Το μαρτύριο του Αγίου Ιερομάρτυρα Ανθίμου, Επισκόπου Νικομηδείας Πόντου (απο τον Μέγα Συναξαριστή του Αγίου Νικηδήμου του Αγιορείτου) 3 Σεπτεμβρίου
Απο την Ιερά Μονή των Ιβήρων αιτήθηκα και έλαβα το 2024 το μαρτύριο του Αγίου Ιερομάρτυρος Ανθίμου, Επισκόπου Νικομηδείας στην πρωτότυπη του μορφή έτσι όπως αναφέρεται απο τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη στον Μέγα Συναξαριστή. Άγιος Ιερομάρτυς Άνθιμος Επίσκοπος Νικομηδείας Πόντου - Μαρτύριον
Θέλω να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στο ηγουμενοσυμβούλιο της Ιερά Μονής των Ιβήρων καθώς και στον σεβαστό της ηγούμενο πανοσιολογιότατο αρχιμανδρίτη π. Ναθαναήλ για την ευλογία αυτή καθώς και για την άμεση ανταπόκριση στο αίτημα μου. Παρακάτω παραθέτω το μαρτύριο απο την πρωτότυπη πηγή (εκ του παπύρου) και στην συνέχεια σε μια πιο συνοπτική απόδοση.
Ακολουθεί η διπλωματική/μεταγραφική απόδοση του πρωτότυπου κειμένου (σε μεταβυζαντινή/πρώιμη νεοελληνική δημώδη γλώσσα) από τις σελίδες του χειρογράφου, χωρίς μετάφραση και στην συνέχεια η απόδοση του στην νεοελληνική δημοτική γλώσσα:
[p. 128]
Σεπτεμβρίου, γ΄. Μαρτύριον τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἀνθίμου Ἐπισκόπου Νικομηδείας.
Καὶ ποῖος τάχα εἶναι ἐκεῖνος ὁποῦ δὲν ἠξεύρει τὴν μεγαλόπολιν Νικομήδειαν, πῶς εἶναι ἡ μητρόπολις τῆς Βιθυνίας, καὶ ἔχει μεγάλην διαφορὰν κατά τε τὸ μέγεθος, καὶ τὴν λαμπρότητα ἀπὸ τὰς ἄλλας πόλεις; Ὅλοι τὴν ἠξεύρουσι, πλὴν διὰ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι τόσον ἀξία νὰ θαυμάζεται, ὅσον διατὶ ἤνθησαν ἐξ αὐτῆς, οὐ μόνον ἄνθος τῶν ἀρετῶν, ὁ μέγας οὗτος Ἄνθιμος· ὁ ὁποῖος ἀκόμι ἀφ’ οὗ ἦτον νήπιος ἔλαμπαν εἰς αὐτὸν κάθε χάρις τῶν χρηστῶν ἠθῶν, καὶ ἔδειχνα μὲ αὐτὸ ὁποῖος ἔμελλε νὰ ἀποκατασταθῇ ἕως τὸ ὕστερον· ἐμβαίνωντας δὲ εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν μειρακίων, ἐφάνη ὅμοιος εἰς τὴν σύνεσιν· καὶ νὰ εἰπῶ μὲ συντομίαν, ἕνας τύπος τῆς ἀρετῆς εἰς ὅλους τῆς αὐτῆς ἡλικίας· καθὼς καὶ ὅταν ἔφθασε, καὶ συναριθμήθη μὲ τοὺς τελείους ἄνδρας, ἐκατόρθωσαν ὅλας τὰς ἀρετὰς ὅσαι εἶναι τῆς αὐτῆς ἡλικίας· ἐνίκησε τὴν κοιλίαν διὰ τῆς νηστείας, τὸν θυμόν, καὶ πᾶσαν σαρκικὴν ὄρεξιν, καὶ τὰς λοιπὰς ὅλας φαντασίας τοῦ κόσμου κατέπτυσαν ὡς ἀνωφελεῖς, καὶ ζημιούσας τὴν ψυχήν· ἐδιωρίσθη δὲ ὅλος ὁ χρόνος τῆς τοιαύτης ἡλικίας, ἄλλος μὲν εἰς προσευχήν, καὶ ἄλλος εἰς τὴν παντοτινὴν μελέτην τῆς θείας γραφῆς· ὅλος δὲ ἦτον, ἡ κατόρθωσις τῆς ἀγάπης, ἐπειδὴ γνωρίζωντάς την μητέρα πασῶν τῶν ἀρετῶν, ὅλως διόλου μὲ μεγάλην φιλοπονίαν ἔλαμψεν ὡσὰν ἕνα κάτοπτρον τῆς ἀγάπης, καὶ ἔδιδεν εἰς ὅλους νὰ βλέπουν ἐπάνω του ὅλας τὰς ἀρετὰς ὁποῦ Αγιολόγιον Πόντου (Άγιοι και Μάρτυρες στον Πόντο καθώς και λαογραφικά θέματα γύρω απο την Εκκλησία και τους Αγίους)
[p. 129]
ὁποῦ γεννῶνται ἀπὸ τὴν ἀγάπην· αἱ ὁποῖαι εἶναι αὐταί· ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ συμπάθεια, ἡ ταπεινοφροσύνη, τὸ ἀόργητον, τὸ ἀσκανδάλιστον, ἡ ἀμνησικακία· καὶ τὸ μέγιστον πάντων, τὸ νὰ θέλῃ νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι διὰ μέσου τῆς διδαχῆς του· δὲν ἦτον λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἶναι κεκρυμμένος πλέον ὁ τοιοῦτος θησαυρός· ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῶν ἀρετῶν του λαμπρυνθέντας, ἔφθασε καὶ ἕως εἰς τὸν ἀρχιερέα ἡ φήμη του, καὶ ἡ ἐνάρετός του ζωή· ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὐτὰ ἐπαρακινήθη νὰ τὸν ἀναγκάσῃ, καὶ μὴ θέλοντα διὰ νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς τὸν ὑψηλὸν βαθμὸν τῆς ἱερωσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἀνέβη· ὄχι σήμερον κοσμικὸς καὶ αὔριον ἀναγνώστης, ὑποδιάκονος καὶ διάκονος, εἶτα ἱερεύς· ἀλλὰ κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν ἀρχαίαν τάξιν, καὶ τῆς ἡλικίας, καὶ τῆς μαθήσεως τῶν ἱερῶν γραμμάτων, καὶ τοῦ διορισμένου χρόνου τῆς χειροτονίας· περάσας δὲ ὅλας τὰς τάξεις τῆς ἱερωσύνης, ἀνέβη εἰς τὴν καθέδραν τῶν πρεσβυτέρων εἰς τὸ ἁγνόν του Θεόν, καὶ μὲ ὅλον ὁποῦ ἀπὸ τῆς ἄκρας του ταπεινώσεως τὸ ἀπέφευγεν αὐτό· καὶ ἤθελε τὸν ἰδιωτικὸν βίον, διὰ νὰ ἠμπορῇ μὲ εὐκολίαν νὰ μεταχειρίζηται τὴν ἀρετήν· ἀφ’ οὗ δὲ ἐχειροτονήθη ἱερεύς, δὲν ἀπέρασε πολὺς καιρός, καὶ ἐπλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος ὁ Ἐπίσκοπος Νικομηδείας, καὶ ἔμειναν ἡ ἐπισκοπὴ χηρεύουσα τοῦ καλοῦ ποιμένος, καὶ ζητοῦσα τοῦτον· μὴ ὑποφέροντας δὲ οἱ πρόκριτοι τῶν Νικομηδέων, καὶ μάλιστα οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὅλοι, νὰ βλέπουν τὴν ἐκκλησίαν τους ὑστερημένην ἀπὸ ἀρχιερέα· συναθροισθέντες ὅλοι κοινῶς ἐψήφισαν νὰ ἐγχειρίσουν τὴν ἐπισκοπὴν εἰς τὸν Ἄνθιμον, ὡς ἄνδρα ἐνάρετον, καὶ ἄξιον νὰ ποιμάνῃ αὐτοὺς ἀγγελικῶς· ὅθεν
