Το Παραθέρισμα – Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα)
Οι Κοτυωρίτες, σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής τους, ήταν μάλλον απλοί και στη δίαιτα μάλλον λιτοί. Εντούτοις, το παραθέρισμα αποτελούσε αναγκαιότητα ακόμα και για τους μη εύπορους.
Σε αυτό συντελούσε, βέβαια, και το κάπως νοσηρό κλίμα του τόπου, αλλά και το γεγονός ότι η απόσπασή τους από το βουνό και η εγκατάστασή τους στα Κοτύωρα δεν αριθμούσε πολλά χρόνια.
Τόποι για παραθέρισμα. Όλοι σχεδόν για τόπο παραθερισμού —Γεϊλέν— είχαν το Τσάμπαση (περίπου 45 χλμ. νοτίως από τα Κοτύωρα, με απόλυτο ύψος περίπου 2.000 μέτρα). Ορισμένες οικογένειες μόνο πήγαιναν στον Μπόζ-Τεπέ —στην Πόστεπεν— (περίπου 2 χλμ. δυτικά από τα Κοτύωρα), στο Τεπέ-Κιοΐ (10 χλμ. Ν.Α.), στο Κιόλ-Κιοΐ (Χατζάμανα, περίπου 40 χλμ. Ν.Δ.) και αλλού, όπου κυρίως είχαν συγγενείς ή κτήματα. Πολύ λίγοι τούρκοι πήγαιναν για παραθέρισμα στο Τσάμπαση, καθώς και αντιπροσωπείες από τις διοικητικές και αστυνομικές αρχές. Οι Αρμένηδες πήγαιναν κυρίως στον Μπόζ-Τεπέ, όπου κοντά σε μεγάλη συστάδα από ψηλά δέντρα —κυρίως αγριοφυστικιές— είχαν ιδιαίτερο δικό τους συνοικισμό με εξοχικά σπίτια. Μέσα εκεί, στη συστάδα των δέντρων, ήταν και το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου.
Ετοιμασία για αναχώρηση. Μερικές εβδομάδες νωρίτερα ετοιμαζόταν κάθε οικογένεια, και την τελευταία έβαζαν μπουγάδα. Η ομαδική αναχώρηση γινόταν κυρίως μετά τις 15 Ιουνίου, όταν έκλειναν τα σχολεία και ήταν ελεύθερα τα παιδιά να ακολουθήσουν τις οικογένειές τους. Για μεταφορικά μέσα χρησιμοποιούσαν κυρίως μουλάρια και άλογα —είτε με σαμάρια είτε με σέλες. Από την προηγούμενη μέρα ή και νωρίτερα συμφωνούσαν το αγώγι και έδιναν και καπάρο —«εδέκαμε καπάρον» ή «πέχ». Οι αγωγιάτες, Τούρκοι χωρικοί από ενδιάμεσα χωριά μεταξύ Κοτυώρων και Τσάμπαση, ήξεραν την εποχή και κατέβαιναν με τα υποζύγιά τους, γυρίζοντας είτε στην αγορά, είτε στις συνοικίες, είτε περιμένοντας στα χάνια για πελάτες.
Την προηγούμενη νύχτα —της παραμονής για την αναχώρηση— έμεναν συνήθως κοντά στο σπίτι στο ύπαιθρο, σε κάποια αυλή. Το πρωί-πρωί με τα χαράματα, αφού πότιζαν και τάγιζαν τα ζώα τους, φόρτωναν και ξεκινούσαν. Σε ορισμένα μουλάρια φόρτωναν τα μεγάλα δέματα με τα στρώματα —τα μαφράσι͜α— ένα σε κάθε μεριά. Επάνω και στη μέση μπορούσε να καθίσει κανείς, μικρός ή μεγάλος, ανάλογα με το βάρος του φορτίου, του αναβάτη και την αντοχή του ζώου. Σε μουλάρια ελαφρά φορτωμένα είχαν και από τις δυο μεριές μεγάλα καλάθια —μπουγαδοκόφινα— ή ξύλινες κάσες —σουντούκια— όπου μέσα έβαζαν τα παιδιά. Από πάνω έφτιαχναν με βέργες και άσπρα πανιά κατάλληλη τέντα για να τα προφυλάσσει από τον ήλιο. Εκεί μέσα μπορούσαν να κοιμούνται άνετα και στον δρόμο. Επάνω, ανάμεσα στις καλάθες ή τις κάσσες, καθόταν κάποια ή κάποιος για να έχει τον νου του στα παιδιά κατά τη διαδρομή, προπαντός στα επικίνδυνα σημεία του δρόμου, που δεν ήταν λίγα.
Σε άλογα με σέλες καβάλαγαν κυρίως οι άντρες ή και γυναίκες των εύπορων οικογενειών. Οι ενήλικοι άντρες και τα μεγάλα παιδιά των όχι εύπορων οικογενειών, και κάποτε γυναίκες και κορίτσια, πήγαιναν πεζοί —πορπατευτά. Το σύνολο των μεταγωγικών μιας οικογένειας, όπως ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν, λεγόταν «κέτσ'» —τα κέτσι͜α. Για εκείνον που πήγαινε στο Τσάμπαση χωρίς οικογένεια έλεγαν «ποϊτάχ'ς επήεν».
