Η σεβτά 'ς σόν Πόντον, του καθηγητού κ. Γ. Κ. Χατζόπουλου

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Λαογραφία

Ευτυχία Σπανοπούλου & Καλλιόπη - Πόντος 1927Τα Συναισθήματα που πλημμυρίζουν τον ανθρώπινο ψυχικό βίο δεν κρατήθηκαν κλεισμένα μέσα σε κάθε ύπαρξη ανθρώπινη.

Ο άνθρωπος από την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε πάνω στο γέρικο τούτο πλανήτη ένιωσε την ανάγκη να εξωτερικέψη με ποιητικό τόνο τη χαρά ή τη λύπη, τους κινδύνους και τις δυσκολίες, τις λαχτάρες και τους πόνους του ως και διάφορους ιστορικούς σταθμούς της ζωής του. Μαζί με τ' άλλα δεν παράλειψε να τραγουδήση και το ανώτερο, το ευγενέστερο από τα συναισθήματα, αυτό που δε λείπει από κανέναν άνθρωπο και που είναι πηγή έμπνευσης και δημιουργίας, τον Έρωτα. Αυτόν που τόσο γλυκά και αριστουργηματικά τραγούδησε στο χορικό της τραγωδίας του «'Αντιγόνη» ο θείος Σοφοκλής. Αυτόν που θ' απασχολήση σχεδόν όλους τους υπηρέτες της ποίησής μας. Πώς είναι δυνατόν ένα τέτοιο ισχυρό συναίσθημα που δε λείπει από κανέναν άνθρωπο και που χωρίς αυτό η ζωή κάθε ανθρώπου θα ήταν ψυχρή και ανούσια, να μη βρή αυτούς που θα πλέξουν εγκώμια γι αυτό, που θα το τραγουδήσουν με τις πιο πετυχημένες λέξεις και που πολλές φορές θα το κατηγορήσουν αμείλικτα γιατί τους φέρθηκε σκληρά και άσπλαχνα; Τους περιγέλασε ο φτερωτός λιλιπούτειος γυιός της 'Αφροδίτης, τους καταμάτωσε την καρδιά, τους πήρε το νου και τους προξένησε θλίψεις, τους πότισε φαρμάκια αγλύκαντα. Τον τραγούδησαν τον γυιό του Πόρου και της Πενίας, τον τραγουδούν και θα τον τραγουδούν πάντα οι ποιητές των γραφείων. Μα καλύτεροι του υμνητές θ' αποδειχθούν οι αφανείς, οι ανώνυμοι λαϊκοί ποιητάρηδες. Ίσως γιατί αυτοί τον ένιωσαν σ' όλη του την αγνότητα, την ειλικρίνεια. Ίσως γιατί γι' αυτούς ήταν κάτι το θείο, το ανώτερο. Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι
Τον τραγούδησαν σε πολύστιχα τραγούδια (Δες τα Ροδιακά ή 'Εκατόλογα της 'Αγάπης), μα πιο εύκολα τους φάνηκε να τον τραγουδούνε σε τραγούδια καμωμένα μόνον από δυό στίχους (στιχάκια ή μαντινάδες).