[p. 130]
δὲν τὸ ἐρήκασιν ἄλογον νὰ κάμουν τὴν τοιαύτην ψῆφον μόνοι αὐτοί, ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ καταλάβουν ἂν ἀρέσῃ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν· καὶ ἐλθόντες ὅλοι εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐπαρακάλουν τὸν Θεὸν νὰ φανερώσῃ εἰς αὐτοὺς ἀνίσως ἐκεῖνος ὁποῦ ἐφάνη εἰς αὐτοὺς ἄξιος νὰ τὸν κάμουν ἀρχιερέα τους, εἶναι εὐπρόσδεκτος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Θεόν· καὶ εὐθὺς ἐφάνη εἰς τὴν ἐκκλησίαν φῶς πολὺ καὶ θαυμάσιον, καὶ φωνὴ ἠκούσθη ἄνωθεν ὁποῦ ἐβεβαίωνε τὰς ψήφους αὐτῶν, καὶ ἐπικύρου τὸν θρόνον τῆς ἀρχιερωσύνης, εἰς τὸν ἱερὸν Ἄνθιμον· ὅθεν εὐθὺς χαρᾶς πλησθέντες, τὸν ἐπροβίβασαν εἰς τὸν θρόνον, καὶ τοῦ ἐναχείρισαν τὴν εὐταξίαν ὅλην τῆς ἐκκλησίας· καὶ διὰ νὰ λέγω καλύτερα, προλήτερα ἀπὸ αὐτοὺς τὸν ἀχαροδότησαν ὁ τὰ κρυπτὰ γινώσκων Θεός, διατὶ τὸν ἤξευρε πῶς ἔχει νὰ χρηματίσῃ ἕνας δεύτερος Παῦλος, ὁποῦ νὰ βαστάξῃ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐναντίον βασιλέων καὶ τυράννων, καθὼς προχωρῶντας ὁ λόγος θέλει τὸ φανερώσῃ· καὶ ὅτι πῶς ἐστάθη βέβαια δεύτερος Παῦλος ζηλωτής, εἰς τὸ νὰ ἐπιστρέψῃ ὅλους τοὺς εἰδωλολάτρας εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, δὲν φέρνω ἄλλον τινὰ νὰ τὸ φανερώσῃ, ἀλλὰ τὸν Ἰνδῆν ἐκεῖνον τὸν ἀξιάπαινον ἄνδρα, καὶ τὴν μεγάλην Δόμναν· οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν διδαχὴν τοῦ θαυμαστοῦ Ἀνθίμου ἀγροικηθέντες, ἄφισαν καὶ τὴν προσκύνησιν τῶν ἀψύχων εἰδώλων, καὶ τὴν οἰκειότητα τοῦ εὐσέπτου Βασιλέως, καὶ προσέδραμον εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, βαπτισθέντες ὑπὸ τοῦ καλοῦ ποιμένος· καὶ ὄχι μόνον τοῦτοι, ἀλλὰ καὶ Γλυκέριος, καὶ Θεόφιλος, Μυγδόνιος τε καὶ Πέτρος, καὶ ὁ καρτερικώτατος Ζήνων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἐπίστευσαν εἰς Χριστόν, ἀλλὰ καὶ τὸν μαρτυρικὸν ἔλαβον στέφανον.
[p. 131]
στέφανον· ἀκόμι καὶ οἱ δισμύριοι μάρτυρες οἱ ἐν Νικομηδείᾳ καέντες ἔνδον τοῦ ναοῦ, τάχα δὲν εἶναι τοῦ ἱεροῦ Ἀνθίμου καὶ εἰς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, καὶ εἰς τὸ μαρτύριον παρακίνησις; Μαζὴ μὲ ἄλλους ἀναριθμήτους· καὶ τί νὰ λέγω διὰ ἄλλους ὁποῦ ἐπαρακίνησε νὰ χύσουν τὸ αἷμά τους διὰ ἀγάπην Χριστοῦ, ὁποῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος, δὲν τὸ ὑπέμεινε νὰ μείνῃ κατώτερος ἀπὸ αὐτούς· εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον βασιλεύοντος τοῦ μισοχρίστου Μαξιμιανοῦ, ἔγινεν ὁ βαρύτατος, καὶ φρικωδέστατος διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν· καὶ ἄλλοι μὲν ἐθανατοῦντο μὲ διάφορα πικρὰ κολαστήρια, καὶ ναοφανεῖς θανάτους· ἄλλοι δὲ ἔφυγον εἰς τὰ ὄρη, καὶ ἐρήμους τόπους, ὡς μὴ ὑποφέροντας τὰ βασανιστήρια· ἄλλοι δὲ πάλιν, δειλοί, ἠρνοῦντο τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ δὲ τῆς εὐσεβείας ἡδύπνοον ἄνθος Ἄνθιμος, δὲν ἦτον πλέον τρόπος νὰ τὸν ἀφήσῃ ἡ ἀρετή του, καὶ ὁ ζῆλος ὁποῦ εἶχε νὰ κρύπτηται, ἀλλ’ ἐφανερώθη καὶ αὐτός, εἰς ἐκείνους ὁποῦ ἐξέταζαν μὲ ἀκρίβειαν διὰ νὰ εὑρίσκουν τοὺς Χριστιανούς· ἐπειδὴ εὑρισκόμενος εἰς ἕνα χωρίον Σημάνη ὀνομαζόμενον ἐκήρυττε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐπαρακίνει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ὑποφέρουν τὸν ὑπὲρ Χριστοῦ θάνατον· τὸ ὁποῖον αὐτὸ μανθάνοντάς το ὁ μιαρὸς Μαξιμιανός, ἔστειλεν εἴκοσι καβαλαραίους εἰς τὸ ῥητὸν χωρίον διὰ νὰ πιάσουν τὸν Ἄνθιμον τὸν Ἐπίσκοπον, καὶ νὰ τὸν φέρουν ἔμπροσθέν του σιδηροδέσμιον· φθάσαντες δὲ οἱ στρατιῶται εἰς τὸ χωρίον Σημάνη, ἄλυχα τὴν ὥραν ὁποῦ ἔμβαινον αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ χωρίον, καὶ ἀπάντησαν τὸν ἅγιον, τὸν ὁποῖον ὡσὰν ὁποῦ δὲν τὸν ἐγνώριζαν, τὸν ἐρώτησαν περὶ τοῦ Ἀνθίμου, καὶ τὸν ἐπαρακάλαισαν νὰ
[p. 132]
