Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου (β΄μέρος)
Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου
Τας πολυδαπάνους αυτάς συνηθείας τας κατήργησαν, οι κατά καιρόν Μητροπολίται, δι' αυστηράς εγκυκλίου των, ιδίως ο αείμνηστος Πολύκαρπος Ψωμιάδης.
Τα έθιμα ταύτα τα κατήργησαν δι' οικονομικούς λόγους, διότι όπως οι πλούσιοι εξώδευον αφειδώς εις τους γάμους των παιδιών των, το αυτό ήθελον να κάμνωσι και οι φτωχοί και ηναγκάζοντο να συνάψωσι δάνεια, διά να ανταπεξέλθωσι 'στάς δαπάνας του γάμου και ούτω αιωνίως ήσαν καταχρεωμένοι και δούλοι των δανειστών των.
Το «φόρεσμαν» της νύμφης
Την Κυριακή πρωΐ, πρωΐ, πήγαιναν 'στό σπίτι της νύφης τα συγγενικά κορίτσια ως και αί φιληνάδες της, όπου με τραγούδια και χαρές έντυναν την νύφεν, «άλλαζαν την νύφεν». Εν τέλει την «ετσαρκουλίαζαν» δηλαδή της φορούσαν το τσαρκούλ’ και περίμεναν να φθάση η κατάλληλος στιγμή για να εκκινήσουν για την εκκλησίαν προς στεφάνωμαν.
Σημειωτέον ότι η νύφη έπρεπε κατά την διάρκεια της στέψεως και μέχρι τεσσαράκοντα ημέρας να φέρη την καλύπτραν, (τσαρκούλαν), επί της κεφαλής, την οποίαν αφαιρούσε κατόπιν ο κουμπάρος.
Το νυφέπαρμαν
Την Κυριακήν περί το μεσημέρι, οι γονείς του νέου με όλους τους προσκεκλημένους των, και με τα όργανα παίζοντα, έπαιρναν τον γαμπρόν—πάντοτε όμως καβάλα—και μετέβαινον 'στό σπίτι της νύφης προς παραλαβήν της, «Νυφέπαρμαν». Όταν ο γαμόστολος έφθανεν 'στό σπίτι της νύφης, εκεί 'στήν αυλήν της οικίας τα παλληκάρια, εν ευθυμία όλα, χορεύουν και τραγουδούν και δεν εννοούν να πλησιάσουν εις την θύραν. Ότε επί τέλους ο κουμπάρος έπαιρνε τον γαρμπρό και πλησίαζε, ένας συγγενής της νύφης αρπάζει ένα τραπεζάκι με φούστρον και μελοβούτυρον, στέκεται με το τραπεζάκι εις τα χέρια του υψηλά, επάνω εις την πόρταν και εμποδίζει την είσοδον του γαμπρού. Τότε ο κουμπάρος δίδει το δώρον, του, παίρνει το φούστρον και το μελοβούτυρον και τα διανέμει εις τους ιδικούς του και μόνον τότε επιτρέπεται η είσοδος εις το σπίτι της νύρης. Χορεύοντες και τραγουδούντες, περιέμεναν επί ημίσειαν περίπου ώραν έως ότου ετοίμαζαν την νύφην και την παρουσίαζαν με την τσαρκούλαν (καλύπτραν που έκρυπτε το πρόσωπό της). Έξω ο κόσμος επερίμενε και ο ζουρνατσής έπαιζε το «Αχπαστικόν», ήτοι το τραγούδι της αναχωρήσεως.
«Χέρ, γιαννακτάν πίρ κιούλ βέρκι, κοκουδιάμ
Κουζέλ, 'πίρ γιατικέρ βέρκι, σαχλιάμ
Σεντέν καϊρί κιμσελερί, πάκμιαμ
σέν πακάρσαν κιοζλεριντέν πουλάσιν».
Το ανωτέρω, σέ μετάφρασι λέξι, πρός λέξι, σημαίνει τό εξής :
«'Από κάθε πλευράν ένα τριαντάφυλλο δος νά τό μυρισθώ.
Έμορφη! ένα ενθύμιο δός νά τό φυλάγω.
Εκτός από σέ κανένα δέν θά κυττάξω.
Εσύ, άν κυττάξης από τά ματιά σου νά τό 'βρης.»
