Η εορτή του Αγίου Μεγάλου Βασιλείου στην ενορία Μονοβάντων (Σταυρίν) του Πόντου - του Δημητρίου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη)
Η Κεντρική ενορία Μονοβάντων της κοινότητας Σταυρί (Πόντου), είναι ναός τιμώμενος στο όνομα του Ιεράρχη Βασιλείου του Μεγάλου.
Ο ναός βρίσκονταν λίγον έξω από την ενορία, κοντά στη συνοικία Παϊραμάντων. Ήταν ρυθμού Βασιλικής, αρκετά ευρύχωρος, με μικρά σιδερόφραχτα παράθυρα, με σιδερένια πόρτα και στέγη καμωμένη με μεγάλες πέτρινες πλάκες. Κτίστηκε το 1843 στην εποχή του ιερέως παπα-Στεφάνου Παπαδοπούλου (Κεσ̌ίσ̌ογλη). Η μικρή παλαιά εκκλησία ήταν «Μονόβιον» μοναζουσών, που υπαγόταν στην ενοριακή Μονή του Τιμιόσταυρου, Μετοχίου της Μονής του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος. (Ποντ. Φύλλα τεύχος 25 σελ. 10). Καζαμίας - Καλαντάρι Πόντου - Κάλαντα - Δοξασίες, Παραδόσεις, Ήθη & Έθιμα του Δωδεκαημέρου των Ελλήνων του Πόντου
Το Μονόβιον, από το οποίον πήρε το όνομα η ενορία δεν υφίστατο προ πολλού, γιατί οι μοναχές, για ν' αποφύγουν τις αυθαιρεσίες των τούρκων, που ξεδηλώθηκαν με την απαγωγή μιας μοναχής, εγκατέλειψαν τα κελλιά και κατέφυγαν στη Μονή της «Παναγίας Κρεμαστής». Το γεγονός αυτό ήταν γραμμένο στο περιθώριο μιας σελίδας του «Πηδαλίου», τυπικού του παραπάνω ναού. Το παραθέτουμε με διορθωμένη την ορθογραφία: «Ο τούρκον ο Πατριάμ' ας σην Ζύγαναν επίασεν με το ζόρ' την καλόγριαν Ευσεβίαν, Άλλ' οι καλογρι͜άδες έφυγαν ας σό Σταυρίν και έπηγαν 'ς σην Κρεμαστήν την Παναγίαν». Ιερές Μονές (Μοναστήρια) της Υπεραγίας Θεοτόκου στον Πόντο
Παραμονή Πρωτοχρονιάς 1914, ημέρα Τρίτη
Χιόνι άφθονο (1 ως 3 μέτρα) σαν ένα κάτασπρο χοντρό πάπλωμα σκέπασε όλη την περιοχή και κατά τα διαλείμματα έπεφταν χοντρές νιφάδες, που λιγόστευαν την ορατότητα και θάμπωναν τα μάτια. Όλοι οι κάτοικοι της ενορίας βρίσκονταν σε ζωηρή κίνηση. Γίνονταν οι τελευταίες προετοιμασίες για τη διπλή γιορτή, του Αη-Βασίλη και της πρωτοχρονιάς. Μια ομάδα κοριτσιών καθάριζε επιμελώς τους τοίχους, τα σκεύη και τα έπιπλα του ναού του Αγίου Βασιλείου. Άλλες ομάδες από αγόρια και κορίτσια καθάριζαν το χιόνι από τους δρόμους μέσα στην ενορία και πέρα από αυτήν, για να διευκολύνουν την προσέλευση των προσκυνητών και πανηγυριστών των προσερχομένων από τις άλλες ενορίες και από τα κοντινά χωριά. Κοτσαμάνια - το έθιμο των Μωμόγερων στον Πόντο
Η πενταμελής επιτροπή, που συστάθηκε για να φροντίζει για την κανονική τελετή της γιορτής, από νωρίς άρχισε το έργον της. Συνοδευόμενη από το λυράρη Στυλιανόν Αμιράν, που προσκλήθηκε εγκαίρως, περιήλθε όλα τα σπίτια της ενορίας, πλούσια και φτωχικά και μάζεψε: ψωμιά, πλιγούρι ή καθαρά κορκότα, βούτυρο και τσίρι͜α (απεξηραμένα αχλάδια). Από αυτά θα παρασκευάζονταν, για τους προσερχομένους στο πανηγύρι ξένους, φαγητά, κυρίως πιλάβ' (πιλάφι) ή χασ̌ίλ’. (Περί της ονομασίας και του τρόπου παρασκευής φαγητών βλέπε «Ποντ. Φύλλα» τεύχος 16 σελ. 192). Εκτός των ανωτέρω φαγητών, σε κάθε σπίτι γίνονταν ιδιαίτερες προετοιμασίες για την φιλοξενία συγγενών ή γνωστών. Η επιτροπή, αφού τελείωσε την δουλειά της, ώρισε την μαγείρισσα και τις άλλες γυναίκες και δεσποινίδες, που θα εξυπηρετούσαν τον κόσμο. Όταν εκανονίσθηκαν όλες οι λεπτομέρειες της γιορτής, αργά το βράδυ συγκεντρώθηκαν όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της ενορίας, αδιακρίτως ηλικίας, μαζί με τους προσελθόντας ξένους, σ' ένα πολύ ευρύχωρο οίκημα και περίμεναν το λυράρη, για ν' αρχίσουν το γλέντι και τους χορούς. Το ίδιο βράδυ από νωρίς σ' ένα μεγάλο σπίτι, η ομάδα των νέων μαζί με τους μαθητές του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως Δημήτριον Παπαδόπουλον και Ισραήλ Αποστολίδην, έκαμε την τελειωτική δοκιμή της ιλαροτραγικής κωμωδίας «Τα Μωμοέρια» την οποία θα παριστούσαν ανήμερα την Πρωτοχρονιά. (Περί Μωμοέρων βλέπε λεπτομερώς «Ποντιακή Εστία» τεύχος. 38 - 39 σελ. 1921 και τεύχος. 40 σελ. 1988).
