουφάν μαχαλά. Υπήρχαν πολλές βρύσες από τις οποίες η μεγαλύτερη ήταν του Κουκουλίτσ’. Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν από την γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο Πέτρος Ευθυμιάδης με τη σύζυγο του απο το χωρίον Τάμαλα των Κοτυώρων (Ορντούς) του ΠόντουΟι καλλιεργήσιμες ιδιοκτησίες των οικογενειών κυμαίνονταν από 50 έως 100 στρέμματα και όλες οι αγροτικές εργασίες γίνονταν με τα βόδια και τα υπόλοιπα τεχνικά μέσα της εποχής. Κάθε οικογένεια είχε κατά μέσο όρο είκοσι περίπου μεγάλα ζώα (αγελάδες, βουβάλια κτλ) και γιδοπρόβατα. Το χωριό είχε αρκετές βοσκές (παρχάρια) που η συνολική τους έκταση έφτανε τα 30.000 στρέμματα και οι οποίες βρίσκονταν στις τοποθεσίες: Λούβατ, Γουζουλότ, Γιάνογλου και Παλιοχώρ. Είχαμε επίσης ένα μικρό ποταμάκι που το λέγαμε Πούρτσατιρι καθώς κι ένα μεγάλο δάσος (ορμάνι) στην τοποθεσία Γαρά βατσούχ με έκταση 10.000 στρέμματα περίπου. Αρκετοί κάτοικοι του χωριού παρόλο που ζούσαν καλά, μετανάστευαν στο Ντιαρμπεκίρ για εξεύρεση καλύτερης τύχης. Στο χωριό μας, εκτός από τις διάφορες γιορτές και τα πανηγύρια, εκτός από τους χορούς και τα τραγούδια, γινόταν και επίδειξη πάλης. Θυμάμαι μάλιστα ότι σε κάποια επίδειξη πάλης οι δύο αντίπαλοι παλαιστές αλληλοσφάχτηκαν. Για την ιστορία του χωριού υπήρχε η παράδοση ότι ιδρύθηκε γύρω στο 900 μ.Χ. από μετανάστες που είχαν έρθει από το Κιουμούς Ματενί. Τα πλησιέστερα χωριά προς τα Τάμαλα ήταν το Γεμιστιέν, το Αντούζ (και τα δύο αμιγώς ελληνικά) και η πόλη Κόλκεγή. Για ένα μακρό χρονικό διάστημα, το χωριό μας δεν έπαθε ζημιές και καταστροφές γιατί το φρουρούσαμε εμείς οι κάτοικοι. Την περίοδο όμως των εξοριών δοκιμάσαμε μεγάλες καταστροφές όπως και τα υπόλοιπα ποντιακά χωριά. Στην Ελλάδα ήρθαμε με την ανταλλαγή, αρχικά στον Πειραιά, μετά στον Βόλο και στην Θεσσαλονίκη και τελικά στο Δίλοφο Σερρών. Μαζί μας είχαμε φέρει αρκετά κειμήλια τα οποία τα παραδώσαμε στην εκκλησία του χωριού, κρατώντας για μας μόνο διάφορα χαλκόματα κι άλλα σκεύη για την οικιακή μας χρήση.

Πηγή: Πέτρος Ευθυμιάδης, Λιθότοπος Σερρών - Ποντιακή Ηχώ – τεύχος 16ον // Ενημερωθείτε περισσότερο για τα ιστορικά και λαογραφικά των Κοτυώρων του Πόντου

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com 

Print