Παρακαμίν'- τζάχ και κατωθύρ' - Τα δύο ιερά μέρη της οικίας στον Πόντο του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη
Παρακαμίν' - Τζάχ και κατωθύρ' - Τα δύο ιερά μέρη της οικίας στον Πόντο του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη
Το παρακαμίν'– τζάχ = εστία, εθεωρείτο όπως και παρά τοῖς αρχαίοις ιερόν.
Το παρακαμίν' απετελείτο από μίαν πελεκητήν λιθίνην πλάκα, ὡς βάσιν, πλάτους περίπου 0,80 μ. καὶ μήκους ενός μέτρου. Πρός τον τοίχον υπῆρχεν ετέρα πλάξ, επίσης πελεκητή, του ἰδίου μήκους καὶ ύψους 0,50 μ. Ἐκεῖ ἀνάβετο ἡ φωτιὰ καὶ ἐστήνετο ἡ ἐμπροστία (σιδηροστιά) τρίπους μὲ στρογγυλό ἢ τριγωνικὸ γῦρο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτοποθετεῖτο ἡ χύτρα (τσάπα) τὸ χαλκὸν* (καζάνι μὲ λαβὴν) ἢ τὸ τηγάνι. Ὁ καπνὸς ἁπλοῦτο στὸν τοῖχον καὶ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἄνωθι εὑρισκομένην ὀπὴν τῆς στέγης, τὸ καπνορδάμ', συνήθως ὅμως ἐξηπλοῦτο μέσα στὸ σπίτι καὶ ἐμαύριζε τὰς δοκοὺς τῆς ὀροφῆς καὶ τὰς δοκίδας (μαρτάκια), μαζὺ ὅμως μὲ τὸ μαύρισμα καθιστοῦσε τὰ ξύλα τῆς ὀροφῆς ἄτρωτα καὶ διετηροῦντο αὐτὰ ἐπὶ μακρὰ ἔτη (πολλάκις 150-200) ἄμον ἀπανόζ'=σὰν ἔβενος, ἔλεγαν οἱ παλαιοί.
Αὐτὸ ἦτο τὸ πρωτόγονο παρακαμίν ἢ τζάχ, σωζόμενο σὲ μερικὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ μου, διατηρούμενα ἀπὸ τοῦ 1750. Γύρω σ’ αὐτό, τὸν χειμῶνα εὕρισκαν θαλπωρὴν τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας, ἀφοῦ ἄναβαν χονδρὰ ξύλα καὶ κούτσουρα (κουρία) ὁλόκληρα. Ἀργότερον (περὶ τὸ 1850) τὸ τζάχ ἐσυγχρονίσθη. Ἐπὶ τῆς ὁριζοντίας πλακός (παρακαμίν’) ἐτοποθετοῦντο πελεκημένες πέτρες (παρακαμόλιθα) εἰς σχῆμα Π, ὕψους 0,20 μ., ἐπ’ αὐτῶν εἰς τὸ ἐμπροσθινὸ μέρος ἐτοποθετεῖτο σιδηροῦν ἔλασμα μήκους 0,60, πλάτους 0,05 μ. καὶ πάχους 0,02 μ. (χαντζοκράτες) καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πλέον ἐστηρίζετο τὸ μαγειρικὸ σκεῦος.
Συγχρόνως δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἐστήνοντο πελεκημένες πλάκες καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὡς ἐπιστύλια ἄλλες πελεκητὲς μὲ διάφορα σχέδια. Τὰ ἐπιστύλια αὐτὰ συνέδεε πέρα-πέρα μία πλάκα λιθίνη (σπανίως) καὶ συνήθως ξύλινη σανίς, μὲ διάφορα δαντελλωτὰ κοσμήματα στὸ κάτω μέρος (ταουλπάζ’). Ἐπ’ αὐτῶν πλέον ἐσυνεχίζετο ἡ καπνοδόχη (‘ποχωρήχ’ ἢ καπνορδάν’) ἀπολήγουσα εἰς στρογγυλὸ κτίσμα (τζάχ’) ἐπίσης λεγόμενον, ὕψους περίπου ἑνὸς μέτρου καὶ πλέον ὑπεράνω ἀπὸ τὸ δῶμαν.
Μέσα στὸ τζάκι ἐκρέμετο τὸ λυχνάρ’ ἔλασμα σιδηροῦν κοῖλον, μέσα στὸ ὁποῖον ἐτοποθετοῦντο τὰ δαδία. Αὐτὰ ἦσαν τὸ φωτιστικὸν μέσον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἕως ὅτου εἰσήχθησαν τῆ μάγισσας τὰ λάμπας, λάμπες ἀπὸ λαμαρίνα (τενεκὲ) μὲ στενὸν στόμιον. Τὰ ἐγέμιζαν μὲ πετρέλαιον (κάζι) κι’ ἔβαζαν γιὰ φυτίλι ἕνα κουρέλι. Τελευταίως εἰσήχθησαν οἱ λάμπες πετρελαίου μὲ φυτίλι καὶ γυαλί.
Αὐτὸς ἦτο ὁ συνήθης τύπος τῶν ἑστιῶν τῆς Χαλδίας. Στὴν Ματσούκα ἐσυνηθίζετο τζάκι στὸ μέσον τῆς οἰκίας, (χωνὸν) τὰ δὲ μαγειρικὰ σκεύη ἐκρέμοντο ἀπὸ σύρμα δεμένο στὴν ὀροφὴν (τὸ κρεμούλ’). Ὁ καπνὸς ἁπλοῦτο μέσα στὸ σπίτι καὶ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ διάκενα τῶν χαρτομάτων.