τοὺς τὸν δείξῃ· ὁ δὲ μετὰ χαρᾶς αὐτοὺς ὑποδεξάμενος, τοὺς ἐπροσκάλεσεν εἰς τὸν οἶκόν του, λέγοντάς τους· «ἐλᾶτε εἰς τὸ σπίτι μου νὰ φάγετε ὀλίγον ψωμί, νὰ ἀναπαυθῆτε ὁποῦ εἶσθε ἀπὸ τὸν δρόμον κακοπιασμένοι, καὶ ὕστερον ἐγὼ νὰ σᾶς τὸν δείξω». Ἠκολούθησαν λοιπὸν οἱ στρατιῶται ὀπίσω τοῦ ζητουμένου παρ’ αὐτοῖς, καὶ ἐλθόντας εἰς τὴν οἰκίαν ἐκάθησαν, ὁ δὲ μεγαλόψυχος, καὶ γενναῖος στρατιώτης τοῦ ἐπουρανίου Χριστοῦ, εὐθὺς ἔβαλε τράπεζαν ἔμπροσθέν τους, καὶ τοὺς ἐφίλευσε μὲ τόσην ἀγάπην, ὡσὰν νὰ τοὺς εἶχε φίλους ἀπὸ πολὺν καιρόν· ἦτον δὲ ἡ τράπεζα αὕτη πολλὰ πτωχή, ὅτι αὐτὸς ἐστόλιζεν πτωχὰ ψωμί, καὶ κουκία, καὶ νερὸν εἶχαν· ἀφ’ οὗ δὲ τοὺς ἐφιλοξένησε, καὶ ἐσήκωσε τὴν τράπεζαν ἀπὸ τὸ μέσον, ἐστάθη ἔμπροσθέν τους μὲ σχῆμα ταπεινόν, καὶ σεβάσμιον, καὶ τοὺς εἶπεν, «ἐγώ εἰμαι ὁ Ἄνθιμος ὁ ταπεινὸς Ἐπίσκοπος Νικομηδείας ὁποῦ ζητεῖτε, ἀπεσταλμένοι ὄντες παρὰ τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ». Ἀκούσαντες δὲ παρ’ ἐλπίδα οἱ στρατιῶται τοῦτο, καὶ βλέποντες τὴν γενναιότητα, καὶ σεμνότητα τοῦ ἀνδρός, ἐξεπλάγησαν, καὶ ἔμειναν ὥραν πολλὴν ἄφωνοι· ἔπειτα ὅταν ἦλθασιν εἰς τὸν ἑαυτόν τους, εἶπαν πρὸς αὐτόν, «ἡμεῖς ὦ σεβασμιώτατε ἀνθρώπων, καὶ μὲ ὅλον ὁποῦ ὁ βασιλεὺς μᾶς ἔστειλε διὰ νὰ σὲ πιάσωμεν, ὅμως δὲν τὸ κάμνομεν αὐτό, διατὶ σὲ βλέπομεν ἄνδρα ἐνάρετον, καὶ τὸ ἔχομεν ἁμαρτίαν νὰ προδώσωμεν τὸ ψωμὶ ὁποῦ μᾶς ἐφίλευσας· ὅτι ἡμεῖς τὸ ἠξεύρομεν ἂν σὲ ὑπάγωμεν εἰς τὸν βασιλέα, θέλει εἶναι εἰς κακόν σου, ἐπειδὴ σὲ ζητεῖ διὰ νὰ σὲ τιμωρήσῃ· μόνον ἡμεῖς πηγαίνομεν εἰς τὸν
[p. 133]
εἰς τὸν βασιλέα, καὶ λέγομεν πῶς ὅλην τὴν Νικομήδειαν, καὶ ὅλα τὰ χωρία περιπατήσαντες, καὶ βαλόσαντες δὲν ἐδυνήθημεν νὰ τὸν εὕρωμεν τὸν Ἄνθιμον φθανόντα, οὐδὲ ὅπου ἀγαπᾷς πήγαινε καὶ κρύψου». Ἀλλ’ ὁ διδάσκαλος τῆς ἀληθείας, καὶ πληρωτὴς τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν ἐστέρξεν νὰ ἀκούσῃ αὐτὰ τὰ λόγια, νομίζωντάς το μεγάλην ἁμαρτίαν νὰ ψευσθοῦν διὰ λόγου του οἱ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα ὁποῦ ἐδίψα τὸν ὑπὲρ Χριστοῦ θάνατον· μόνον ἐκίνησε μαζί τους διὰ τὴν Νικομήδειαν, τοὺς ὁποίους εἰς ὅλην τὴν στράταν νουθετῶντάς τους, καὶ διδάσκοντας τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, παρεσκεύασεν αὐτοὺς νὰ δεχθοῦν τὸν σπόρον τῆς πίστεως, ὥστε ὁποῦ νὰ ζητοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν τους τὸ ἅγιον βάπτισμα· ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς ἕνα ποταμὸν ὁποῦ ἔτυχαν ἐκεῖ εἰς τὴν στράταν, τὸν ἐβίασαν νὰ τοὺς βαπτίσῃ· καὶ στάθης ἐκεῖ ὁ ἅγιος, καὶ διαβάζοντας τὰς εὐχὰς τῆς βαπτίσεως, τοὺς ἐβάπτισεν εἰς τὸν ποταμόν, ἔπειτα πάλιν ὁδεύσαντες, ἔφθασαν εἰς τὴν Νικομήδειαν· τοὺς ὁποίους τοὺς εἶπεν ὁ ἅγιος νὰ τοῦ δέσουν τὰς χεῖρας ὀπίσω, καὶ νὰ τὸν φέρουν ἔμπροσθεν τοῦ βασιλέως ὡς κακοῦργον διὰ τὴν εὐσέβειαν· ὅταν δὲ ἔμαθαν ὁ βασιλεὺς πῶς ἦλθασιν οἱ στρατιῶται, φέρνοντας μαζί τους τὸν Ἄνθιμον, ἠθέλησαν μιᾷ μηχανῇ, νὰ κάμῃ τὸν Ἄνθιμον νὰ φοβηθῇ κατ’ ἀρχάς, καὶ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν προσταγὴν τοῦ βασιλέως, νὰ προσκυνήσῃ τὰ εἴδωλα· ἦτον δὲ ἡ μηχανὴ αὕτη· ἐπρόσταξε νὰ φέρουν ἔμπροσθεν εἰς τὸ βασιλικὸν βῆμα, ὅλα τὰ τιμωρητικὰ ὄργανα, διὰ νὰ τὰ ἰδῇ νὰ φοβηθῇ, καθὼς ὁ Φανόληπτος Μαξιμιανὸς ἐλογίαζεν· ἔπειτα ἀμπρόσταξε νὰ φέρουν ἔμπροσθέν του τὸν Ἄνθιμον δεδεμένον καθὼς ἦτον.
[p. 134]
Ὁ δὲ ὡς ἦλθαν εἰς τὴν βασιλικὴν ἐκείνην αὐλήν, ἔχων τὸν νοῦν ὅλον προσκαλωμένον εἰς τὸν Θεόν, παρ’ οὗ ἤλπιζε καὶ τὴν βοήθειαν· τὸν ὁποῖον εὐθὺς ὁποῦ τὸν εἶδεν ὁ βασιλεύς, τὸν ἐπροσκάλεσε νὰ ἔλθῃ κοντά του, καὶ λέγει του· «ἐσὺ εἶσαι ὁ πλανημένος Ἄνθιμος, ὁποῦ ἀκολουθεῖς ὀπίσω τοῦ λεγομένου Χριστοῦ; καὶ πλανᾷς τὸν ἁπλοῦν λαόν, διὰ νὰ τὸν κάμῃς ὅμοιον μὲ τὸ λόγου σου; ὑβρίζεις δὲ καὶ τοὺς ἰδικούς μας μεγάλους θεούς;». Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἄνθιμος ἐγέλασε, βλέποντας καὶ τὰ τιμωρητικὰ ὄργανα προτεθέντα διὰ φοβερισμόν, καὶ διὰ τοὺς λόγους τοῦ τυράννου· καὶ λέγει πρὸς τὸν βασιλέα, «γίνωσκε ὦ βασιλεῦ, ὅτι δὲν ἤθελα σὲ ἀποκριθῶ παντελῶς εἰς αὐτὰ ὁποῦ με ἐρώτησας, ἀνίσως καὶ δὲν με ἐπαίδευθεν ὁ διδάσκαλός μου ὁ μακάριος Παῦλος, διδάσκων ἡμᾶς νὰ εἴμεσθεν ἕτοιμοι νὰ δίδωμεν λόγον εἰς κάθε ἄνθρωπον ὁποῦ μᾶς ἐρωτᾷ· καὶ πρὸ τούτου ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς Χριστός, λέγων ἡμῖν ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ Εὐαγγελίῳ· “ἐγὼ ὑμῖν δώσω στόμα, καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντιπεῖν πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν”· ἐγὼ βασιλεῦ πάντοτε σὲ ἐκατηγόρουσα διὰ τὴν τυφλότητα ὁποῦ ἔχεις, καὶ εἶσαι πλανεμένος κατὰ ἀλήθειαν, προσκυνῶν διὰ θεὸν ἄψυχα, καὶ ἀναίσθητα εἴδωλα· ἀκόμι καθὼς εἶπας, καὶ τοὺς ψευδοθεούς σου τοὺς ὕβρισα, καὶ τοὺς ὑβρίζω, ὅτι δὲν εἶναι θεοί, ἀλλὰ δαίμονας, ὁποῦ σᾶς πλανῶσιν· ὅμως τώρα ὁποῦ ἦλθα ἔμπροσθέν σου ἔχω νὰ σὲ κατηγορήσω φανερά, ἐπειδὴ καὶ ἤλπισας νὰ μὲ χωρίσῃς τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ μὲ κάμῃς παρόμοιον ἀναίσθητον μὲ τοῦ λόγου σου, νὰ προσκυνήσω ἀναισθήτους θεούς, καὶ νὰ
