Ο γάμος στη Σάντα του Πόντου του Μιλτιάδη Νυμφόπουλου από το ανέκδοτο έργο του η ιστορία της Σάντας. "Τα κορ’τσ̌ακά και το λογόπαρμαν"
Επρόκειτο τον Φεβρουάριο του 1896 να παντρέψουμε τον εξάδελφό μας τον ξενιτέα μας Ηρακλή Λαμπριανίδη, τον γιο της Δαμιανάβας. Την παραμονή του γάμου, ημέρα Σάββατο ήταν μεγάλη η κίνηση στο πατρικό σπίτι της νύφης μας Ευθυμίας, αδελφής του Χριστόφορου Παυλίδη.
Εκεί γίνονταν τα κοριτζα̤κά. Η νύφη μας ήταν ορφανή από τον πατέρα και τη μητέρα, μα είχε μεγάλο συγγενολόϊ που ανέλαβε όλες τις φροντίδες για την παντρειά της. Καμιά δεκαριά γυναίκες, συγγενείς της σφουγγάρισαν, καθάρισαν το σπίτι, έπλυναν καζάνια, τεντζερέδες, πιάτα, κουτάλια κτλ και κατά το απόγευμα έβαλαν τα καζάνια εμπρός για να μαγειρέψουν. Το βράδυ μόλις νύχτωσε και τα φαγητά ήταν έτοιμα, άρχισε η «χάρ». Έβαλαν οι συγγενείς της νύφης μας στη μέση του σπιτιού ένα χαμηλό στρογγυλό τραπέζι. Όσες νοικοκυρές του χωριού και όσες φιλενάδες της νύφης ήρθαν στο γάμο, έριξαν στο τραπέζι ένα δώρο, άλλη 2-3 πήχεις ύφασμα, άλλη ζουνάρι, άλλη σπαλέρι, άλλη λετσ̆έκι και ούτω καθεξής. Όσες δώρισαν κάτι στη νύφη (και δεν βρέθηκε καμία να μην δωρίσει κάτι), κάθισαν σε κοινό τραπέζι επάνω σε σανίδια τοποθετημένα σε ύψος 40 πόντων και έτρωγαν 5-6 μαζί ή και περισσότερες από ένα πιάτο που ήταν βαλμένο σε χαμηλό στρογγυλό τραπέζι. Και το πλέον λιτό φαϊ της νύφης φάνηκε αμβροσία στις δωρήτριες γυναίκες. Δίπλα στις γυναίκες αυτές έβαλαν οι συγγενείς της νύφης τραπέζι και για τα παιδιά. Μα εκεί μπερδεύτηκαν τα πράγματα. Έβαλαν όλα τα παιδιά που ήταν καμιά εικοσαριά σε ένα και μόνο τραπέζι και τα έδωσαν να φάνε τα απομεινάρια του φαγιού των γυναικών. Τα καημένα τα παιδιά πατείς με πατώ ‘σε, άρπαξαν κουταλιές το ένα επάνω από το κεφάλι του αλλουνού, λέρωναν ο ένας τα ρούχα του άλλου και στο τέλος με αδειανή κοιλιά αποσύρθηκαν από το τραπέζι γιατί τελείωσαν τα φαγιά. Την οχλοβοή που γίνηκε με τις γυναίκες και με τα παιδιά τη φαντάζεται ο καθένας πολύ εύκολα. Στις 10 η ώρα ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή «έρχονται οι συμπεθεροί». Αμέσως οι άντρες, οι συγγενείς της νύφης που κάθονταν σε μια πάντα το τσακιού ετοιμάστηκαν για την υποδοχή, δυο δε γυναίκες απομάκρυναν το τραπέζι των δώρων. Οι συμπέθεροι ήρθαν όλοι μαζί, άνδρες και γυναίκες, πρώτα οι άνδρες και ύστερα οι γυναίκες. Οι άνδρες των συμπεθέρων χαιρέτησαν τους συγγενείς της νύφης με το «καλημέρα σας» κι ας ήτανε μεσάνυχτα. Οι συγγενείς της νύφης απάντησαν ψυχρά-ψυχρά «καλημέρα σας». Κανένα χαμόγελο, κανένα κοπλιμέντο. Τέλος