Η Λίτσασα της Νικοπόλεως του Πόντου του φιλόλογου Νικολάου Εμμανουηλίδη

Η Λίτσασα είναι ένα από τα 96 χωριά της Νικόπολης του Πόντου. Ήταν αμιγές ελληνικό χωριό το οποίο λίγο πριν από την ανταλλαγή αριθμούσε 650 κατοίκους.
Απέχει 12 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα. Γειτονεύει με τα χωριά Καταχώρ' και Ασαρτσ̌ούκ με τα οποία κοινή μοίρα τα συνέδεσε. Το σύνολο των κατοίκων συνοικούσε σε έναν πυκνοκατοικημένο συνοικισμό. Μερικοί κάτοικοι είχαν και εγκαταστάσεις σε δύο εξοχικές συνοικίες Κοτύλα̤ και Καρίτα̤, κάπου 6-7 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού. Ομώνυμος ποταμίσκος διασχίζει το χωριό, και αφού ενωθεί με το «ποτάμιν τ' Ασαρτσ̌ούκ» σχηματίζουν το μεγαλύτερο ποτάμι Τάμζαρα, που χύνεται στον ποταμό Λύκο, γνωστό από την αρχαιότητα. Η Λίτσασα της Νικοπόλεως του Πόντου του φιλόλογου Νικολάου Εμμανουηλίδη Η Λίτσασα ήταν ένα από τα προοδευτικότερα χωριά της επαρχίας Νικόπολεως. Η μεγάλη πρόοδός του αποδίδεται στην επικοινωνία και επαφή των κατοίκων με τους μορφωμένους των παραλιακών πόλεων, που δούλευαν κοντά στα μεταλλεία χρυσού και αργύρου κοντά στο χωριό. Αυτοί υπήρξαν οι φορείς των γραμμάτων και της πνευματικής ανάπτυξης του χωριού. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1870 στη Λίτσασα λειτουργούσε το ένα από τα δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία της επαρχίας, το άλλο ήταν στην πρωτεύουσα την Νικόπολη. Επίσης από το 1860 στην Λίτσασα φοιτούσαν στο σχολείο και κορίτσια, πράγμα που ήταν πολύ μεγάλη πρόοδος για την εποχή εκείνη. Το 1910 λειτουργεί στο χωριό ένα σχολείο με 80 μαθητές και 2 δασκάλους. Περί το 1914, ένα σχολείο με 3 δασκάλους. Λίγο πριν από το 1922, ένα πλήρες δημοτικό σχολείο και 2 τάξεις του ελληνικού, δάσκαλοι 2-3. Ο Λιτσασιανός Παναγιώτης Ποτουρίδης στο χειρόγραφο βιβλίο του με τίτλο «Ιστορίες και ενθυμήματα» δίνει λεπτομέρειες: «Το σχολείο μας ήταν διώροφο, είχε 150 μαθητές και 2 δασκάλους. Επειδή οι δάσκαλοι δεν επαρκούσαν, ανέθεταν σε καλούς τακτικούς μαθητές των τελευταίων τάξεων να διδάσκουν στους μαθητές Α' και Β' τάξεων. Το σχολείο λειτουργούσε πρωί - απόγευμα. Κατά το απόγευμα του Σαββάτου είχαν οι μαθητές γυμναστική, άσματα και χειροτεχνία. Στις 30 Ιανουαρίου, γιορτή των Τριών Ιεραρχών, γινόταν μεγάλη σχολική γιορτή με απαγγελίες και θεατρικά σκετς και οι γονείς έπαιρναν την βαθμολογία των παιδιών τους. Στο τέλος της γιορτής γινόταν η δημοπρασία των δώρων, που είχαν μαζέψει οι μαθητές κατά τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές και τα χρήματα της δημοπρασίας τα έβαζαν στο σχολικό ταμείο για την πληρωμή των δασκάλων». Δάσκαλοι του σχολείου ήσαν οι: Παναγιώτης Βασιλειάδης ή Φυτιάνος ο λογιότατος, όπως τον έλεγαν, ο