[p. 135]
καὶ νὰ ἀφίσω τὸν δημιουργόν μου Θεόν, ὁποῦ μὲ ἐτίμησε μὲ τὸ κατ’ εἰκόνα αὐτοῦ, καθὼς ἐπρόσταξε τὸ ἀχάριστον αὐτοῦ πλάσμα· διατὶ δέ με ἔφερες εἰς τὸ τυραννικόν σου βῆμα δεδεμένον ὡς κατάκριτον; καὶ ἔστησας ὅλα σου τὰ τιμωρητικὰ ὄργανα, νομίζοντας μὲ αὐτὸν τὸν σοφισμένον τρόπον νὰ μὲ φοβίσῃς, καὶ νὰ μὲ χωρίσῃς ἀπὸ τὸν Χριστόν μου; τὰ ὁποῖα αὐτὰ ἔπρεπέ σου νὰ τὰ κάμῃς εἰς ἄλλους μικροψύχους, καὶ δειλούς· τῶν ὁποίων ἡ ζωή, ἄλλο δὲν εἶναι, παρὰ ἡδονή, καὶ ἡ στέρησις τῆς ἡδονῆς, ἡ μεγαλητέρα τιμωρία· ἐγὼ δὲ καὶ τὸ ἴδιον μου σῶμα τὸ ἀποστρέφομαι, καὶ φαίνεται μοι πῶς εἶναι ἡ χαλεπωτάτη φυλακή· ἐπειδὴ δὲν με ἀφίνει τὴν ψυχὴν νὰ ὑπάγῃ μίαν ὥραν προλήτερα πρὸς τὸν ποθούμενόν μου Χριστόν· αἱ ἀπειλαὶ δέ σου· αἱ τιμωρίαι· οἱ τροχοί· τὰ ξίφη· τὸ πῦρ· καὶ τὰ λοιπὰ βάσανα εἰς τὸ λόγου μου φαίνονται, τὸ πλέον γλυκύτερον ἀπὸ ὅλα τοῦ κόσμου τὰ πράγματα, ὡσὰν ὁποῦ ἔχουσι ἀκόλουθον τὸν γλυκύ μου θάνατον, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐλπίζω νὰ ἀπολαύσω τὸν πλάστην μου Θεόν». Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ βασιλεὺς παρὰ θῦμαλγον κατὰ τὴν ἀρχιερωσύνην, καὶ ἄθλησιν Ἀνθίμου· εἶπε πρὸς αὐτόν· «μεγάλη φλυαρία αὐτά· ἀλλὰ θάρρος ἤδη τώρα (ψιθυρίζων καθ’ ἑαυτὸν εἶπε) καὶ προστάζω εὐθὺς νὰ τὸν λιθοβολήσουν». Ὁ δὲ ἀδαμάντινος καὶ καρτερικὸς Ἄνθιμος, μὲ μεγάλην χαράν του, καὶ πραότητα ἐδέχτο τὰς ἐκείνων λίθων πληγάς, ὡς ἀπαρχὴν τῶν ἄλλων· καὶ ὄχι μόνον ἐχαίρετο λιθοβολούμενος, ἀλλ’ αἴτει παρισσοτέρας πληγάς· θέλωντας νὰ ἀπολαύσῃ τοὺς οὐρανίους μισθούς, καὶ τὰ στέφανα
[p. 136]
ἰσάριθμα μὲ τὰς πληγάς· καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμνεν ὁ ἅγιος, περισσότερον διὰ νὰ ἐξάψῃ τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως, νὰ τοῦ δώσῃ ἀλγεινοτέρας, καὶ μείζονας κολάσεις· φάσκων δὲ ἔκραζε, «θεοὶ οἳ τὸν οὐρανόν, καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν ἀπολέσθωσαν». Τὸ ὁποῖον αὐτὸ ἐσπήλωσε τὴν μιαρὰν ψυχὴν τοῦ Μαξιμιανοῦ, καὶ εὐθὺς προστάζει νὰ τρυπήσουν τοὺς ἀστραγάλους τοῦ μάρτυρος μὲ παρόνια σιδηρένια πεπυρωμένα· τόσην δὲ χαρὰν ἔλαβεν ἡ ψυχὴ τοῦ μάρτυρος ἀφ’ οὗ τοῦ ἐτρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους, ὥστε ὁποῦ ἤρξατο νὰ εὐχαριστῇ τὸν βασιλέα διὰ τὴν καλωσύνην ὁποῦ τοῦ προεξένησε μὲ αὐτὴν τὴν γλυκυτάτην βάσανον. Βλέπωντας δὲ ὁ τύραννος τὸν μάρτυρα ἀλαπτόντον, ἐβουλήθη νὰ τὸν νικήσῃ μὲ ἄλλας χαλεπωτέρας τιμωρίας· καὶ προστάζει νὰ στρώσουν τὸ ἔδαφος μὲ ὄστρακον, ἤγουν λεπτά κεραμίδια, καὶ νὰ ἁπλώσουν τὸν ἅγιον ἐπάνω, καὶ νὰ τὸν δέρνουν μὲ ῥαβδία, διὰ νὰ αἰσθάνηται διπλῆν τὸν φόνον, ἄνωθεν ἀπὸ τὴν βίαν τῶν ῥάβδων, κάτωθεν δὲ ἀπὸ τὸ ὄστρακον· ὁ δὲ μέγας Ἄνθιμος ἐφαίνετο ὡς λίθος ἀταπείνωτος· μὲ αἰσθανόμενος δὲ τοὺς φόνους, ἔψωσε φωνὴν εὐχαριστίας λέγων· «εὐχαριστῶ σοι Δέσποτα, καὶ βασιλεῦ τῶν αἰώνων, ὅτι περιέζωσάς με δύναμιν ἐξ ὕψους, καὶ τοὺς ἐχθρούς μου ἔδωκάς μοι νῶτον, καὶ τοὺς μισοῦντάς με ἐξωλόθρευσας· καὶ συνεπτόδισας πάντας εἰς βασανιζομένους ἐπ’ ἐμὲ ὑποκάτω μου». Ἀφ’ οὗ δὲ ἀστοχάσθη ὁ Μαξιμιανὸς πῶς δὲν τὸν ἐνίκησε οὐδὲ μὲ αὐτὴν τὴν βάσανον· προστάζει νὰ πυρώσουν ὑποδήματα ἐκ σιδήρου, καὶ νὰ τὰ βάλουν εἰς τοὺς πόδας τοῦ μάρτυρος· τοῦ ὁποίου ἡ προσταγὴ εὐθὺς ἔργον ἔγινεν· ἀλλ’ εἰς οὐδὲν αἱ ἐπίνοιαι αὐτοῦ
[p. 137]
αὐτοῦ ἐλογιάσθησαν, ἐπειδὴ θεία δρόσος ἄνωθεν καταβοῦσα, κατεδρόσισε μᾶλλον, παρὰ ὁποῦ ἔφλεγε τοὺς μαρτυρικοὺς ἐκείνους ἁγίους πόδας· μετὰ δὲ τὴν δρόσον ἠκούσθη φωνὴ μακαρίζουσα τὸν ἀθλητήν, καὶ τάζουσα τοὺς οὐρανίους στεφάνους αὐτῷ· ὅθεν ὁ μάρτυς περιχαρὴς γενόμενος, ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ ἤρξατο νὰ χαμογελᾷ, φανερώνωντας μὲ τὸ τοιοῦτον σχῆμα τὴν τῆς ψυχῆς ἀγαλλίασιν· ταῦτα οὖν βλέπωντας ὁ Μαξιμιανὸς ἐξεπλήττετο, ὅμως μὴ ἔχοντας τί νὰ κάμῃ, ὡς ἀπορωμένος τὴν καρδίαν, μαγδὰν ἐπῆρε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐρώτησε νὰ μάθῃ διὰ ποίαν αἰτίαν ἐχαμογέλασε· πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπεκρίθη ὁ ἅγιος, «χρησάμοι τὰ προοίμια ὦ βασιλεῦ τῆς ἀθλήσεως, καὶ ἀπολαβὴ τῶν μελλόντων ἡ Εὐαγγελία· θέλω δώσει ἄγαλλιν ταχέως ἀγαλλόμενον, τοὺς δὲ ἰσχυρούς σου θεοὺς θέλω τοὺς παραστήσω διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ μου ἀσθενεστέρους πάσης ἀνθρωπίνης δυνάμεως, ὥστε ὁποῦ νὰ μετανοήσῃς διατὶ δὲν με ἐθανάτωσεις μίαν ὥραν προλήτερα». Μεγάλως δὲ θυμωθεὶς ὁ βασιλεὺς εἰς τοὺς τοιούτους λόγους, προστάζει νὰ τὸν δέσουν ἐπάνω εἰς ἕνα τροχόν, καὶ νὰ τὸν γυρίζουν μὲ βίαν, καὶ νὰ ἀνάπτουν ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸν τροχὸν λαμπάδας, ὥστε ὁποῦ νὰ κατακαῇ αἱ σάρκες του· ποιήσαντες δὲ οἱ δήμιοι μετὰ προθυμίας τὴν προσταγὴν τοῦ βασιλέως, εὐθὺς ὁποῦ ἦλθασιν οἱ δήμιοι πλησίον τοῦ τροχοῦ, γυρίζοντας αὐτὸν μὲ θυμόν, ἐστάθη ὁ τροχός, (ὢ τῆς θαυμαστῆς σου Χριστὲ Βασιλεῦ δυνάμεως) οἱ δὲ γυρίζοντας ἅπασαν κατάγης ὡσὰν νεκροί· ὁμοίως καὶ αἱ λαμπάδες [p. 138]