Στο δύσκολο αυτό ποιητικό είδος μέσα σε δυό γραμμές φρόντισε ο ποιητής λαός να κλείση όλο το βάθος που περικλείει η έννοια του Έρωτα. Μέσα σ' αυτούς τους δυό στίχους υποχρεώθηκε να δώση τις εικόνες, τις παρομοιώσεις, να διαζωγραφίση στην εντέλεια τα προτερήματα της νέας ή του νέου (τ' αγαπεμένονος ή τ' αγαπεμέντζας). 'Ακόμη να σατιρίση τα ελαττώματά της. Η σάτιρα όμως αυτή είναι άδολη, χωρίς κακία. Είναι πιά έκφραση της λύπης του για τυχόν κουσούρι, ελάττωμα της αγαπημένης του. Δίστιχα τέτοια θα βρούμε σ' όλη την Ελλάδα. 'Από την Κρήτη με τις περίφημες μαντινάδες μέχρι τον αλησμόνητο Πόντο με τ' όρμία και τα παρχάρια του όπου γεννήθηκαν και τραγουδήθηκαν τα απειράριθμα ποντιακά στιχάκια. Ό Πόντιος λαϊκός ποιητής παρ' όλη την αυστηρότητα των ηθών — σπάνια γινόταν γάμος από Έρωτα και η νύμφη έβλεπε τό γαμπρό μόνον την ημέρα του γάμου, που γιά τό πώς γινόταν αυτός στον Πόντο θα μιλήσουμε ἐν καιρῷ σ' ένα άλλο δημοσίευμά μας, τραγούδησε έτσι τον Έρωτα, ώστε να νομίση κανείς ότι ζούσε μέσα σε κλίμα αναπτυγμένου ερωτισμού. Οι δροσερόπνοες της Μαύρης θάλασσας αύρες έκαναν όσο μπορούσαν πιο λεπτές τις ερωτικές τους χορδές και το γλυκό κι' ανάλαφρο φύσημα των Μικρασιατικών βουνών τις άγγιζε τόσο απαλά, ώστε να ξεχυθούν γλυκές μελωδίες. Και για να γίνουν ξεκάθαρα όσα πιο πάνω είπαμε ας αφήσουμε τον ίδιο τον Πόντιο λαϊκό λυράρη να μας τα τραγουδήση με τη συνοδεία της λύρας. Και πρώτ' απ' όλα ας δούμε τί είναι η αγάπη για τον Πόντιο ή καλύτερα ας ακούσουμε τον ορισμό που δίνει ο Πόντιος για τον Έρωτα.
«Σεβτὰν τὸ λένε, παιδιά, 'ς σὴν παξ̌άν 'κ̌ὶ φυτροῦται, 'ς σῆ πεκιάριων τὴν καρδι͜ὰν ἄμουν καρφὶν καρφοῦται». (= 'Ο έρωτας, μωρέ παιδιά, στον κήπο δε φυτρώνει μά του μπεκιάρη την καρδιά σαν το καρφί πληγώνει).
Πόσο χαρακτηριστικές είναι οι λέξεις που χρησιμοποιεί. Καρφίν — καρφοῦται. Τέτοιος ο συνταιριασμός των γραμμάτων στις δύο λέξεις, ώστε νομίζει κανείς ότι ακούει τον ήχο που βγαίνει κατά το κάρφωμα. Τόση είναι η διεισδυτικότητά του. Σφήνωμα αναπόσπαστο. Η Σεβτά (αγάπη) στην λαϊκή μούσα του Πόντου του καθηγητού Γ. Χατζόπουλου
Μά ας δούμε τώρα πώς τραγουδάει τα κάλλη της νιάς:
«'Εσὲν π' ἐποῖνεν ἡ μάννα ἔτονε ἀβαράσσα
'Εποῖκε σε πεντάμορφον κ' ἐγὼ τὸ νοῦ μ' ἐχάσα».
'Η νέα για τον νεαρό ερωτευμένο είναι πεντάμορφος (σ' άλλα δίστιχα πανέμορφος)· είναι η βασιλοπούλα του παραμυθιού. 'Η μόνη της μάννας ασχολία ήταν να κάμη την κόρη της πεντάμορφη. Παραμέλησε κάθε άλλη ασχολία της και επιδόθηκε στο φτιάσιμο ενός αριστουργήματος. Το καλλιτέχνημα της μάννας θα σταθή μακριά από τα ψεγαδιαστά βέλη και του πιο ιδιότροπου δηλαδή νέου. Και τό αριστουργηματικό τούτο δημιούργημα της μάννας δεν θα μείνη χωρίς θῦμα. 'Ερωτοχτυπιέται τόσο πολύ ό νέος, ώστε χάνει τα λογικά του.
«'Η ἀγάπη σ' ἐποῖκε μεν ζαντὸν καὶ δαιμονέαν
καὶ 'ς σὰ ραχ̌ία λάσ̌κουμαι καὶ 'ς σὰ κοιλάδᾶ̤ μένω».
Δέν λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ό νέος εκφράζεται απειλητικά, διότι πρόκειται κάποιος να του την αποσπάση:
«'Εφόρεσεν καὶ ἐνέλλαξεν τό κοντὸν τὸ φιστάν' ἀτ'ς,
μὲ τὸ μολύβ' θὰ κρουγ' άτον πῆ θὰ κεῖται 'ς σὸ γιάν' ἀτ'ς».