Μιχαήλ Κανώτας και οι νεότεροι: Συμεών Συμεωνίδης από το χωριό Κεϊλίκα, Αβραάμ Κιλιντήρ, ντόπιος, και Χρήστος Εμμανουηλίδης από το Ασαρτσ̌ούκ, ο πατέρας μου. Τα έξοδα συντήρησης του σχολείου και της πληρωμής των δασκάλων προέρχονταν από τους πόρους της εκκλησίας, εισιτηρίων, δωρεών και κυρίως από τα ταμεία των αποδήμων κατοίκων του χωριού, που δούλευαν στα ανθρακωρυχεία Ζουγκουλντάκ και τα μεταλλεία Πάλιας. Το χωριό είχε δύο εκκλησίες προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, μια παλιά μέσα σε βράχο και μια καινούργια, που κτίστηκε το 1875, κατά την περίοδο ακμής των μεταλλείων και της οικονομικής προόδου του χωριού. Η καινούργια αυτή εκκλησία, χτισμένη στην θέση Ναύλα στην είσοδο του χωριού, ήταν λιθόχτιστη, επιβλητική, βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, είχε μεγαλοπρεπές εικονοστάσι και ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο του Νικοπολίτη λειτουργού Παν. Τέμνοτζη. Η καινούργια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου σώζεται μέχρι σήμερα. Την επισκεφτήκαμε τον Αύγουστο του 1998 κατά το προσκύνημά μας στις προγονικές πατρίδες του Πόντου. Στέκεται ακόμη επιβλητική, πνιγμένη στο πράσινο. Εντυπωσιάζει εξωτερικά τον προσκυνητή. Σε εντοιχισμένη επιγραφή πλάγιας εισόδου, αριστερά, διαβάζουμε: «ΤΑ ΚΤΙΣΤΡΑ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ ΕΔΩΚΕΝ Η ΚΥΡΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΣΑΜΛΟΓΛΙΝΑ». Ωραίοι μαρμάρινοι κίονες με γαλάζια κιονόκρανα συγκρατούν την οροφή. Ελάχιστα δείγματα από τον πλούσιο διάκοσμο των πλαγίων τοίχων και της οροφής σώζονται, όπως αγγελάκια στο ιερό και λουλούδινες διακοσμήσεις. Για εμάς τα έξι αδέλφια είχε ιδιαίτερη σημασία η εκκλησία αυτή, γιατί εδώ τέλεσε τους γάμους του o πατέρας μας. Πόση συγκίνηση νιώσαμε, όταν στους τοίχους του γυναικωνίτη είδαμε γραμμένο το ονοματεπώνυμο του πατέρα μας σε τρία διαφορετικά μέρη και μια φορά στους τοίχους του ιερού! Κάτω από το ονοματεπώνυμο, κάπου και η ημερομηνία! 23.3.1923, ημέρα Σάββατο. Ήταν γραμμένα και άλλα ονόματα των κατοίκων. Τα γράψανε προφανώς θέλοντας να αφήσουν τα ίχνη τους, λίγο πριν αποχωριστούν τον τόπο τους με την ανταλλαγή, όπως δείχνουν και οι ημερομηνίες που συνοδεύουν τα ονόματα. Σήμερα η εκκλησία χρησιμοποιείται ως αχυρώνας από τον τούρκο ιδιοκτήτη. Όταν την επισκεφτήκαμε ήταν άδεια και μπορέσαμε να την περιεργαστούμε. Μας ζήτησε μάλιστα χρήματα, για να την συντηρεί καλά. Το ιερό τέμπλο, ο επιτάφιος, οι εικόνες και άλλα εκκλησιαστικά είδη μεταφέρθηκαν από τους κατοίκους με την ανταλλαγή στην Ελλάδα και κοσμούν σήμερα την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου στις Σάππες Ροδόπης. Κατά την επιστροφή μας από τον Πόντο, περάσαμε