πεσλοῦσαν ἄσβεσταν· βλέποντας δὲ ταῦτα ὁ μαξιμιανὸς ἐθυμώθη περισσότερον παρὰ πρότερον, καὶ μὲ μεγάλην ὀργὴν ἐκατηγόρει τοὺς δημίους ὡς τάχα ἀμελεῖς εἰς τὴν βασιλικὴν προσταγήν· καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτούς, διατί ἤλθατε εἰς τόσην ἀμέλειαν, ὥστε νὰ προτιμήσετε πε- ρισσότερον τὸν ἐχθρὸν τῶν ἀθανάτων θεῶν, καὶ ἐμοῦ, καὶ νὰ τοῦ κάμετε τόσην χάριν, νὰ μὴν τὸν τιμωρήσητε καθὼς ἐγὼ ἐπρόσταξα; ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ στρατιῶται μετὰ μεγάλης φωνῆς· μὴ γένοιτο ὦ βασιλεῦ νὰ φανῶμεν ἡμεῖς καταφρονηταὶ τῆς βασιλικῆς σου προσταγῆς, οὐδὲ κάμνοντας χάριν ἐρρίψαμεν τὰς λαμπάδας· ἀλλὰ κάποια ὄψις φοβερὰ φανεῖσα πρὸς ἡμᾶς, μᾶς ἔκαμε νὰ τρομάξωμεν, καὶ νὰ πέσωμεν κατὰ γῆς ὡς νεκροί· εἴδομεν γὰρ τρεῖς ἄνδρας λευκοὺς ὡς χιόνα, καὶ φοβεροὺς κατὰ τὸ σχῆμα, οἱ ὁποῖοι φοβερῶς, καὶ μὲ ὀργὴν βλέψαντες ἡμᾶς, ἐπρόσταξαν νὰ μὴν ἀγγίξωμεν τοῦ ἀνθίμου, δοῦλον θεοῦ ὀνομάζοντες αὐτόν· ἡμεῖς δὲ ἀπὸ τὸν πολύ μας φόβον ἐναρκώθημεν, καὶ ἤμεσθαν μισοαποθαμένοι, καὶ ἀναναίστητοι καθὼς μᾶς βλέπεις· ταῦτα ἀκούσας ὁ μαξιμιανός, καὶ θέλωντας νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα, ἔλεγε πῶς αὐτὰ ὁποῦ λέγουν οἱ στρατιῶται, θὰ λέγουν ψεύματα, καὶ ἐξ ἀμελείας τους· ὅθεν ἐπρόσταξε νὰ καταβάσουν τὸν ἅγιον ἀπὸ τὸν τροχόν, καὶ νὰ τὸν φέρουν εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης νὰ τοῦ δώσουν τὸν διὰ ξίφους θάνατον· ἀκούσας δὲ τοῦτο ὁ ἱερὸς ἄνθιμος, καὶ ὅλος χαρᾶς πλησθείς, ὕψωσε τὰς χεῖράς του πρὸς τὸν θεόν, ταῦτα εὐχόμενος ἐξ ὅλης καρδίας, νὰ ἀποκατασταθῇ εἰς τὸν χορὸν τῶν ἁγίων
[p. 139]
δισμυρίων μαρτύρων· ὥστε νὰ ᾖναι δυνατὸς νὰ λέγῃ πρὸς θεόν, ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία, ἅμοι ἔδωκεν ὁ θεός· βλέπωντάς τον δὲ ὁ βασιλεὺς πῶς ἐχαίρετο διατὶ ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, ἐπρόσταξε νὰ τὸν δέσουν μὲ ἁλύσεις, καὶ νὰ τὸν βάλουν εἰς φυλακήν, διὰ νὰ τοῦ δώσῃ ἀκόμι πε- ρισσοτέρας τιμωρίας· φέρνοντας δὲ οἱ στρατιῶται τὸν ἅγιον σιδηροδέσμιον εἰς τὴν φυλακήν, ἐφάνη φῶς ὑπὲρ τὸν ἥλιον ὁποῦ περιεκύκλωσε τὸν ἅγιον· οἵτινες ἀπὸ τοῦ φόβου αὐτῶν ἔπεσον πρηνεῖς εἰς τὴν γῆν, τοὺς ὁποίους ἀναστήσας ὁ ἅγιος, τοὺς ἐπαρακίνησε νὰ πη- γαίνουν τὴν στράταν τους· φθάσαντες δὲ εἰς τὸ δεσμωτήριον ἐμβῆκε χαίρων, ὡσὰν νὰ ἐπήγαιναν εἰς ξεφάντωμα· ἐμβαίνωντας δὲ ἄρχισε καὶ ἐδίδασκε τόσους ὅσους εὕρηκεν ἐκεῖ φυλακωμένους, οἱ ὁποῖοι ὡς γῆ ἀγαθὴ δεχθέντες τὸν σπόρον τῆς πίστεως, ἐπίστευσαν εἰς χριστόν, οὓς καὶ ἐβάπτισε μέσα εἰς τὴν φυλακήν· μαθὼν δὲ ταῦτα ὁ μαξιμιανός, καὶ φοβηθεὶς μήπως καὶ πιστεύ- σουν καὶ ἄλλοι εἰς χριστόν, ἐπρόσταξε νὰ τὸν φέρουν πάλιν εἰς τὸ κριτήριον· τὸν ὁποῖον εὐθὺς ὁποῦ τὸν εἶδε, ἔκαμεν ἀρχὴν νὰ τὸν παρακινῇ διὰ νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα, καὶ τοῦ ὑπέσχετο μεθ’ ὅρκου νὰ τὸν κάμῃ ἀρχιερέα τῶν εἰδώλων· τὸ ὁποῖον ἀκούσας ὁ μέγας ἄνθιμος, γελάσας εἶπεν, ἐγὼ εἶμαι ἀρχιερεὺς τοῦ μεγάλου θεοῦ ζῶντος, ὅστις ἐποίησε τὸν οὐρανόν, καὶ τὴν γῆν, καὶ νὰ γίνω ἱερεὺς τῶν σκοτεινῶν σου ἀναθη- των ὡσὰν καὶ ἐσένα θεῶν, οὐδὲ νὰ τὸ ἀκούσω τὸ καταδέχομαι· ὀργίσας δὲ τῷ θυμῷ ὁ μανιώδης μαξιμιανός, ἐπρόσταξε μὲ θυμὸν πολύν, νὰ τὸν
[p. 140]
ἀποκεφαλίσουν· φέρνοντάς τον δὲ εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης, ἔκοψαν τὴν ἁγίαν του κεφαλὴν τῇ γ΄ τοῦ σεπτεμβρίου μηνός· τινὲς δὲ τῶν πιστῶν ἐλθόντες τὴν νύκτα ἔλαβον τὸ ἅγιόν του σῶμα, καὶ τὸ ἐντα- φίασαν ἐκεῖ πλησίον τοῦ τόπου τῆς καταδίκης διὰ τὸν φόβον τοῦ τυράννου, δοξάζοντας τὸν ἐν τριάδι ἕνα θεόν· ᾧ πρέπει δόξα, καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἀμήν.
Ακολουθεί η απόδοση του παραπάνω πρωτότυπου κειμένου στην δημοτική γλώσσα:
[Σελίδα 128]
3 Σεπτεμβρίου. Το μαρτύριο του αγίου ιερομάρτυρα Ανθίμου, Επισκόπου Νικομηδείας.