'Αλλού, παρομοιάζοντας μέ τρυγόνι πού έχασε το ταίρι του, την ξενιτεμένη αγάπη του, θα διατυπώση με τα μελανώτερα χρώματα τη ζωή της στα ξένα:
«Τρυγόνα μ' τρυγονεύεσαι 'ς σῆ χώρας τὰ ραχ̌ία
πίνεις τὰ κρύα τὰ νερὰ καὶ σύρτς τὴ μοναχ̌ίαν».
Τρισάθλια ἡ ζωή της στα ξένα. Γυρίζει κατὰ τὴ ρομαντική του φαντασία σε ξένα ραχ̌ία (= βουνά, μέρη άγνωστα, στὴν ξενιτιά) καὶ πίνει νερὸ κρύο, νερὸ ψυχρό, δηλητήριο, όπως καὶ κάθε τι τῆς ξενιτειᾶς εἶναι βλαβερό στὸν ξενιτεμένο κατὰ τὴν ἀντίληψη τοῦ ποιητῆ λαοῦ (τὸ θέμα τῆς ξενιτιᾶς μᾶς ἀπασχόλησε στὴν πρώτη μας μελέτη πού δημοσιεύτηκε στὸν «Πρωϊνὸ Τύπο» τῆς Δράμας στὶς 13, 14, 15 'Απριλίου 1961).
'Η νέα περνάει τα μερόνυχτα βουβή, μακριὰ ἀπὸ τὸν στῦλο τῆς ζωῆς της, με το πρόσωπο σκεπασμένο πάντοτε ἀπὸ τα νέφη τῆς θλίψης καὶ τ' ἀμυγδαλωτὰ μάτια συχνόβρεχτα ἀπὸ τα ρυάκι τῶν δακρύων. 'Ο χωρισμός, ἡ διάλυση τῆς εὐτυχισμένης ἐρωτικῆς φωλιᾶς πού χτίστηκε με χίλιους δυὸ φόβους καὶ κινδύνους εἶναι κάτι το ἀδιανόητο γιὰ το τρισευτυχισμένο ζευγάρι. Ἔτσι αὐτὸς πού θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπιχειρήση τὴ συθέμελη καταστροφὴ τῆς πολύπαθης ἐρωτικῆς στέγης, θὰ δεχθῆ τὴν ἀκόλουθη κατάρα—κεραυνό:
«'Εμᾶς τοὶ δύς π' ἐχώριζαν ψωμὶν νὰ μὴ χορτάζ'νε
κάθαν βραδὴν 'ς σὸ σπίτ'ν ἁτουν λείμψανα νὰ μονάζ'νε».
Κατάρα πού σοῦ προξενεῖ ἀνατριχίλα. Καταδίκη σὲ θάνατο ἀπὸ ἀσιτία εὔχονται σ' αὐτοὺς πού διέπραξαν εἰς βάρος τους ἕνα τόσο φριχτὸ ἔγκλημα. Καὶ δὲν ἀρκοῦνται μόνον σὲ τοῦτο. Ζητοῦν ἀκόμη πιὸ φριχτὴ τιμωρία. Τὸν ἀφανισμὸ κάθε προσώπου πού συνδέεται, πού συγγενεύει μὲ τοὺς στυγεροὺς ἐγκληματίες.
«Κάθαν βραδὴν 'ς σὸ σπίτ'ν ατουν λείμψανα νὰ μονάζ'νε»: Νὰ μὴ διαβῆ νύχτα πού νὰ μὴν ξημερώνουν νεκρό!
Τὸ πρᾶγμα θεωρεῖται κάπως ὑπερβολικό. Μὰ ἡ ὑπερβολὴ ἐνισχύεται, ἂν σκεφθοῦμε τὴ λαϊκὴ ρήτρα: «Εἶναι προτιμότερο νὰ κάψη κανεὶς μιὰ ἐκκλησιὰ παρὰ νὰ κατηγορήση μιὰ νέα». Δὲν λείπουν ὅμως καὶ οἱ περιπτώσεις ὅπου ὁ νέος δείχνεται ἄπιστος. Πάντοτε κάθε κανόνας θά 'χει καὶ τὶς ἐξαιρέσεις του. Ἄλλωστε τί κανόνας θὰ εἶναι τότε, χωρὶς ἐξαίρεση; «Τὰ στράτας τ' ἐπορπάτεσα τὰ γεφύρᾶ τ' ἐδέβα, ἕναν κορίτσ' ἐγάπεσα κ' ἐσὲν ἐπαρεδέβα».