Ο θεατρικός όμιλος των «Μωμοέρων» απαρτίστηκε από τα εξής πρόσωπα:
1. Κωνσταντίνος Κοντόπουλος αλογάς (τερέπεης),
2. Δημήτριος Παπαδόπουλος κιζίρης (κυρίως μωμόερος),
3. Κωνσταντίνος Αμανατίδης δικαστής (γκατής),
4. Παναγιώτης Κοντόπουλος νύμφη,
5. Ισραήλ Αποστολίδης χωροφύλακας (ζαπτιές),
6. Ευστάθιος Αμιράς δίκολος,
7. Δημήτριος Σωτηριάδης τρανός διάβολος,
8. Κωνσταντίνος Αποστολίδης μικρός διάβολος και
9. Στυλιανός Αμιράς λυράρης (κεμεντζετζής).
Ύστερα από την δοκιμή τα μέλη του θεατρικού ομίλου συνενώθηκαν με τους άλλους κατοίκους και το γλέντι και οι χοροί συνεχίστηκαν μέχρι των πρωινών ωρών.
Πρωτοχρονιά 1914, ημέρα Τετάρτη
Ξημέρωσε η πρώτη του Γενάρη. Οι καμπάνες του Αη-Βασίλη χτυπούσαν χαρμόσυνα. Πυκνές και χοντρές νιφάδες χιονιού έπεφταν αδιάκοπα. Ο παπάς βρίσκονταν προ πολλού στον φωταγωγημένο ναό. Οι πανηγυριστές προσέρχονταν ομάδες-ομάδες από τα Σιμοχώρια. Η εκκλησία ήταν γεμάτη. Στην αυλή του ναού, κοντά στον τοίχο, από τις πρωινές ώρες καίνε φωτιές. Οι νοικοκυρές παρασκεύαζαν τα φαγητά. Το χιόνι σταμάτησε. Κόντευε ν' απολύση η εκκλησία. Τα φαγητά ήταν σχεδόν έτοιμα. Αντί τραπέζια και καθίσματα ήταν σανίδια τοποθετημένα παράλληλα ανά τρία πάνω στο χιόνι. Στο μεσαίο σανίδι θα βάλουν τα πιάτα με τα κουτάλια και στα ακρινά θα καθήσουν οι προσκυνητές. Άγιος Βασίλειος ο Μέγας Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας ο εκ Νεοκαισαρείας του Πόντου
Η λειτουργία τελείωσε. Βγήκαν όλοι στην αυλή της εκκλησίας και εύχονται με χειραψίες: «Χρόνια πολλά», «Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος». Μερικοί νέοι χαιρετίζουν το νέον έτος με πυροβολισμούς. Έπειτα το εκκλησίασμα οδηγείται στα πρόχειρα τραπέζια. Κάθονται πρώτα όλοι οι ξένοι. Οι ενορίτες θα καθήσουν τελευταίοι, εφ' όσον υπάρχει ακόμη φαγητό. Οι νέες σερβίρουν συνεχώς και σε λίγο το πρόγευμα, ας πούμε, αυτό τελείωσε. Ύστερα από το φαγητό, άλλοι αναχωρούν για τις ενορίες τους και τα χωριά τους και άλλοι πηγαίνουν να επισκεφθούν φίλους και συγγενείς τους στην ενορία Μονοβάντων. Στην αυλή της εκκλησίας από πρωί εμφανίστηκε και η γνωστή για την τσιγκουνιά της μικροπωλήτρια Σουσάνα τη Πελαγίας. Άπλωσε το «σερκί» της πάνω στα χιόνια και προκαλούσε προ πάντων τα παιδιά με τις γαργαλιστικές λιχουδιές της. Τα μικρά παιδιά κρατώντας στο χέρι ένα μήλο ή πορτοκάλι έτρεχαν εδώ και εκεί και προτείνοντας το μήλο ή πορτοκάλι στους νοικοκύρηδες, εύχονταν την καλή χρονιά με την προσφώνηση «Θείο κάλαντα», «Θεία Κάλαντα» και δέχονταν φιλοδωρήματα χρήματα ή λιχουδιές (Αρχείον Πόντου τεύχος 21 σελ. 110).