Ποιος άραγε είναι εκείνος που δεν γνωρίζει τη μεγαλόπολη Νικομήδεια, ότι είναι η μητρόπολη της Βιθυνίας και έχει μεγάλη διαφορά ως προς το μέγεθος και τη λαμπρότητα από τις άλλες πόλεις; Όλοι τη γνωρίζουν, όμως για κανέναν από αυτούς τους λόγους δεν είναι τόσο άξια να θαυμάζεται, όσο για το ότι άνθισε από αυτήν, όχι μόνο το άνθος των αρετών, ο μέγας αυτός Άνθιμος. Ο οποίος, ακόμη από τότε που ήταν νήπιο, έλαμπε πάνω του κάθε χάρη των χρηστών ηθών και έδειχνε με αυτά τι είδους άνθρωπος έμελλε να γίνει στη συνέχεια. Μπαίνοντας δε στην ηλικία των εφήβων, φάνηκε όμοιος στη σύνεση και, για να πω με συντομία, ένας τύπος αρετής για όλους της ίδιας ηλικίας. Καθώς επίσης όταν μεγάλωσε και συγκαταλέχθηκε στους τέλειους άνδρες, κατόρθωσε όλες τις αρετές που αναλογούν σε αυτή την ηλικία: νίκησε την κοιλία μέσω της νηστείας, τον θυμό και κάθε σαρκική επιθυμία, ενώ τις υπόλοιπες ματαιότητες του κόσμου τις καταφρόνησε ως ανωφελείς και ζημιογόνες για την ψυχή. Όλος δε ο χρόνος αυτής της ηλικίας του διατέθηκε, άλλος μεν στην προσευχή και άλλος στη διαρκή μελέτη της Θείας Γραφής. Όλη του η μέριμνα ήταν η επίτευξη της αγάπης, επειδή, γνωρίζοντάς την ως μητέρα όλων των αρετών, έλαμψε με μεγάλη φιλοπονία σαν ένας καθρέφτης της αγάπης και έδινε σε όλους τη δυνατότητα να βλέπουν πάνω του όλες τις αρετές που
[Σελίδα 129]
γεννιούνται από την αγάπη, οι οποίες είναι οι εξής: η ελεημοσύνη, η ευσπλαχνία, η συμπάθεια, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η ανεξικακία και, το μεγαλύτερο απ' όλα, το να θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι μέσω της διδασκαλίας του. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να μένει πλέον κρυμμένος ένας τέτοιος θησαυρός· αλλά, επειδή η φήμη του και η ενάρετη ζωή του λαμπρύνθηκαν από τις ακτίνες των αρετών του, έφτασαν μέχρι και στον αρχιερέα. Από αυτά παρακινήθηκε ο αρχιερέας να τον αναγκάσει, ακόμα και χωρίς να το θέλει ο ίδιος, για να τον ανεβάσει στον υψηλό βαθμό της ιεροσύνης, στον οποίο και ανέβηκε· όχι σήμερα λαϊκός και αύριο αναγνώστης, υποδιάκονος, διάκονος και έπειτα ιερέας, αλλά σύμφωνα με την αρχαία ευαγγελική τάξη, τόσο ως προς την ηλικία όσο και ως προς τη μάθηση των Ιερών Γραμμάτων και τον καθορισμένο χρόνο της χειροτονίας. Αφού πέρασε από όλες τις τάξεις της ιεροσύνης, ανέβηκε στην καθέδρα των πρεσβυτέρων στον αμόλυντο Θεό του, παρόλο που από την άκρα του ταπεινοφροσύνη το απέφευγε αυτό και προτιμούσε τον ιδιωτικό βίο, για να μπορεί με ευκολία να ασκεί την αρετή. Αφότου όμως χειροτονήθηκε ιερέας, δεν πέρασε πολύς καιρός και πλήρωσε το κοινό χρέος [πέθανε] ο Επίσκοπος Νικομηδείας· έτσι έμεινε η επισκοπή χηρεύουσα από τον καλό ποιμένα και τον αναζητούσε. Μη υποφέροντας δε οι πρόκριτοι των Νικομηδέων, και μάλιστα όλοι οι εκκλησιαστικοί, να βλέπουν την εκκλησία τους στερημένη από αρχιερέα, συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί και ψήφισαν να εμπιστευτούν την επισκοπή στον Άνθιμο, ως άνδρα ενάρετο και άξιο να τους ποιμάνει αγγελικά. Όθεν
[Σελίδα 130]
δεν θεώρησαν εύλογο να κάνουν αυτή την επιλογή μόνοι τους, αλλά θέλησαν να καταλάβουν αν αυτό αρέσει και στη θεία πρόνοια. Ερχόμενοι λοιπόν όλοι στην εκκλησία, παρακαλούσαν τον Θεό να τους φανερώσει αν εκείνος που φάνηκε σε αυτούς άξιος να γίνει αρχιερέας τους, είναι ευπρόσδεκτος και στον ίδιο τον Θεό. Και αμέσως φάνηκε στην εκκλησία φως πολύ και θαυμαστό, και ακούστηκε φωνή από ψηλά που επιβεβαίωνε την επιλογή τους και επικύρωνε τον θρόνο της αρχιερωσύνης στον ιερό Άνθιμο. Γι' αυτό, γεμάτοι αμέσως από χαρά, τον ανέβασαν στον θρόνο και του εμπιστεύτηκαν όλη την ευταξία της εκκλησίας. Καί, για να το πω καλύτερα, νωρίτερα από αυτούς τον είχα χαριτώσει ο Θεός που γνωρίζει τα κρυφά, διότι γνώριζε ότι έμελλε να αναδειχθεί ένας δεύτερος Παύλος, ο οποίος θα βαστούσε το όνομά Του ενώπιον βασιλέων και τυράννων, όπως θα φανερώσει στη συνέχεια ο λόγος. Και το ότι στάθηκε πράγματι δεύτερος Παύλος ζηλωτής στο να επιστρέψει όλους τους ειδωλολάτρες στην πίστη του Χριστού, δεν φέρνω άλλον κανέναν για να το φανερώσει, παρά εκείνον τον αξιάπαινο άνδρα Ινδή και τη μεγάλη Δόμνα· οι οποίοι, αφού κατηχήθηκαν με τη διδασκαλία του θαυμαστού Ανθίμου, άφησαν και την προσκύνηση των αψύχων ειδώλων και την οικειότητα του ευσέβαστου Βασιλιά, και προσέτρεξαν στην πίστη του Χριστού, βαπτισθέντες από τον καλό ποιμένα. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και ο Γλυκέριος, ο Θεόφιλος, ο Μυγδόνιος, ο Πέτρος και ο καρτερικότατος Ζήνων, οι οποίοι όχι μόνο πίστεψαν στον Χριστό, αλλά έλαβαν και το στεφάνι του μαρτυρίου.
[Σελίδα 131]
Ακόμη και οι είκοσι χιλιάδες μάρτυρες που κάηκαν μέσα στον ναό στη Νικομήδεια, μήπως δεν παρακινήθηκαν στην ορθόδοξη πίστη και στο μαρτύριο από τον ιερό Άνθιμο; Μαζί με άλλους αναρίθμητους. Και τι να λέω για άλλους που τους παρακίνησε να χύσουν το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού, όταν ο ίδιος δεν ανέχτηκε να μείνει κατώτερος από αυτούς; Εκείνη την εποχή, όταν βασίλευε ο μισόχριστος Μαξιμιανός, έγινε ο βαρύτατος και φρικωδέστατος διωγμός κατά των Χριστιανών. Και άλλοι μεν θανατώνονταν με διάφορα σκληρά βασανιστήρια και πρωτοφανείς θανάτους, άλλοι δε έφευγαν στα βουνά και στις ερήμους, επειδή δεν άντεχαν τα βασανιστήρια, ενώ άλλοι πάλι, από δειλία, αρνούνταν το όνομα του Χριστού. Το δε ευωδιαστό άνθος της ευσέβειας, ο Άνθιμος, δεν ήταν δυνατόν να τον αφήσει η αρετή του και ο ζήλος που είχε να παραμένει κρυμμένος, αλλά φανερώθηκε και αυτός σε εκείνους που έκαναν σχολαστικές έρευνες για να βρίσκουν τους Χριστιανούς. Καθώς βρισκόταν σε ένα χωριό που ονομαζόταν Σημάνη, κήρυττε το όνομα του Χριστού και παρακινούσε τους Χριστιανούς να υπομένουν τον υπέρ Χριστού θάνατο. Μαθαίνοντας αυτό ο μιαρός Μαξιμιανός, έστειλε είκοσι ιππείς στο εν λόγω χωριό για να συλλάβουν τον Επίσκοπο Άνθιμο και να τον φέρουν μπροστά του αλυσοδεμένο. Φτάνοντας οι στρατιώτες στο χωριό Σημάνη, την ώρα που έμπαιναν μέσα στο χωριό, συνάντησαν τον άγιο. Καθώς δεν τον γνώριζαν, τον ρώτησαν για τον Άνθιμο και τον παρακάλεσαν να
[Σελίδα 132]