πάντων εδώ μυρίζει μπαρούτι λέγαμε αναμεταξύ μας εμείς οι πιτσιρίκοι και από τη χαρά μας πως θα ιδούμε τον καβγά, χτυπούσαμε τα χέρια μας. Στο μεταξύ οι γυναίκες των συμπεθέρων κάθισαν πίσω από αυτούς για να παρακολουθήσουν το λογόπαρμαν. Συμπέθεροι ήταν οι: Κωνσταντίνος Νυμφόπουλος, παπά Δημήτριος Λαμπριανίδης, Γεώργιος Παρμαξούζ, Χαράλαμπος Παρμαξούζ. Συγγενείς ή αντιπρόσωποι της νύφης ήταν οι Κοσμάς Αμάραντος, Νικόλαος Γαρατσάλ και Συμεών Λιανίδης. Ύστερα από πέντε λεπτά σιωπή, άρχισε πρώτος ο Κοσμάς Αμάραντος τη συζήτηση και λέει στους συμπεθέρους: «Για όνομαν Θεού, πέτε μας ποίος είσνε και από πού έρχ̌εσνε και ντο θέλετε; ‘Κ̌’ εγνωρίζομε σας». Απάντησε ο Κωνσταντίνος Νυμφόπουλος: «Είμες μισα̤φίρ’, καλοί χριστιανοί, έρθαμε προσκυνητάδες ση Σουμελά την Παναγίαν και έχομε ομούτ πως θα φιλοξενάτε μας. Για τ’ αβούτα ντο λέγω ορωτέστε το μιλλέτ’ όλ΄ εξέρ’νε μας ντο είμες καλοί χριστιανοί και ντο ΄κ̌΄ εποίκαμε κανάν αδικίαν». Μίλησε τότε ο Νικόλαος Γαρατσάλ: «Καλά και πώς θα εγροικούμε ντο είσνε καλοί χριστιανοί; Εγώ υποψιάσκουμαι να μη είσνε κλεφτάδες, και θα λέγω τον οικοκύρ΄ τ’ οσπιτί να φυλάχκεται!». Γέλια από το μέρος των συγγενών της νύφης. Επαναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Νυμφόπουλος: «Αμάν για όνομα Θεού, για σπογγίστε τ΄ομμάτια σουν και τερέστε μας. Εμείς αν έμ΄νες κλέφτ΄ ‘κ̌ι θα έρχουμες με τα φενέρι͜α να ελέπομε σας». Γέλια από το μέρος των συμπεθέρων. Λέει ο Κοσμάς Αμάραντος: «Καλά, αφού είσνε καλοί χριστιανοί γιατί έρχεσ̌νε τη νύχτα και ‘κ̌΄ έρχεσ̌νε την ημέρα; Ατό τη νύχτας η έλα κάπως εφτάει μας να υποψιάσκουμες». Επαναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Νυμφόπουλος: «Εμείς άσο πολλά την ευλάβειαν εμουν σην Παναγίαν, ΄κ̌’ ενούντσαμε ημέρα μη έν΄ γιόησα νύχτα». Λέει ο Συμεών Λιανίδης: «Εσείν φαίνεσνε μαύροι και αψηλοί άμον Τεπεκό̤ζ, και εχπαράγαμε όνταν είδαμε σας. Για δεβάτε και αμείτε σ’ οσπίτα̤ σουν». Μιλά ο παπά Δημήτριος Λαμπριανίδης: «Κρίμαν! Είδες τα μαύρα τα ράσα μ’ και εθάρεσες πως όλ’ είμες μαύροι, άραπ». Μιλά ο Γεώργιος Παρμαξούζ: «Ντο είμες μαύροι, ατό έν τιμή για τ’ εμάς. Κι αν είμες μαύροι από πού εγέντον ή μαυράδα̤ μουν; Εδούλεψαμε σα χωράφα̤, λιδρωσαμε, επίδρωσαμε, έκαψε μας ο ήλεν και με τον ίδρωμαν εμουν τρώγομαι το ψωμίν εμουν. Κι αν είμες κι αψηλοί άμον Τα̤πα̤κό̤ζ για τ’ ατό ‘κ̌’ επορείτε να κατηγοράτ’ εμας. Εσείν πάλ’ άμον εμάς είσνε. Κρίμαν, κρίμαν. Ο σκλεπέας εκούϊζεν τον μαλέαν κακαπούτσ’». Γέλοια, γέλοια. Μιλά ο Χαράλαμπος Παρμαξούζ: «Εγώ ένα πράμαν εγροίξα, όλ’ εσουν εφέκετεν την θρησκείαν, και