Ξεκίνημα. Το ξεκίνημα από την πόλη έπαιρνε μια πανηγυρική μορφή και όψη. Όλα σχεδόν τα ζώα είχαν στον λαιμό τους κουδούνια, που προχωρώντας κουδούνιζαν χαρμόσυνα, σκορπώντας παντού την ευθυμία με χίλια δυο απροσδιόριστα, ευάρεστα συναισθήματα. Ωσότου να βγουν από την πόλη ξεσήκωναν όλους τους γνωστούς —και ήταν σχεδόν όλοι γνωστοί σε όλους— από τα σπίτια που ήταν στον δρόμο, και χάλαγε ο Θεός τον κόσμο με τις αποχαιρετιστήριες φωνές και τις ευχές: «Αρ' έχ̌ετ' ϋαν!». «Σο καλόν με την ϋαν, σο καλόν, σο καλόν!...». Οι γυναίκες συνήθως δεν καβάλαγαν από το σπίτι, αλλά διέσχιζαν την πόλη πεζές, χαιρετώντας με χειραψίες και σταυρωτά φιλήματα όλες τις συγγενείς και στενές φίλες.
Λίγο έξω από την πόλη, στον δημόσιο δρόμο —«σο καινούργ'» ή «σο βασιλικόν την στράταν»— υπήρχε μια μεγάλη πέτρα σε κανονικό σχήμα με λεία την πάνω επιφάνεια —το «πινέκ-τασουν» (δηλαδή πέτρα για καβάλα). Αυτή την πέτρα χρησιμοποίησαν για να καβαλικεύουν εύκολα, κυρίως οι γυναίκες, στα φορτωμένα ζώα. Στο σημείο αυτό συνήθως περίμεναν και μαζεύονταν τα κέτσι͜α και ξεκινούσαν ανά δύο, τρία ή και περισσότερα μαζί. Επίσης, εκεί πήγαιναν από νωρίς τα παιδιά για να τους δίνουν όσοι έφευγαν τα «σελεμετλίκια» (δηλαδή τις μπενετάδες). Τα σελεμετλίκια οι άντρες και οι γυναίκες τα ξεπλήρωναν στους ομήλικους τους κυρίως με κεράσματα λίγες μέρες πριν ή την παραμονή. Πάντως, όσοι απολάμβαναν οπωσδήποτε τις μπενετάδες ήταν υποχρεωμένοι να πάνε για ξεπροβόδισμα —«σήν παρέβγαν»— τουλάχιστον ως το πινέκ-τασουν. Στα παλιότερα χρόνια, στο σημείο αυτό μαζεύονταν από πολύ νωρίς το πρωί οι λυράρηδες των Κοτυώρων, των οποίων κλασικός τύπος ήταν ο Κωφόν ο Λυριτζής. Μόλις ζύγωνε κάθε κέτσ', άρχιζαν διάφορους σκοπούς και ιδιαίτερα το «αχπαστικόν» (=του ξεκινήματος), που έδιναν έτσι πανηγυρικότερη όψη στην όλη πομπή των παραθεριστών. Οι τελευταίοι έδιναν στους λυράρηδες χρηματικό φιλοδώρημα. Κοτύωρα (Ordu) Ορτού - Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός
Διανυκτέρευση στον δρόμο. Τα κέτσι͜α την απόσταση Κοτύωρα - Τσάμπαση την έκαναν κανονικά σε μιάμιση μέρα. Ανάλογα με την ώρα που ξεκινούσαν και τις καιρικές συνθήκες, διανυκτέρευαν ή στη Σουτσμέζ’ το χάν, ή στο Πουατζάκ, ή στο Χάνγερη, ή στην Τουρναλού, όπου υπήρχαν καταλύματα (χάνια = πανδοχεία) και για τα ζώα. Κατά την ομαδική διανυκτέρευση, όλη σχεδόν τη νύχτα άναβαν φωτιές, έλεγαν παραμύθια και έκαναν διάφορα παιχνίδια και φάρσες που άφηναν ζωηρότατες εντυπώσεις. Οι τούρκοι των ολόγυρα χωριών το ήξεραν και έφερναν εκεί διάφορα τρόφιμα: πουλερικά, βούτυρα, τυριά και προπαντός την περίφημη τετράπαχη πρόβεια γιαούρτη, ιδιαίτερα της Τουρναλούς, που «απές' σο κοβλάκ, με το μαχαίρ' εκόφκουντουν τ' ευλογημένον» (κοβλάκ = ειδικό ξύλινο δοχείο για γιαούρτη ή βούτυρο). Όλοι γενικά ήταν καλοθρεμμένοι και ροδοκόκκινοι· τους έλεγαν «γεϊλετζήδες». Γι' αυτό και για τους εύρωστους και πολύ υγιείς γενικά έλεγαν: «Άμον γεϊλετζῆς ἔν', νὰ μὴ οὐματιάεται» (Σαν παραθεριστής είναι, να μην αβασκαθεί/ματιαστεί). Τα παιδιά έφερναν στους φίλους τους τσιτσίλια μέσα σε σακούλες μικρές, κι εκείνοι τους είχαν φυλαγμένα ρόδια, κυδώνια, φουντούκια ή «καντσία» (ψίχα από φουντούκια) σε σακουλάκια. Οι γυναίκες εκτός από αυτά έφερναν στις φίλες τους και «γεϊλεγὶ ψωμία» ή «κωλόθια». Τον χειμώνα τα σπίτια του Τσάμπαση έμεναν κλειστά. Τα φύλαγε ένας φύλακας που διόριζε η Διοικητική αρχή. Σπανιότατη ήταν η περίπτωση να παραβιαστεί η πόρτα κανενός σπιτιού. Ας σημειωθεί ότι μερικοί συνήθιζαν να κρύβουν μέσα στα σπίτια τους διάφορα αντικείμενα παραχώνοντάς τα στη γη, καθώς και φαγώσιμα, που τα έβρισκαν στην επιστροφή.
Το Παραθέρισμα – Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα)
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com