τους τον δείξει. Εκείνος, αφού τους υποδέχτηκε με χαρά, τους προσκάλεσε στο σπίτι του λέγοντάς τους: «Ελάτε στο σπίτι μου να φάτε λίγο ψωμί και να αναπαυθείτε που είστε ταλαιπωρημένοι από τον δρόμο, και ύστερα εγώ θα σας τον δείξω». Ακολούθησαν λοιπόν οι στρατιώτες πίσω από αυτόν που αναζητούσαν και, αφού ήρθαν στην οικία, κάθισαν. Ο δε μεγαλόψυχος και γενναίος στρατιώτης του επουράνιου Χριστού αμέσως έβαλε τραπέζι μπροστά τους και τους φιλοξένησε με τόση αγάπη, σαν να τους είχε φίλους από πολύ καιρό. Η τράπεζα αυτή όμως ήταν πολύ φτωχική, διότι αυτός προσέφερε φτωχικό ψωμί, κουκιά και νερό. Αφού τους φιλοξένησε και σήκωσε το τραπέζι από τη μέση, στάθηκε μπροστά τους με στάση ταπεινή και σεβάσμια και τους είπε: «Εγώ είμαι ο Άνθιμος, ο ταπεινός Επίσκοπος Νικομηδείας που ζητάτε, απεσταλμένοι όντες από τον βασιλιά Μαξιμιανό». Ακούγοντας αυτό απρόσμενα οι στρατιώτες και βλέποντας τη γενναιότητα και τη σεμνότητα του ανδρός, εξεπλάγησαν και έμειναν για πολλή ώρα άφωνοι. Έπειτα, όταν συνήλθαν, του είπαν: «Εμείς, ω σεβασμιότατε των ανθρώπων, παρόλο που ο βασιλιάς μας έστειλε για να σε συλλάβουμε, εντούτοις δεν θα το κάνουμε αυτό, διότι σε βλέπουμε άνδρα ενάρετο και το θεωρούμε αμαρτία να προδώσουμε το ψωμί με το οποίο μας φιλοξένησες. Διότι εμείς γνωρίζουμε ότι αν σε πάμε στον βασιλιά, θα είναι για κακό σου, επειδή σε ζητάει για να σε τιμωρήσει. Εμείς απλώς θα πάμε στον
[Σελίδα 133]
βασιλιά και θα πούμε ότι αφού περπατήσαμε και ψάξαμε σε όλη τη Νικομήδεια και σε όλα τα χωριά, δεν μπορέσαμε να βρούμε τον Άνθιμο· εσύ πήγαινε όπου θέλεις και κρύψου». Αλλά ο δάσκαλος της αληθείας και τηρητής του Ευαγγελίου δεν καταδέχτηκε να ακούσει αυτά τα λόγια, θεωρώντας μεγάλη αμαρτία να πουν ψέματα εξαιτίας του οι άνθρωποι, και μάλιστα τη στιγμή που διψούσε για τον υπέρ Χριστού θάνατο. Έτσι, ξεκίνησε μαζί τους για τη Νικομήδεια. Σε όλη τη διαδρομή τους νουθετούσε και τους δίδασκε την πίστη του Χριστού, προετοιμάζοντάς τους να δεχτούν τον σπόρο της πίστεως, ώστε ζητούσαν από μόνοι τους το άγιο βάπτισμα. Όταν δε έφτασαν σε έναν ποταμό που βρέθηκε στον δρόμο τους, τον πίεσαν να τους βαπτίσει. Στάθηκε εκεί ο άγιος και, διαβάζοντας τις ευχές της βαπτίσεως, τους βάπτισε στον ποταμό. Έπειτα συνέχισαν την πορεία τους και έφτασαν στη Νικομήδεια. Ο άγιος τους είπε να του δέσουν τα χέρια πίσω και να τον φέρουν μπροστά στον βασιλιά ως κακούργο εξαιτίας της πίστης του. Όταν έμαθε ο βασιλιάς ότι ήρθαν οι στρατιώτες φέρνοντας μαζί τους τον Άνθιμο, θέλησε με ένα τέχνασμα να κάνει τον Άνθιμο να φοβηθεί εξ αρχής και να υποταχθεί στην προσταγή του βασιλιά, προσκυνώντας τα είδωλα. Το τέχνασμα αυτό ήταν το εξής: προσέταξε να φέρουν μπροστά στο βασιλικό βήμα όλα τα όργανα βασανισμού, για να τα δει και να φοβηθεί, όπως υπολόγιζε ο παραφρονήμενος Μαξιμιανός. Έπειτα προσέταξε να φέρουν μπροστά του τον Άνθιμο δεμένο όπως ήταν.
[Σελίδα 134]
Εκείνος, μόλις ήρθε στη βασιλική εκείνη αυλή, είχε τον νοῦ του όλο προσηλωμένο στον Θεό, από τον οποίο ήλπιζε και τη βοήθεια. Μόλις τον είδε ο βασιλιάς, τον προσκάλεσε να έρθει κοντά του και του λέει: «Εσύ είσαι ο πλανεμένος Άνθιμος που ακολουθείς πίσω από τον λεγόμενο Χριστό; Και πλανάς τον απλό λαό για να τον κάνεις όμοιο με εσένα; Υβρίζεις δε και τους δικούς μας μεγάλους θεούς;». Ακούγοντας αυτά ο Άνθιμος γέλασε, βλέποντας και τα όργανα βασανισμού που είχαν τοποθετηθεί για εκφοβισμό, αλλά και εξαιτίας των λόγων του τυράννου. Και λέει προς τον βασιλιά: «Γνώριζε, ω βασιλιά, ότι δεν θα σου απαντούσα καθόλου σε αυτά που με ρώτησες, αν δεν με είχε διδάξει ο δάσκαλός μου ο μακάριος Παύλος, που μας διδάσκει να είμαστε έτοιμοι να δίνουμε λόγο σε κάθε άνθρωπο που μας ερωτά· και πριν από αυτόν ο γλυκύς Ιησούς Χριστός, λέγοντάς μας στο Άγιο Ευαγγέλιό Του: “Εγώ θα σας δώσω στόμα και σοφία, στην οποία δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν ή να αντιμιλήσουν όλοι οι εναντίοι σας”. Εγώ, βασιλιά, πάντοτε σε κατηγορούσα για την τυφλότητα που έχεις, διότι είσαι πράγματι πλανεμένος προσκυνώντας ως θεούς άψυχα και αναίσθητα είδωλα. Ακόμη, όπως είπες, και τους ψευδοθεούς σου τους ύβρισα και τους υβρίζω, διότι δεν είναι θεοί αλλά δαίμονες που σας πλανούν. Όμως τώρα που ήρθα μπροστά σου, έχω να σε κατηγορήσω φανερά, επειδή ήλπισες να με χωρίσεις από την αγάπη του Χριστού και να με κάνεις αναίσθητο όμοιο με εσένα, ώστε να προσκυνήσω αναίσθητους θεούς και να
[Σελίδα 135]
αφήσω τον Δημιουργό μου Θεό, που με τίμησε με το κατ' εικόνα Του, όπως προσέταξε το αχάριστο πλάσμα Του; Γιατί με έφερες στο τυραννικό σου βήμα δεμένο σαν κατάδικο; Και έστησες όλα σου τα όργανα βασανισμού, νομίζοντας με αυτόν τον σοφιστικεύσιμο τρόπο να με φοβίσεις και να με χωρίσεις από τον Χριστό μου; Αυτά έπρεπε να τα κάνεις σε άλλους μικρόψυχους και δειλούς, των οποίων η ζωή δεν είναι άλλο παρά ηδονή, και η στέρηση της ηδονής είναι η μεγαλύτερη τιμωρία. Εγώ δε και το ίδιο μου το σώμα το αποστρέφομαι και μου φαίνεται πως είναι η χειρότερη φυλακή, επειδή δεν αφήνει την ψυχή να πάει μια ώρα νωρίτερα προς τον ποθούμενο Χριστό μου. Οι απειλές σου, οι τιμωρίες, οι τροχοί, τα ξίφη, η φωτιά και τα υπόλοιπα βάσανα φαίνονται σε εμένα το πιο γλυκό πράγμα από όλα στον κόσμο, καθώς έχουν ως επακόλουθο τον γλυκό μου θάνατο, ύστερα από τον οποίο ελπίζω να απολαύσω τον Πλάστη μου Θεό». Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς, γεμάτος θυμό κατά της αρχιερωσύνης και του αθλήματος του Ανθίμου, είπε προς αυτόν: «Μεγάλη φλυαρία είναι αυτά! Αλλά θάρρος τώρα (ψιθυρίζοντας καθ' εαυτόν είπε) και προστάζω αμέσως να τον λιθοβολήσουν». Ο δε αδαμάντινος και καρτερικός Άνθιμος, με μεγάλη του χαρά και πραότητα δεχόταν τα χτυπήματα εκείνων των λίθων ως απαρχή των άλλων [βασάνων]. Και όχι μόνο χαιρόταν λιθοβολούμενος, αλλά ζητούσε περισσότερα χτυπήματα, θέλοντας να απολαύσει τους ουράνιους μισθούς και τα στεφάνια
[Σελίδα 136]