λέτεν ανοησίας. Αφού έρθαμε προσκυνητάδες σο μοναστήρ’ ας παρακαλούμε τοι καλογέρτς να φιλοξενούν εμάς και στην ανάγκη ας φιλούμε και το χ̌έρ’ν ατουν, τσ̌ίνκι άσ̌κεμα ερούξαμε. Εγώ μιαν τρανά ομούτα̤ έχω θα φιλοξενούν εμάς σο Μοναστήρ’, ‘κ̌’ έν’ τρόπος». «Ντο λέτεν, οι καλογέρ’ χριστιανοί ‘κ̌’ είναι μη;» λέγει ο παπα Δημήτριος Λαμπριανίδης. «Ατά είπαμ’ ατα σην αρχήν κι απ’ ατότε κιαν στοχ̌εύκουμαι τοι καλογέρτς. Σην αρχήν-αρχήν εγροτέρναν εμάς, άμα ατώρα ντο να λέγω σας; Κάπως ο πρόσωπος ατούν ημερώθεν έναν ξάϊ. Αβουτίν ανθρώπ’ αν εγροικούν ντο ΄κ̌΄ έχομε κακόν τρόπον, μούτλακ θα φιλοξενούν εμας». Λέγει ο Κ. Νυμφόπουλος: «Το να φιλοξενούν εμάς και ν’ αγαπούν εμάς έν’ φυσικόν γιατί πέντε χρόνι͜α εμπροστά εφέκαν εμας και εφύτεψαμε έναν αμπέλ’ σην αυλήν τη μοναστηρί (το κορίτσι το είχαν αρραβωνιασμένο πριν από πέντε χρόνια) κι ατώρα που έγκεν τ’ αμπέλ’ καρπόν, λέτε να εμποδίζ’νε εμας και ν’ αφήν’νε τ’ άλλτς να σωρεύ’νε τα σταφύλι͜α θε;»
Επαναλαμβάνει ο Συμεών Λιανίδης: «Ας λέγω σας γειτονάδες (ακούεται τώρα η πρώτη φωνή συμπαθείας προς τους μουσαφιρέους) αβουτείν οι προσκυνητάδες καλατσεύ’νε μαζλούμκα και καταδεχτικά και κάπως-κάπως πιστεύ’ ατς και τσούζ΄ατς, Ντο λέτεν; Να φιλοξενούμ’ ατς;» Ακολουθούν χειροκροτήματα από μέρους του συμπεθέρων. Λέγει ο αδυσώπητος Κ. Αμάραντος που ήταν και στενός συγγενής της νύφης: «Καλά, αν εφύτεψαν αμπέλ’ σην αυλήν τη μοναστηρί εμουν, ας παίρ’νε τα ημεροκάματα τουν και φεύ’νε». Λέγει ο Σίμος Λιανίδης: «Α! ατό σωστόν ‘κ̌’ έν’, ένας δουλευτέας άνθρωπος ‘κ̌’ επορεί να εφτάει καναέτ’ με το ημεροκάματον ντο δίει σ’ ατόν, εκείνος θέλ’ να τρώει άσ’ σο γέννημα τη χωραφίν ατ’. Το σωστόν αν θέλτς, έχ’νε δίκαιον οι ουσαφίρ’ εμουν». Όλοι οι συμπέθεροι επευφημούν και χειροκροτούν τον Σίμο Λιανίδη και ο Ν. Γαρατσάλ ομολόγησε πως έχουν δίκιο. Ο Κ. Αμάραντος τότε σηκώνεται και λέει: «Ας σου όλ’ εσουν παραδέχες΄νε ντο έχ’νε δίκαιον οι μουσαφίρ’ εγώ άλλο τηδέν ‘κ̌ι έχω να λέω» και αφού πήρε ένα ποτήρι γεμάτο ρούμι το ύψωσε και είπε, «καλώς όρισετεν, πίνω ‘ς σην έλαν εσουν και ο Θεόν να χαρί’ει σας ίντιαν αγαπάτεν». Αντήχησε τότε όλο το σπίτι από τις επευφημίες και των δυο παρατάξεων, Ύστερα από τον Αμάραντο πήραν και οι Ν. Γαρατσάλ και Σίμος Λιανίδης τα ποτήρια τους και ήπιαν εις υγείαν των συμπεθέρων, ύψωσε το ποτήρι ο Νυμφόπουλος και είπε: «Καλοί κύριοι, σας ευχαριστούμε θερμά για τη φιλοξενία σας και προπίνω εις υγείαν της νύφης μας». Το όνομα της νύφης ηλέκτρισε το πλήθος και νέες ζωηρές επευφημίες δόνησαν την ατμόσφαιρα του σπιτιού. Μόλις λέχτηκε το