Εξοχές της Τραπεζούντας Σουμοχώρια ή Σιμοχώρια. Χρονικά του Πόντου τεύχος 9ο - Έτος 1944, του κ. Γεωργίου Βαφειάδη.
Οι περισσότερες ελληνικές οικογένειες της Τραπεζούντας κάθε καλοκαίρι ξεχύνονταν για παραθερισμό σε μαγευτικές και ολόδροσες εξοχές. Η περιορισμένη και μονότονη ζωή του χειμώνα, μεταπηδούσε στην πολυποίκιλη, χαρούμενη και ελεύθερη ζωή σε μαγευτικά τοπία, βουνά, λαγκάδια, δάση και παρχάρια.
Οι εξοχές, άλλες μεν ήταν σε απόσταση έως δέκα χιλιομέτρων και λεγόντουσαν Σουμοχώρ͜ια ή Σιμοχώρ͜ια, ενώ άλλες σε απόσταση 35 ή και 60 χιλιομέτρων. Παρακολουθείστε το αφιερωματικό μου βίντεο στις Εξοχές της Τραπεζούντας (Σιμοχώρια - Κρώμνη & Ματσούκα). Τα Σουμοχώρ͜ια ήταν το πλησιέστερο σημείο εξορμήσεων των Τραπεζουντίων. Σε απόσταση μόλις 5 χιλιομέτρων στα νοτιοδυτικά της Τραπεζούντας σε αμαξόδρομο βρισκόταν το Σοούκ Σού, Πολίτα Κρυονέρι. Στο Σοούκ Σού, οι πλέον εύποροι Τραπεζούντιοι είχαν τις εξοχικές τους κατοικίες, τις επαύλεις. Μεταξύ αυτών ξεχωριστή θέση είχαν οι βίλες Κ. Θεοφυλάκτου, Κ. Καπαγιαννίδη και Π. Ακρίτα, με κήπους, θερμοκήπια κατάφυτα από ωραιότατα εκλεκτά λουλούδια και πανύψηλα έλατα. Πολλοί άλλοι ομογενείς είχαν τα ιδιόκτητα θέρετρα τους στο Σοούκ Σου όπως οι οικογένειες Κ. Βελισσαρίδη, Π. Γιαννηκαπάνη, Πέτρου και Παρασκευά Γραμματικόπουλου, Αδ. & Παν. Εφραιμίδη, Π. Θεοφυλάκτου, Γ. Κακουλίδη, Ν. Καρυοφύλλη, Κασφύκη, Καραγιαννίδη, Γ. Καρβωνίδη, Υιών Α. Κογκαλίδη, Κυτρίδη, Π. Μαυρίδη, Μ. Παπαδόπουλου, Πατσάκογλου, Σοφιανού, Γ. Σειρηνόπουλου, Α. Σουμελίδη, Ανδρέα Τριανταφυλλίδη, Γ. Τζουλιάδη, Ι. ΧατζηΚακουλίδη, Ι. Υφαντίδη, Αντ. Φυλλίζη κ.ά. Άλλα εξοχικά Σιμοχώρια στα νοτιοδυτικά της Τραπεζούντας ήταν : το Κανλικά, το Κηρέτσ̆-Χανέ, Λυκοράσ̆’, Ζιλμερά και Κιθάραινα. Στην Κιθάραινα ανάβλυζε το περίφημο ιαματικό μεταλλικό και αεριούχο νερό. Τόσο το νερό της Κιθάραινας όσο κι εκείνο, το μεταλλικό νερό της Σάνας (στα νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας), εξάγονταν στην Κωνσταντινούπολη και την Αίγυπτο. Στα Νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας βρισκόταν το χωριό Χότσ̆’ στο οποίο επίσης παραθέριζαν αρκετές οικογένειες στα ιδιόκτητα εξοχικά και αγροτικά τους σπίτια. Λίγο ψηλότερα και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το Χότσ’, βρισκόταν το αρμενικό χωριό Ζέφανος όπου παραθέριζαν αρκετές οικογένειες Αρμενίων. Πολλές οικογένειες παραθέριζαν στα χωριά και τα παρχάρια της Ματσούκας. Τα χωριά της Ματσούκας στα οποία συγκεντρώνονταν πολλοί παραθεριστές ήταν: το Καπή κ̆ιοϊ (Ζούζα) στα βόρεια του Τζ̆εβιζλίκ (Καρυών ή Δικαιόσημον) και η Λιβερά (Δουβερά) στα νοτιοανατολικά του Τσ̆εβιζλούκ, σε απόσταση 35 χιλιομέτρων από την Τραπεζούντα και σε υψόμετρο 600-700 μέτρα από τη θάλασσα. Τα χωριά αυτά είχαν εξαιρετικό κλίμα, άφθονα κρύα νερά, δάση από έλατα, καρποφόρα δέντρα, μαγευτικά τοπία, και αναφέρω μερικά: Το Ράχος, το Γουδούρ’, ο Ηλέας ή Τσηλέας στο Καπή-κ̆ιοϊ, ενώ στη Λιβερά: Η Χαμπουλή, η Καρεζού, η Λακάνα και άλλα.