ισάριθμα με τα χτυπήματα. Και αυτό το έκανε ο άγιος, περισσότερο για να εξάψει τον θυμό του βασιλιά, ώστε να του δώσει αλγεινότερες και μεγαλύτερες κολάσεις. Φωνάζοντας δε, έκραζε: «Οι θεοί που δεν έφτιαξαν τον ουρανό και τη γη, ας χαθούν!». Αυτό εξόργισε τη μιαρή ψυχή του Μαξιμιανού και αμέσως προστάζει να τρυπήσουν τους αστραγάλους του μάρτυρα με πυρακτωμένα σιδερένια σουβλιά. Τόση δε χαρά έλαβε η ψυχή του μάρτυρα μόλις του έτρυπησαν τους αστραγάλους, ώστε άρχισε να ευχαριστεί τον βασιλιά για την καλωσύνη που του προξένησε με αυτό το γλυκύτατο βασανιστήριο. Βλέποντας ο τύραννος τον μάρτυρα ακατάβλητο, βουλήθηκε να τον νικήσει με άλλες σκληρότερες τιμωρίες: προστάζει να στρώσουν το έδαφος με όστρακα (δηλαδή λεπτά κεραμίδια), να απλώσουν τον άγιο πάνω σε αυτά και να τον δέρνουν με ραβδιά, για να αισθάνεται διπλό τον πόνο: από πάνω από τη βία των ράβδων και από κάτω από τα όστρακα. Ο δε μέγας Άνθιμος φαινόταν σαν αταπείνωτος βράχος· μη αισθανόμενος τους δαρμούς, ύψωσε φωνή ευχαριστίας λέγοντας: «Σε ευχαριστώ, Δέσποτα και βασιλιά των αιώνων, διότι με έζωσες με δύναμη από ψηλά, έτρεψες τους εχθρούς μου σε φυγή και εξολόθρευσες αυτούς που με μισούν· και συνέτριψες όλους όσους βασανιστικά επιτίθενται εναντίον μου». Αφού δε αναλογίστηκε ο Μαξιμιανός ότι δεν τον νίκησε ούτε με αυτό το βασανιστήριο, προστάζει να πυρώσουν σιδερένια υποδήματα και να τα φορέσουν στα πόδια του μάρτυρα. Η προσταγή του έγινε αμέσως έργο, αλλά σε τίποτα δεν ωφέλησαν οι επινοήσεις του,
[Σελίδα 137]
διότι θεία δρόσος κατέβηκε από ψηλά και δρόσισε, παρά έφλεγε, εκείνα τα μαρτυρικά άγια πόδια. Μετά δε τη δρόσο ακούστηκε φωνή που μακάριζε τον αθλητή και του υποσχόταν τα ουράνια στεφάνια. Όθεν ο μάρτυρας, γενόμενος περίχαρτος, έλαμψε στο πρόσωπο και άρχισε να χαμογελά, φανερώνοντας με αυτή τη στάση την αγαλλίαση της ψυχής του. Βλέποντας λοιπόν αυτά ο Μαξιμιανός εκπλησσόταν· όμως, μη έχοντας τι να κάνει, ως απορημένος στην καρδιά, θεώρησε το πράγμα μαγεία και ρώτησε να μάθει για ποια αιτία χαμογέλασε. Προς τον οποίο απεκρίθη ο άγιος: «Έλαβα τα προοίμια της αθλήσεως, ω βασιλιά, και η υπόσχεση των μελλόντων είναι η χαρμόσυνη είδηση. Θέλω να σου δώσω γρήγορα μεγάλη αγαλλίαση, τους δε ισχυρούς σου θεούς θέλω να τους παραστήσω μέσω της δυνάμεως του Θεού μου ασθενέστερους από κάθε ανθρώπινη δύναμη, ώστε να μετανοήσεις που δεν με θανάτωσες μια ώρα νωρίτερα». Θυμωθείς δὲ μεγάλως ο βασιλιάς από τέτοια λόγια, προστάζει να τον δέσουν πάνω σε έναν τροχό, να τον γυρίζουν με βία και να ανάβουν κάτω από τον τροχό λαμπάδες, ώστε να κατακαούν οι σάρκες του. Αφού δε οι δήμιοι εκτέλεσαν με προθυμία την προσταγή του βασιλιά, αμέσως μόλις ήρθαν οι δήμιοι πλησίον του τροχού γυρίζοντάς τον με θυμό, στάθηκε ο τροχός (ω της θαυμαστής σου δυνάμεως, Χριστέ Βασιλιά!) και οι βασανιστές έπεσαν κάτω στη γη σαν νεκροί. Παρομοίως και οι λαμπάδες
[Σελίδα 138]
έσβησαν αμέσως. Βλέποντας αυτά ο Μαξιμιανός εξοργίστηκε περισσότερο από πριν και με μεγάλη οργή κατηγορούσε τους δημίους ως τάχα αμελείς προς τη βασιλική προσταγή. Και έλεγε προς αυτούς: «Γιατί πέσατε σε τόση αμέλεια, ώστε να προτιμήσετε περισσότερο τον εχθρό των αθάνατων θεών και εμού, και να του κάνετε τόση χάρη, να μην τον τιμωρήσετε όπως εγώ προσέταξα;». Απεκρίθηκαν δε οι στρατιώτες με μεγάλη φωνή: «Μη γένοιτο, ω βασιλιά, να φανούμε εμείς καταφρονητές της βασιλικής σου προσταγής, ούτε κάνοντας χάρη πετάξαμε τις λαμπάδες! Αλλά κάποια όψη φοβερή που παρουσιάστηκε σε εμάς, μας έκανε να τρομάξουμε και να πέσουμε κάτω στη γη σαν νεκροί. Διότι είδαμε τρεις άνδρες λευκούς σαν χιόνι και φοβερούς στη μορφή, οι οποίοι βλέποντάς μας φοβερά και με οργή, μας προσέταξαν να μην αγγίξουμε τον Άνθιμο, ονομάζοντάς τον δούλο του Θεού. Εμείς δε από τον πολύ μας φόβο ναρκωθήκαμε και ήμασταν μισοπεθαμένοι και αναισθητοποιημένοι, όπως μας βλέπεις». Ακούγοντας αυτά ο Μαξιμιανός και θέλοντας να διορθώσει το πράγμα, έλεγε πως αυτά που λέγουν οι στρατιώτες είναι ψέματα και από αμέλειά τους. Γι' αυτό προσέταξε να κατεβάσουν τον άγιο από τον τροχό και να τον φέρουν στον τόπο της καταδίκης για να του δώσουν τον δια ξίφους θάνατο. Ακούγοντας δε αυτό ο ιερός Άνθιμος και πλησθείς όλος από χαρά, ύψωσε τα χέρια του προς τον Θεό, ευχόμενος αυτά εξ όλης της καρδίας: να συγκαταλεχθεί στον χορό των αγίων είκοσι χιλιάδων
[Σελίδα 139]
μαρτύρων, ώστε να είναι δυνατός να λέει προς τον Θεό: «Ιδού εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Θεός». Βλέποντάς τον δε ο βασιλιάς πως χαιρόταν επειδή έμελλε να πεθάνει, προσέταξε να τον δέσουν με αλυσίδες και να τον βάλουν στη φυλακή, για να του δώσει ακόμη περισσότερες τιμωρίες. Φέρνοντας δε οι στρατιώτες τον άγιο αλυσοδεμένο στη φυλακή, φάνηκε φως λαμπρότερο από τον ήλιο που περιεκύκλωσε τον άγιο. Οι στρατιώτες από τον φόβο τους έπεσαν μπρούμυτα στη γη· αφού τους έκανε να σηκωθούν ο άγιος, τους παρακίνησε να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Φτάνοντας στο δεσμωτήριο, μπήκε χαίροντας, σαν να πήγαιναν σε γλέντι. Μπαίνοντας δε άρχισε να διδάσκει όσους βρήκε εκεί φυλακισμένους, οι οποίοι, σαν αγαθή γη δεχθέντες τον σπόρο της πίστεως, πίστεψαν στον Χριστό, τους οποίους και βάπτισε μέσα στη φυλακή. Μαθαίνοντας αυτά ο Μαξιμιανός και φοβηθείς μήπως πιστέψουν και άλλοι στον Χριστό, προσέταξε να τον φέρουν πάλιν στο κριτήριο. Μόλις τον είδε, άρχισε να τον παρακινεί για να θυσιάσει στα είδωλα και του υποσχόταν με όρκο να τον κάνει αρχιερέα των ειδώλων. Το οποίο ακούσας ο μέγας Άνθιμος, γελάσας είπε: «Εγώ είμαι αρχιερέας του μεγάλου Θεού του ζώντος, ο οποίος έπλασε τον ουρανό και τη γη· και το να γίνω ιερέας των σκοτεινών σου και ανόητων, σαν εσένα, θεών, ούτε καν να το ακούσω δεν το καταδέχομαι!». Οργισθείς δε από τον θυμό ο μανιώδης Μαξιμιανός, προσέταξε με θυμό πολύ να τον
[Σελίδα 140]
αποκεφαλίσουν. Φέρνοντάς τον δε στον τόπο της καταδίκης, έκοψαν την αγία του κεφαλή την 3η του μηνός Σεπτεμβρίου. Κάποιοι δε από τους πιστούς, ερχόμενοι τη νύχτα, έλαβαν το άγιό του σώμα και το ενταφίασαν εκεί κοντά στον τόπο της καταδίκης εξαιτίας του φόβου του τυράννου, δοξάζοντας τον εν Τριάδι ένα Θεό· στον Οποίο πρέπει δόξα και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
Αγιολόγιον Πόντου – Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com