από τις Σάππες και τα είδαμε. Μας ξενάγησε ο νεωκόρος της εκκλησίας. Λεπτομέρειες για τη μεταφορά των ιερών αυτών κειμηλίων, μας δίνει ο Παν. Ποτουρίδης στο χειρόγραφο βιβλίο του «Ιστορίες και Ενθυμήματα». Υπήρχαν στο χωριό και τέσσερα παρεκκλήσια: των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, του Αγίου Πνεύματος, της Αναλήψεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ιερείς μας στην Λίτσασα ήσαν τρεις: ο Χατζή παπά Μιχαήλ Αλεξανδρίδης (κατά κόσμον Ιεροκλής), ο παπά Ιωάννης και ο παπά Νικόλαος Αλεξανδρίδης, ο άγιος Πετράς όπως τον έλεγαν. Ήταν όλοι τους μορφωμένοι. Ο πρώτος ήταν απόφοιτος της Ιερατικής σχολής των Ιεροσολύμων. Μετά την αποφοίτησή του παντρεύεται στην γενέτειρά του και επιστρέφει στα Ιεροσόλυμα, όπου από τον κηδεμόνα θείο του παπά Νικόλα χειροτονείται πρεσβύτερος. Ξαναγυρίζει στο χωριό του, όπου μέχρι το 1914 υπηρετεί ως εφημέριος. Μετά φεύγει στη Ρωσία και από εκεί στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Ελασσόνα. Αξιολογότερος όλων ήταν ο παπά Νικόλαος Αλεξανδρίδης, o επονομαζόμενος άγιος Πετράς. Ήταν έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών. Μετά το θάνατο της γυναίκας και των παιδιών του, εγκαταλείπει τα εγκόσμια και αποφασίζει να αφοσιωθεί στο Θεό. Μετά από πολλές περιπέτειες, πεζοπορώντας δια ξηράς, έρχεται στην Πόλη. Γρήγορα προσλαμβάνεται ως ιερέας και ασκεί επί τέσσερα χρόνια τα καθήκοντά του σε εκκλησία της Πόλης. Θέλοντας να εκπληρώσει διακαή του πόθο, φεύγει για τους Αγίους Τόπους και αποσύρεται ασκητής σε μια σκήτη. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, εκτιμώντας την αγιοσύνη του, τον προσκαλεί και τον κάνει επίσκοπο Πέτρας. Αφού πέρασε όλες τις βαθμίδες της ιεροσύνης, απεδήμησε σε ηλικία 110 ετών, όπως μαρτυρεί ο συνομήλικός του Θεόδωρος Ταμουρίδης. Πρόκριτοι του χωριού Λίτσασα της Νικόπολης του Πόντου ήσαν: ο Χατζή Ηλίας Αλεξανδρίδης, ο Ιωακείμ Παπαδόπουλος, οι Ταμουράντ, οι Ποτουράντ, οι Τελπιζάντ, οι Βαγγελάντ. Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878, ο Παύλος Κούρογλου πήρε από το χωριό 60 οικογένειες και έφυγε για τη Ρωσία. Τελικά, εγκαταστάθηκαν στο Καρς οι Λιτσασιανοί αυτοί και προόδευσαν, ασχολούμενοι με τη μεταλλουργία την οποία γνώριζαν από την πατρίδα τους, με την κτηνοτροφία, την μελισσοκομία, την κεντητική και την υφαντουργία. Ασχολίες των κατοίκων του χωριού ήταν η γεωργία και κτηνοτροφία. Νικόπολη - Γαράσαρη Πόντου: Χωριά, Τοπωνύμια, Χοροί, ήθη, έθιμα, παραδόσεις