Παρχάρ͜ια. Το όνομα Παρχάρ’ προέρχεται από την οροσειρά Παρυάδρης που ονομαζόταν και Παρχάρ’ (βλέπε: Εκκλησία Τραπεζούντος Μητροπολίτου Χρυσάνθου σελ, 28). Στην οροσειρά του Παρυάδρη βρίσκονταν τα παρχάρια της Ματσούκας και της Κρώμνης. Τα παρχάρια της Ματσούκας στα οποία παραθέριζαν Τραπεζούντιοι ήταν: Το παρχάρι της Δανείαχας, το Χοτζ̆ά-Μεζαρή και παλιότερα το Διχ̆έρ (παρχάρια της Σπέλι͜ας (Σπηλιάς). Τα παρχάρια σε ομορφιά και άφθονη βλάστηση ξεπερνούσαν όλες τις άλλες εξοχές. Αλλά δεν συγκέντρωναν πολλούς παραθεριστές καθώς η παραμονή τους σε αυτά διαρκούσε έως τις 25 Αυγούστου το πολύ, οπότε οι Ρωμάνες και Παρχαρομάνες με τα ζώα τους κατέβαιναν στα χαμηλότερα βοσκοτόπια (μεζηρέδες) όπου ως υπήνεμα παρέμεναν και κατά το Μεθόπωρον (Φθινόπωρο). Τα παρχάρια δεν είχαν τις ανέσεις των άλλων χωριών. Οι παραθεριστές κατοικούσαν σε ξύλινες καλύβες (σα καλύβι͜α), χωρίς παράθυρα, σκεπασμένες από χαρτώματα (λεπτά σανιδόφυλλα – σκουρέτα) και είχαν στη σκεπή φεγγίτες. Στο Χοτζ̆ά Μεζαρή οι καλύβες ήταν λιθόκτιστες με σκεπή από χαρτώματα. Στα παρχάρια ο καιρός ήταν συχνά ομιχλώδης και βροχερός. Τα δάση και τα τοπία των παρχαριών ήταν μαγευτικά. Στα δάση ξεχύνονταν οι άντρες για κυνήγι και τα παιδιά για να μαζεύουν χαμούφτας (μικρές αρωματικές φράουλες), μουμουδάκια (είδος μούρων με ανοιχτό ρόδινο μουντό χρώμα που ήταν πολύ εύγεστα και αρωματικά) και διφόρα̤ (εύγεστος μαύρος μικρός καρπός). Την πιο ξεχωριστή θέση από όλες τις μακρινές εξοχές είχε η ξακουστή Κρώμνη. Συγκέντρωνε τους περισσότερους παραθεριστές διότι ήταν το μεγαλύτερο χωριό, με πολλές ενορίες και κατάλληλα σπίτια για ενοικίαση. Οι περισσότεροι παραθεριστές ήταν Κρωμέτ’ (καταγόμενοι εκ Κρώμνης) που διέμεναν στην Τραπεζούντα. Ακόμα και οι πλέον άποροι Κρωμναίοι της Τραπεζούντας θα πήγαιναν κάθε χρόνο στο χωριό τους στην Κρώμνη έστω και με τα πόδια, σε μία απόσταση 60 περίπου χιλιομέτρων. Η μετάβαση από την Τραπεζούντα στην Κρώμνη ήταν απολαυστικότατη και όσοι παραθέριζαν σ’ εκείνη την τοποθεσία, έχουν τις καλύτερες αναμνήσεις από τα μέρη εκείνα. Ωραιότατη περιγραφή της διαδρομής αυτής δημοσίευσε στα Ποντιακά Φύλλα ο κ. Μ. Μεταλλείδης (τεύχος 14-15, σελ, 67-68-141-143). Η Κρώμνη έχει υψόμετρο 1820 μέτρα (ακριβής μέτρηση Ρώσου αξιωματικού – μηχανικού), κλίμα εξαιρετικό και ανέφελον ως επι τω πλείστον ουρανό. Οι Τραπεζούντιοι παραθέριζαν στις ενορίες : Αληθινού και Σαράντων. Λίγες οικογένειες πήγαιναν και στις ενορίες: Μαντζάντων και Μόχωρας. Κάθε ενορία είχε τη δική της εκκλησία (ιερό ναό) αλλά