όνομα της νύφης παρουσίασαν οι συμπέθεροι επάνω σε χαμηλό στρογγυλό τραπέζι τα νυφικά που ήταν υποχρεωμένος να τα φτιάξει γαμπρός κατά τα έθιμα της Σάντας. Τα νυφικά ρούχα είχανε μεγάλη αξία και ήταν έξι κομμάτια. Κολαπταλήν τσόχαν, κουλαπταλήν φοτάν, γομάσ̌ ζουπούναν, ζωνάρ’ λαχώρ’, χρυσόν σταυρόν και μεταξωτόν σπαλέρ’. Τα κουλαπταλία νυφικά ήσαν γύρω γύρω κεντημένα με χρυσές κλωστές και τα έφτιαχναν στην Τραπεζούντα ειδικοί τεχνίτες υπάλληλοι του Θ. Πελαγίδη. Τα νυφικά κόστιζαν 10 χρυσές λίρες στο φουκαρά το γαμπρό. Έτσι, ενώ σε όλο τον κόσμο οι γονείς προικίζουν τα κορίτσια τους στη Σάντα μας γινόταν το αντίθετο. Λοιπόν, από τη στιγμή που παρουσίασαν οι συμπέθεροι τα νυφικά τελείωσε το ζήτημα και η νύφη ήταν στη διάθεση των συμπεθέρων. Μόλις τέλειωσε το λογόπαρμαν άρχισαν οι λυριτσήδες να παίζουν τα όργανά τους και να τραγουδούν. Στο μεταξύ έστρωσαν το τραπέζι οι συγγενείς της νύφης για τους συμπεθέρους και στο τραπέζι παράθεσαν τα πιο εκλεκτά φαγητά που είχε να επιδείξει η Σάντα. Οι συμπέθεροι αφού κάλεσαν στο τραπέζι τους και τους συγγενείς της νύφης έτρωγαν χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες επάνω σε χαμηλά και στρογγυλά τραπεζάκια και συγχρόνως έπιναν και ρούμι μοιράζοντας ευχές και ευλογίες. Μισή ώρα μετά, η ευθυμία έφτασε στο κατακόρυφο και άρχισαν το χορό με τη συνοδεία της λύρας και του αγγείου των δυο ονομαστών οργανοπαικτών της Σάντας του Γιάννη Τσ̌άντσ̌α και του Χριστόφορου Λεμόνας. Αρχή χόρευαν κυκλικά τον λαγκευτόν άντρες και γυναίκες μαζί κρατημένοι από τα χέρια και τραγουδούσαν σε ήχο τέταρτο και σε ρυθμό 5άσημο. Ύστερα συνέχισαν τραγούδια σε ρυθμό 9σημο και τότε χόρεψαν τον χορό ομάλ. Μετά τα μεσάνυχτα έφυγαν οι συμπέθεροι και ο χορός εξακολουθούσε ως τα ξημερώματα. Στο μεταξύ, η νύφη παρακάλεσε να ετοιμάσουν το γιαγλίν το τσουμούρ για τις φιλενάδες της, όπως και έγινε. Το πρωί της Κυριακής, αν και διαλύθηκε ο χορός το πήγαινε έλα εξακολουθούσε στο σπίτι της νύφης. Ήσαν όλοι οι συγγενείς της φοβερά απασχολημένοι, πάμπολλα παιδιά έξω μέσα φώναζαν, οι φιλενάδες της νύφης μπαινόβγαιναν με δακρυσμένα τα μάτια, βλέποντας τη νύφη να κλαίει γιατί επρόκειτο να αφήσει το πατρικό τους σπίτι. Κατά το μεσημέρι ξαναγύρισαν στο σπίτι της νύφης οι χορευτές και άρχισε νέος χορός που βάσταξε ως το νυφέπαρμαν. Εθιμοτυπία του γάμου στον Πόντο
Ο γάμος στη Σάντα του Πόντου του Μιλτιάδη Νυμφόπουλου από το ανέκδοτο έργο του η ιστορία της Σάντας. "Τα κορ’τσ̌ακά και το λογόπαρμαν" Πηγή: Ποντιακή Εστία.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com