'Ο νέος ἔφυγε γιὰ τὰ ξένα, ξεδίπλωσε δρόμους, διάβηκε γεφύρια, ἤπιε νερὸ ἀπὸ τῆς Ἄρνης τὴ βρύση. Μιὰ νέα μὲ τὰ σπινθηροβόλα μάτια της τοῦ ἄναψε φλόγα μεγαλύτερη στὰ σωθικά. 'Η πρώτη ἀγάπη παραμερίστηκε, καταγράφηκε στο σημειωματάριο τῶν ἀναμνήσεων. Αἰσθάνεται ὁ ἐξωμότης τὴν ἐνοχή του καὶ προσπαθεῖ νὰ δικαιολογηθῆ προβάλλοντας ὡς αἰτία τῆς ἀπιστίας του τὸ μακρὸ χρονικὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας του καὶ τὸ πλῆθος τῶν γνωριμιῶν του κατὰ τὴ μετάβασή του ἀπὸ τόπο σὲ τόπο. Ἕνας ἄλλος θὰ διαμαρτυρηθῆ γιὰ τὶς ἀποτυχημένες ἐκλογές του. Εἶναι στ' ἀλήθεια ἀξιολύπητος...
«Τὰ στράτας τ' ἐπορπάτεσα κι ὅλα τζαμουρωμένα
τὰ κορτσόπα τ' ἐγάπεσα ὅλα σουμαδεμένα».
Εἶναι ἄτυχος, γιατὶ ὅλες οἱ νιὲς πού ἀγάπησε ἦταν ἀρραβωνιασμένες. Μὰ τί τὸν πείραζε αὐτό; Ἄς ἔπαιρνε μιά, ἀφοῦ τόσο τὴν ἀγάπησε.Ὄχι, ἦταν ἀδύνατο νὰ συμβῆ κάτι τέτοιο. Μιὰ τέτοια ἐνέργεια θὰ ἦταν ἀνοσιούργημα. Κάθε μιὰ θὰ πάρη αὐτὸν πού ἀρραβωνιάστηκε, σ' αὐτὸν πού ἔδωσαν τὸ λόγο τους οἱ γονεῖς της. Μιὰ τέτοια ἀθέτηση θὰ ἦταν βρισιὰ γιὰ ἕναν πατέρα πού ἤθελε νὰ φέρη τὸν τίτλο τοῦ ἔντιμου καὶ ἀξιοπρεπῆ πάτερ φαμίλιας. Τὸ παρακάτω δίστιχο εἶναι ἐνδεικτικὸ τῆς λύπης πού προξένησε ὁ νέος στὴν ἀγάπη του, ὅταν ἔφευγε γιὰ τὸ στρατό.
«Σίτᾶ̤ ν' ἐπένα 'ς σὸ στρατὸν ἐκλαίντσα τὴ μαννίτσα μ'
ἐκλαίντσα καὶ τ' ἀδέλφια μου, ἴλλεμ τὴν τρυγονίτσα μ'».
'Η ἔνταξή του στὸ μεγάλο σκολεῖο τῆς ζωῆς, στὸ στρατό, ἔκανε τὴ μάννα του καὶ τ' ἀδέλφια του νὰ χύσουν ἄφθονα δάκρυα. Τὰ δάκρυα ὅμως πού ἔχυσε ἡ ἀγαπημένη του εἶναι πολὺ περισσότερα ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν ἄλλων. Κλαίει ἡ νέα περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο:
«'Σ σὴν ξενιτειὰν ἀχπάσ̌κουμαι κ' ἕναν κορίτσ' 'κ̌ὶ ἀφίν' με
Λέει με: Πᾶς κι ἄλλο 'κ̌ ἔρχεσαι· γιὰ μίαν κι' ἄλλο φίλ' με».