και τα παρεκκλήσια, στη μνήμη των τιμωμένων αγίων συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος από τις άλλες ενορίες. Οι γυναίκες με πολύχρωμες και πλούσιες τοπικές ενδυμασίες (ζουπούνας) και οι νέοι με τις ζίπκες, πάνοπλοι, το έστρωναν στο γλέντι και στο χορό με τους απαραίτητους τονανμάδες (πυροβολισμούς). Πολύ κόσμο συγκέντρωνε το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία σε ένα ερημοκλήσι στα Κλειβάνα̤ (βουνό της Μόχωρας) καθώς και του Αγίου Παντελεήμονα, παρεκκλήσι στην τοποθεσία Καβελάκ’.
Στις 6 Αυγούστου πανηγύριζε ο ναός της ενορίας Φραγκάντων και την 15η Αυγούστου ο ιερός ναός του Αληθινού. Εκεί, την παραμονή το βράδυ, άναβαν φωτιές, κυρίως στάχτη με χώμα σε σχήμα σφαίρας, βουτηγμένα σε πετρέλαιο, καθώς και κάζα (ξερά εύφλεκτα χόρτα). Οι επίτροποι και πρόκριτοι της ενορίας μάζευαν από τους ενορίτες το πετρέλαιο καθώς και τα σχετικά τρόφιμα για το φαγητό που θα μοιραζόταν την ημέρα της πανηγύρεως δωρεάν σε όλο το εκκλησίασμα. Το φαγητό αυτό το μοίραζα μέσα στα πινάκα̤ (ξύλινα πιάτα) και ήταν κυρίως πασ̆κητανένο̤ν τσ̆ορβάν (σούπα με πλιγούρι και πηχτή αλμυρή γιαούρτη) και καρτοφλήν (πατάτες γιαχνί με κρέας).
Στις 15 Αυγούστου γιόρταζε η Μονή Σουμελά όπου γινόταν το μεγαλύτερο πανηγύρι σε όλη την περιφέρεια της Τραπεζούντας στο οποίο πήγαιναν προσκυνητές από πόλεις και χωριά όπως από την Κερασούντα και τα Κοτύωρα. Μάλιστα και πολλοί Κρωμναίοι πήγαιναν στο πανηγύρι αυτό της Παναγίας Σουμελά, ταπεινοί προσκυνητές σε μια 6ωρη οδοιπορία. Άλλοι δε Κρωμναίοι ξεκινούσαν από την Τραπεζούντα, προσκυνούσαν στη Μονή της Παναγίας Σουμελά και κατόπιν πήγαιναν στο χωριό τους την Κρώμνη. Την ημέρα αυτή του 1Δεκαπενταύγουστου πολύς κόσμος από την Κρώμνη συγκεντρωνόταν στον Αε-Ζαχαρέα όπου περίμενε τους προσκυνητές που θα έρχονταν από την Παναγία Σουμελά με τους οποίους συνενώνονταν, με κεμεντζέδες, νταούλια και ζουρνάδες, με τονανμάδες κατευθυνόμενοι στην Κρώμνη, όπου έστρωναν το γλέντι και το χορό. Πολύ συχνά οι παραθεριστές οργάνωναν εκδρομές σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από την Κρώμνη, στον Αε-Ζαχαρέα (ύψος 2.000 μέτρα), στου Ξερέα το Χάν’ (όπου ανάβλυζε το περίφημο αεριούχο και μεταλλικό νερό), στα παρχάρια Μετσ̆ήτ, Λειβαδία, Λεποανέσ̆α̤, Ση Κορώνας τ’ ορμίν’, Σο Σοανορήμ’, Σο Μαντανέκ, Σα Λιμνοπέγαδα, Σου Πετσά, Σα Μιντσέατα και ση Ταβηκή. Διαβαίνοντας από το Μετσήτ’ και άλλα παρχάρια τα οποία νέμονταν καταχρηστικώς τούρκοι Καραοσμάνογληδες και Τσαλαπόγληδες, φτάνουμε στη λίμνη του Αγίου Παύλου