Οι γονείς της νύφης αφού εφιλούσαν τον γαμπρόν, πού εφορούσε την τζουππέν (είδος καπαρτίνας,—κατά τα παλαιά χρόνια—επίσης δε εφιλούσαν και την κόρην των και δίδοντες την δεξιάν της εις αυτόν τούτον τον γαμπρόν έλεγον: «Σέ δίδομεν τό τζιγέρι μας, τά μάτια μας, νά τήν κυττάξης καλά». Εκείνος, δέ, φιλών τά χέρια των υπέσχετο άσβεστον αγάπην πρός τήν κόρην των. Τα ίδια και οι γονείς του νέου, αφού εφιλούσαν την νύφην και τον υιόν των, υπόσχοντο εις τους συμπεθέρους ότι θα την έχουν ως αληθινήν κόρην των και μάλιστα κάτι τι το παραπάνω. Και πραγματικώς η νύφη εις το σπίτι μέσα είχε την μεγαλύτεραν αγάπην από όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της οικογενείας.
Η εκκίνησις διά την εκκλησίαν
Η εκκίνησις εγίνετο λίαν σοβαρά και επιβλητική. Την νύφην και τον γαμπρόν τους ανέβαζαν επάνω σε άλογα με σέλλες, η νύφη ήταν «τσαρκουλεγμέντσα» δηλαδή σκεπασμένη με λευκόν λεπτόν χασέ ή και λεπτά και μεγάλα χρωματιστά λετζέκια, κοινώς γιαζμάδες, αύτη ήταν «η καλύπτρα της Ρεβέκκας». Την νύφην την υπεστήριζον από δύο μέρη συγγενείς της διά να μή πέση από το άλογο, και καθ' όλην την διαδρομήν ανεστέναζεν, ελαφρώς, διά τον αποχωρισμόν των οικείων της.
Όταν ο γαμόστολος έφθανεν 'στήν αυλήν της εκκλησίας έπαυεν η μουσική και τότε ο παπάς και οι ψάλται ήρχοντο και περιλάμβανον τους νεονύμφους ψάλλοντες το «Άξιον εστίν ως αληθώς...» και τους ωδήγουν εις το μέσον της εκκλησίας όπου εστήνετο τράπεζα ένθα ετελείτο το Μυστήριον του γάμου κατά τα συνήθη.
Την στιγμή, δέ, πού εψάλλετο υπό των ψαλτών τό «Ησαΐα χόρευε...» είς τους νεονύμφους και τον κουμπάρον έρριχνον άλλοι μέν τζεμίτζε (=σταφίδες) άλλοι σιτάρι, άλλοι δε δεκαρίτσες, (χρήματα). Στό τέλος σήκωναν 'στά χέρια τον κουμπάρον και δεν τον άφηνον αν δεν προσεφέρετο και δεν έταζεν «έναν τραπέζ» διά να διασκεδάσουν οι νέοι. Έπειτα εγίνετο το προσκύνημα των στεφάνων υπό συγγενών και φίλων. Αφού ετελείωνε το μυστήριον του γάμου και όλες αί διατυπώσεις, γαμπρός και νύφη πλάγι-πλάγι πήγαιναν και προσκύνουν τας αγίας εικόνας, παραστεκόμενοι από τον κουμπάρον και τους συγγενείς, εξ’ αμφοτέρων των μερών, διά να μή τύχη και περάση κανείς από ανάμεσα των νεονύμφων και «δεθούν» και καταστούν ανίκανοι διά τα συζυγικά των καθήκοντα. Εν τέλει, ο γαμόστολος εξεκίνει διά το σπίτι του γαμπρού, μόνον οι γονείς της νύφης κατευθύνοντο 'στό σπίτι των και περίμεναν εκεί έως ότου έλθουν και τους παραλάβουν. Εθιμοτυπία του γάμου στον Πόντο
Παραθέτομεν μερικά δίστιχα αδόμενα κατά την πομπή του γαμοστόλου.
1. «Τό μάτε μ' καί τό μάτε σ' όμάζουν τ' έναν τ' άλλο κιάν θέλουμε κι' αγαπούμε επαίρουμ τ' έναν τ'άλλο.
2. «Τό σπίτι μ' σό Σαρτζούγουν το λόγια μ' τσ̌αντάρε εσάρεψαν κι' οί τουσ̌μάν μέ τ' άγγρε τά θάρα̤.»
3. «Κι' άπαδά σόν κατέφορον θάρα̤ θά κυλίζω κι' άτού σά νεγλά τά μέσα 'σ τά χ̌έρα̤ μ' θά τυλίζω».
4. «Παρακαλώ, παρακαλώ θεόν κι Παναγίαν νά δι' μεν τήν αγάπην μου τήν εβδομάδα μίαν.»
Συνεχίζεται στο τρίτο μέρος
Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com