Ξενιτειὰ γεμάτη πειρασμούς. Κίρκες πού ξελογιάζουν τοὺς αἰώνιους Ὀδυσσεῖς. Ἄπειρα τὰ παραδείγματα νέων πού ἀποδείχτηκαν ἄπιστοι, πού έχασαν κάθε γλυκειὰ ἀνάμνηση, κάθε χάδι τῆς Πηνελόπης τους καὶ παραδόθηκαν στὴν ἀγκαλιὰ κάποιας πλανεύτρας Καλυψοῦς. Δὲν εἶναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ἀποδείχνεται ἄπιστη καὶ ἡ νέα:
«Ἔλα, ἀρνί μ', ἔλα, πουλί μ', ἔλα, μὴ τυραννίεις με
σ' ἀγκαλόπο μ' ἐτράνυνες κι ἀτώρα 'κ̌ ἐγνωρίεις με;»
Τὴν προσφωνεῖ μὲ μελιστάλαχτες λέξεις, μ' αὐτὲς πού νομίζει ὅτι θὰ δυνηθῆ νὰ τὴν φέρη ξανὰ κοντά του ὑπενθυμίζοντάς της τὰ παλιά. Καὶ ὅταν ἡ ἀδιαφορία της θὰ ἐπιταθῆ, γεμᾶτος ὀργὴ ὁ ἀπατημένος νέος θὰ ξεστομίση κατάρα βαρειά:
«Κόρη μ' νὰ μὴ ἀναπάεσαι, ἡ ψ̌ή σ' νὰ μὴ ἐβγαίνη
νὰ κατασπάν'ν' τὰ χ̌είλι͜α σου, νὰ τρέχ'νε τὰ φαρμάκια.
Κόρη, τὸν τόπον τὸ πατεῖς χλόην νὰ μὴ φυτρώνη,
τὸν δρόμον ντὸ περπάτενες νερὸν νὰ μὴ εὑρισκᾶται,
κι ὄντας διψᾶς καὶ καίγεσαι ν' ἀναστορῆς ἐμένα»
(= Κόρη, νὰ τυραννιέσαι αἰώνια στὸν κάτω κόσμο. Εὔκολα μὴν ξεψυχήσης·
νὰ ξεσχιστοῦν τὰ χείλη σου νὰ τρέξουν τὰ φαρμάκια.
Κόρη στὸ χῶμα πού πατᾶς χόρτο νὰ μὴ φυτρώση,
στὸ δρόμο πού περπάταγες νερὸ νὰ μὴ βρεθῆ.
Κι ὅταν διψᾶς καὶ καίγεσαι ἐμένα νὰ θυμᾶσαι).
(Γιὰ τὴν κατάρα στὸν Πόντο δὲς Γ. Κ. Χατζοπούλου, Σύμμεικτα ἐξ 'Αντρεάντων Ἄνω 'Αμισοῦ, 'Αρχεῖον Πόντου τόμ. 23 (1959).
Θὰ τελειώσω μὲ τὴν πίστη τῶν Ποντίων στὴ δύναμη τοῦ Ἔρωτα.
Ἕνας νέος π̤ού ἔχασε πρόωρα τὴν ἀγάπη του ἀνασκάπτει τάφους γιὰ νὰ τὴν ἀνεύρη. Καὶ σάν τὴ βρίσκη, τὴν καλεῖ νὰ ἐγερθῆ, μὰ ἀπόκριση καμμιὰ δὲ λαβαίνει. Τῆς ρίχνει νερὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἴδιο.
'Αλλ' ὅταν «ἐκλίσκουμαι κά' καὶ φιλῶ ἀτεν ἀνάμεσα 'ς σ' ὀφρύδᾶ̤
τ' ὀμμάτᾶ̤ τ'ς φῶς ἐγόμωσα τὸ στόμαν ἁτ'ς λαλίαν
τὰ γόνατα τ'ς πα δύναμιν κ' ἡ κόρ' λαγγεύ' καὶ σκοῦται»
(= Σκύβω καὶ τὴ φιλῶ ἀνάμεσα στὰ φρύδια, τῆς γέμισα τὰ μάτια φῶς, τὸ στόμα της λαλιά. Τὰ γόνατά της φέραν δύναμη κ' ἡ κόρη ἀνεστήθη).
Ὦ πολυδύναμε γυιὲ τῆς 'Αφροδίτης, ἐσὺ πού γιὰ τοὺς Ποντίους εἶσαι ἱκανὸς καὶ νεκροὺς ν' ἀναστήσης, βασίλευε πάντα στὶς νεανικὲς καρδιές.

Η σεβτά 'ς σόν Πόντον, του καθηγητού κ. Γ. Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print