τους πρόποδες του ομώνυμου βουνού με ύψος 3.000 μέτρα από τη θάλασσα. Η απόσταση από την Κρώμνη ως τη Λίμνη του Αε-Παύλεν ήταν περίπου 15 χιλιόμετρα και οι εκδρομείς πήγαιναν ως επί τω πλείστον έφιπποι. Το θέαμα ήταν γραφικότατο όταν άνδρες και γυναίκες, νέοι και νέες, στα καταπράσινα χλοερά οροπέδια, σαν σε βελούδινο τάπητα, με γέλια και τραγούδια προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο : “εκουσ̆τουρλάεβαν τ’ άλογα κι εκείνα πα εχλιμίντιζαν ασ’ σην χαράν-ατουν”. Και όταν έφτανε η ομάδα με τον κεμεντσ̆ετσ̆ήν επικεφαλής στη Λίμνη, ξεφάντωναν σε γλέντια και φαγοπότια. Μέσα σε όλες τις λιχουδιές οι οποίες παρατίθενται κατάχαμα στην καταπράσινη χλόη, προέχουσα θέση είχα τα αλυκά τα χαψία και τα θρυσσία, τα τιναχτά τα φασούλ͜ια, ενώ ψηνόταν το απαραίτητο σ̆ισ̆λίκ (κρέας στη σούβλα). Το μοναδικό πιοτό, το ρακίν (ούζο) ξοδευόταν άφθονο, αλλά και εξουδετερωνόταν με τον καθαρό αέρα, το κρύο το νερό, τη κεμεντσ̆ές τη λαλία και του Σαβέλη ή του Δήμου των ονομαστών λυράρηδων τα τραγωδίας. Η λίμνη, μαγευτική και γραφική είχε επιφάνεια 50 περίπου στρεμμάτων με μεγάλο βάθος και το νερό της ήταν πολύ κρύο, ενώ ψάρια δε ζούσαν εντός της. Το θέαμα της λίμνης, η μετάβαση και η επιστροφή μπορεί να θεωρηθεί μια από τις θεαματικότερες και διασκεδαστικότερες απολαύσεις της εξοχικής ζωής της Κρώμνης. Τα παρχάρια της Κρώμνης ήταν καταπράσινα και χλοερά αλλά δεν είχε δάση, σε αντίθεση με τα παρχάρια της Ματσούκας όπου πράγματι οργίαζε η βλάστηση από πελώρια πυκνοφυτεμένα έλατα που αποτελούσαν ατελείωτες σειρές δασών. Αξέχαστες γενικά παραμένουν οι εντυπώσεις και οι αναμνήσεις σε όσους έζησαν την εξοχική ζωή της Τραπεζούντας, ιδιαιτέρως στην Κρώμνη και τη Ματσούκα. Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι τις απολάμβαναν μόνο οι Ρωμιοί. Εκτός από λίγες οικογένειες Αρμενίων που πήγαιναν στο Ζέφανος, από τον πολυπληθέστερο τουρκικό πληθυσμό καμία σχεδόν οικογένεια δεν παραθέριζε. Ας ελπίσουμε, μεταπολεμικώς να επικρατήσουν συνθήκες που θα μας επιτρέψουν να επιστρέψουμε στα ακατοίκητα πλέον αυτά αξέχαστα μέρη μας, όχι ως απλοί προσκυνητές αλλά ως νοσταλγοί που διακαώς επιθυμούμε να δούμε τον καπνό να ανεβαίνει από τις ιερές μας εστίες, για να συμβάλουμε κι εμείς στην αναδημιουργία και τον εκπολιτισμό της γης των πατέρων μας. Γεώργιος Βαφειάδης, 1944
Εξοχές της Τραπεζούντας Σουμοχώρια ή Σιμοχώρια. Χρονικά του Πόντου τεύχος 9ο - Έτος 1944, του κ. Γεωργίου Βαφειάδη.
Ποντι(α)κή Ιστορία και Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com