Το χιόνι σταμάτησε τελείως και ο ήλιος πρόβαλε δειλά πάνω από τον ορίζοντα. Στο κέντρο της ενορίας συγκεντρώθηκαν τα μέλη του ομίλου των «Μωμοέρων» και αρχίζουν τις παραστάσεις στο ύπαιθρον και στις αυλές κάθε σπιτιού. Αρχίζουν από το σπίτι του παπά και συνεχίζουν σ' όλα τα σπίτια της ενορίας δίνοντας παραστάσεις και δεχόμενοι φιλοδωρήματα (χρήματα, φρούτα, κουφέτα, ξηρούς καρπούς κλπ.). Οι παραστάσεις δίνονται με πολύ φαιδρό τόνο και αστείες κινήσεις ώστε προκαλούν συνεχώς τους γέλωτες και τον ενθουσιασμό των θεατών. Τα παιδιά και ενήλικες ακόμη παρακολουθούν τις παραστάσεις παντού. Μεταξύ αυτών ο μακαρίτης Μιλτιάδης Τομπάζης παρακολουθεί με ζωηρόν ενδιαφέρον, γιατί πρώτη φορά παρευρέθηκε στην παράσταση των «Μωμοέρων» και προσπαθούσε κατά το έθιμον, να διαφύγη την προσοχή του χωροφύλακα και να απαγάγη την νύμφην, αλλά δεν το κατώρθωσε.
Ο λυράρης Στύλος ευρίσκονταν στις δόξες του. Κατά την ώρα του χορού το τραγούδι δίνει και παίρνει:
«Οφέτος και τα κάλαντα εύταμε Μωμοέρι͜α
νασάν εκείνον που θα ζή σ' άλλα τα καλοκαίρι͜α.
Οφέτος και τα κάλαντα και τη νεοχρονίαν
κορίτσ' είδα κ' εγάπεσα απέσ' σην εγκλησίαν.
Οφέτος και τα κάλαντα, οφέτος και τα Φώτα
θα έρχουμαι, τρυγόνα μου, άφ'ς ανοιχτόν την πόρταν.
Έρθεν αρνόπο μ' τη Χριστού, τα κάλαντα, τα Φώτα
άνοιξον τ' αγκαλόπο σου, τη παραδείσ' την πόρταν.
Έναν κορίτσ' εγάπεσα ας σόν Αε - Βασίλη
ατό εμέν 'κ̌' εδώκανε 'ποίκανε με γεσίρι».
Μόλις κατά το σούρουπο κατωρθώσαμε να περιέλθωμε όλα τα σπίτια της ενορίας και τελευταία κατελήξαμε στο σπίτι του μακαρίτη Σπύρου Καλτσίδη. Εκεί, ύστερα από συζήτηση, δώσαμε τα χρήματα, που μαζέψαμε για ενίσχυση του ταμείου της Κεντρικής Σχολής Σταυρί, από δε τις λιχουδιές, αφού δώσαμε μερικές στα μέλη του Θεατρικού ομίλου, τις υπόλοιπες, διαμοιράσαμε στους θεατές μας. Ύστερα άρχισε πάλι το γλέντι και ο χορός μέχρι το πρωί. Την επομένη εγώ και ο Ισραήλ αναχωρήσαμε για την Αργυρούπολη (Κάν'), ο δε όμιλος πήρε άλλους σε αντικατάστασή μας και συνέχισε τις παραστάσεις και στις άλλες ενορίες του Σταυρί.
— Έ! μαύρα χρόνια! Και τώρα αυτή τη στιγμή, που σημειώνω τις γραμμές αυτές με πνίγει η συγκίνηση.
Δημήτριος Κ. Παπαδόπουλος (Σταυριώτης), Θεσσαλονίκη 1962
Αναμνήσεις από τις αλησμόνητες πατρίδες - Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΙΝ – του Δ. Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (Σταυριώτη) Πηγή: Ποντιακή Εστία - 1962
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com