Παρήγαγαν για τις ανάγκες τους γαλακτοκομικά προϊόντα στους γιαϊγλέδες τους και φημισμένο ούζο από τα μούρα. Ορεινό χωριό η Λίτσασα, περιβαλλόμενο από δασώδη βουνά, δεν είχε επαρκείς καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Ούτε και στους εκτεταμένους γιαϊγλέδες υπήρχαν αξιόλογα χωράφια για καλλιέργεια. Πλούτος εισέρρευσε στο χωριό από τα μεταλλεία στυπτηρίας (στύψης). Το ορυκτό, από το οποίο παραγόταν η στύψη, μοιάζει με ασβεστόπετρα ή μαρμαρόπε τρα, με λεπτές μαύρες φλέβες, και βρισκόταν σε ορισμένες περιοχές των χωριών Καταχώρ' και Κιογνιούκ. Ανοίχτηκαν λατομεία στις περιοχές αυτές, από τα οποία οι κάτοικοι των γύρω χωριών Καταχώρ', Κογνιούκ, Λίτσασα και Ασαρτσ̌ούκ προέβαιναν σε εξόρυξη του ορυκτού για την παραγωγή της στύψης. Τόσο μεγάλη ήταν η ζήτηση και τόσο πολλά τα κέρδη από την πώληση, ώστε οι περισσότεροι κάτοικοι των χωριών αυτών, αφήνοντας κάθε άλλη απασχόληση, επιδόθηκαν στην παραγωγή στύψης ως εργάτες, ως τεχνίτες και ως επιχειρηματίες. Από τη Λίτσασα διέπρεψαν στην εκμετάλλευση της στύψης οι: Θεόδωρος και Παρασκευάς Ταμουρίδης, Σταύρος Ποτουρίδης, Χατζή Ηλίας Αλεξανδρίδης. Πολλοί Λιτσασιανοί έκαναν μεγάλες περιουσίες, βελτίωσαν τους όρους διαβίωσης και διευκολύνθηκαν στην αναχώρηση για την Ελλάδα κατά την ανταλλαγή. Τα μεταλλεία λειτούργησαν μέχρι την επικράτηση του Κεμάλ. Όταν έκλεισαν τα μεταλλεία, άλλοι εγκαταστάθηκαν στην Νικόπολη (μεταξύ αυτών και ο Χατζή Ηλίας Αλεξανδρίδης), άλλοι έφυγαν στην ξενιτιά για μια καλύτερη τύχη. Οι περισσότεροι, όμως, έμειναν στον τόπο τους, όπου ζούσαν φτωχικά Η ήσυχη ζωή των κατοίκων επιδεινώθηκε μετά το 1916. Πειναλέοι τουρκολαζοί, πρόσφυγες του ρωσικού μετώπου, εισέβαλαν στο χωριό, προβαίνοντας σε αρπαγές και λεηλασίες. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα γύρω δασώδη βουνά, για να σώσουν τη ζωή τους. Επέστρεψαν μετά τη φυγή των εισβολέων. Με την ανταλλαγή το 1924 πήραν μαζί τους ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν και σκόρπισαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ενώ κάποιοι έφυγαν στη Ρωσία.
Η Λίτσασα της Νικοπόλεως του Πόντου του φιλόλογου Νικολάου Εμμανουηλίδη Πηγή Ποντιακή Εστία
Λεζάντα 1ης φωτογραφίας: Από το Ασαρτσ̌ούκ Νικόπολης στα Κύργια Δράμας. Τα αδέλφια Νικόλαος και Ηλίας Εμμανουηλίδης με τις συζύγους τους και με μια συγγενή τους.
Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: Το όνομα του Χρήστου Νικολ. Εμμανουηλίδη γραμμένο στον τοίχο του γυναικωνίτη του ναού Αγίου Γεωργίου Λίτσασας Νικόπολης του Πόντου, ανάμεσα σε άλλα ονόματα κατοίκων, που θέλησαν να αφήσουν τα ίχνη τους φεύγοντας, με την ανταλλαγή, για την Ελλάδα. Ο Χρ. Εμμανουηλίδης απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, διετέλεσε δάσκαλος στη Λίτσασα τα τελευταία χρόνια πριν από την ανταλλαγή, για να συνεχίσει το λειτούργημά του στα Κύργια Δράμας. Απο την Καβάλα στην Γαράσαρη, του Γεωργίου Κιουρκενίδη (1954)
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com