Στὰ Σούρμενα ὑφίστατο ὁ ἴδιος τύπος τῆς Ματσούκας, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ παρακαμίν’ (ἡ ὁριζοντία βάσις τοῦ τζακίου) ἀπεῖχεν ἀπὸ τὸν τοῖχον περίπου 0,60 μ. Ἐκεῖ μεταξὺ παρακαμίν καὶ τοίχου ἐτοποθετεῖτο πλάκα πελεκητή, ὕψους 0,10 μ. ἡ ὁποία ἐλέγετο θεμελίο. Αὐτὴ ἐθεωρεῖτο ἡ ἱερὰ ἐστία καὶ δὲν ἐπετρέπετο σὲ κανένα νὰ τὴν πατήσῃ ἤ νὰ καθήσῃ ἐπ’ αὐτῆς. Η θαλπωρή της οικογενειακής εστίας στον Πόντο
Ἀλλὰ καὶ γενικῶς στὸν Πόντον ἐθεωρεῖτο τὸ παρακαμίν - τζάχ ὡς ἱερὸν καὶ δίπλα του ἐκαθηντο, τιμῆς ἕνεκεν ὁ ξένος, ὁ ἱερεύς, οἱ προεστοί. Ἐκάτσεν σὸ τζάχ-πασιν, στὴ τιμητικὴ θέσι. Φύλαξ προστάτης τῆς οἰκίας ἦτο ὁ ἱερὸς ὄφις, ὀσπιτοφύλακας** καὶ ἐπιστεύετο ὅτι κάθε σπίτι εἶχε τὸν ὀσπιτοφύλακα ὄφιν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφαίνετο, οὔτε ἐκακοποίει τοῦς ἐνοίκους ἀλλ’ ἐπροστάτευε καὶ ἐφύλαττε τὸ σπίτι ἀπὸ τοὺς ξένους.
Ἐν τούτοις τὸ σπίτι καὶ συνεκδοχικῶς τοὺς ἐνοίκους, τὴν οἰκογένειαν, δὲν ἐξεπροσωπείτο τὸ παρακαμίν - τζάχ, ἀλλὰ τὸ κατωθύρ’.
Ἡ ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ ἀπὸ χονδρὰ σανίδια, διὰ τὸν φόβον τῶν λῃστῶν, πάχους 0,05 μ. ἀπὸ ξύλο πεύκου, μονόφυλλη, ὕψους εἰς τὰς παλαιοτέρας οἰκίας 1,50–1,60 μ., ἦτο τοποθετημένη μέσα σὲ πλαίσιο ἀπὸ ξῦλο πεύκου, πάχους περίπου 0,20 X 0,15, στερεωμένου καλὰ στὸν τοῖχον. Ἡ πόρτα ἔφερε εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς καὶ εἰς πολλὰς σειράς, πολλὰ καρφιὰ σιδηρᾶ, χονδρὰ καὶ στερεά, χειροποίητα, οὕτως ὥστε καὶ μὲ πελέκεις ἦτο δύσκολος ἡ παραβίασις τῆς.
Τὰ δύο κάθετα ξύλα τοῦ πλαισίου ἐλέγοντο παραστάρα̤ τῆ πόρτας, τὸ ἐπάνω μέρος ἐλέγετο ἀπανωθύρ’ καὶ τὸ κάτω κατωθύρ’. Ἡ πόρτα ἐκρέμετο ἀπὸ τὸ δεξιόν. συνήθως παραστάρ’ μὲ χονδρὰ σιδηρᾶ κορσπία(;) τὴν νύχτα δὲ ἐκλείνετο ἀπὸ μέσα μὲ ἕνα σιδηρένιο καρακίδ’ πάχους τριών-τεσσάρων πόντων, συνηθέστερον ὅμως μὲ (σύρταν) τετράγωνον σύρτην ξύλινον, εἰσχωρῦντα ἐντὸς τοῦ τοίχου, πάχους περίπου 0,20 μ. Ἡ κλειδαριά, χειροποίητος, χονδρὴ καὶ στερεή, ἐλέγετο προσωπίδ’, τὸ δὲ κλειδὶ ἀνοιγάρ’.
Το κατωθύρ’ λοιπὸν ἀντεπροσωπευε τὸ σπίτι, τὴν οἰκογένειαν καὶ σχετικῶς ὑπῆρχαν αἱ φράσεις: Το κατωθύρ’ν ἀθὲ ἔχ̌’-α = αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα ἢ τὸ προτέρημα τὸ ἔχει ἡ οἰκογένεια, τὸ σοϊ, ἡ γενιὰ (εἶναι φιλομαθεῖς, χορευταί, ἐλαφρόμυαλοι, σπάταλοι κ.τ.λ.). Ἐντροπίασεν τὸ κατωθύρ’ ἀτ’ = δι’ ἄνθρωπον ποὺ κάμνει δουλειὲς ἀναξιοπρεπεῖς, ποὺ δὲν συνειθίζονται στὴν οἰκογένειαν. Το κατωθύρ’ ν ἀτ’ κ̌ι’ ἐντροπά̤ζ’= δὲν ντροπιάζει τὴν οἰκογένειάν του. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.
(*) Στὴν Κρώμνη ἐλέγετο «χαλκοπούλ’» Χαλκὸν ἔλεγαν τὸ μεγάλο χάλκινο καζάνι, μὲ δύο χειρολαβάς.
(**) «Τ’ ὀσπιτι τ’ ὀφίδ’,» ἔλεγαν στὴν Κρώμνη.
Παρακαμίν'-κατωθύρ' - Τα δύο ιερά μέρη της οικίας στον Πόντο του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com