Απο την Καβάλα στη Γαράσαρη του κ. Γεωργίου Κιουρκενίδη Καβάλα, 1954

Ο κ Παναγιώτης Γιουρκενίδης με την Κερασούντια κα Μελπομένη Ζυμαρίδου, τη μητέρα και την κόρη της στα ΚοτύωραΈτος 1922. Ένας τραγικός ιστορικός σταθμός στην ιστορία της ζωής και του έθνους μας. Εγκαταλείψαμε τα πάντα μαζί με τους τάφους των πατέρων μας και φθάσαμε στην αιώνια φωτοβόλο μάνα μας την Ελλάδα, γυμνοί, πεινασμένοι, ναυάγια από πάσης απόψεως. Μα φέραμε μαζί μας την άσβεστη φλόγα της νοσταλγίας.

Σιγά σιγά με πολλά βάσανα και στερήσεις ριζώσαμε σε νέο χώμα όπου μας έριξε η μοίρα μας. Ο πόθος όμως να ιδούμε τα ιερά χώματα της πατρίδας μας, να ξαναδούμε τις θάλασσες, τα βουνά και τους κάμπους, τα δάση, τους αγρούς και τα σπίτια μας, να προσκυνήσουμε τους ιερούς τάφους των πατέρων μας, να κλάψουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας και να αφήσουμε στα ιερά εκείνα χώματα τα δάκρυά μας σαν εξιλαστήρια θυσία. Ο πόθος αυτός δεν έσβησε και ούτε θα σβήσει ποτέ όσο αναπνέουμε στη ζωή αυτή. Και δίνουμε εντολή στα παιδιά μας να μην ξεχάσουν ποτέ τη γη που γεννήθηκαν οι πατέρες τους και οι πατέρες μας. Τους ιερούς πόθους τους εισακούει ο Θεός, τους ευλογεί και τους πραγματοποιεί. Έτσι με βοήθησε και μένα η Θεία Πρόνοια να ξεκινήσω για το ιερό προσκύνημα. Στις 6 Ιουλίου του 1953 ξεκινώ από την Καβάλα για την Κερασούντα και την Γαράσαρη μέσω Ξάνθης σιδηροδρομικώς. Την άλλη μέρα, στις 8 το πρωί φτάνω στην πεντάμορφη Πόλη. Επισκέπτομαι την Αγιά Σοφιά την ίδια ημέρα και ώρα στις 4 το απόγευμα αναχωρώ ατμοπλοϊκώς για τη γενέτειρά μου, την Κερασούντα. Στο ατμόπλοιο με περίμενε μια έκπληξη, βρίσκω συνταξιδιώτες τους κύριους Θεόδωρο Μουμτζίδη, Νεοκλή Νικολαϊδη, Ιάκωβο Λαυρεντιάδη, Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, Βλάσιο Κυριακίδη και Χριστόφορο Παναγιωτίδη. Όλοι έμποροι από τη Θεσσαλονίκη, καταγόμενοι από την Αργυρούπολη στην οποία πηγαίνουν και αυτοί ως νοσταλγοί και φλογεροί προσκυνητές. Περνάμε από τα λιμάνια Ζόγκουλτακ, Ινέπολης, Σινώπης, Αμισού και παραπλέουμε την Πουλαντζάκη. Μπροστά μας ξεφυτρώνει το ακρωτήριο του Αγίου Βασιλείου και σε λίγο βρισκόμαστε στο λιμάνι της Κερασούντας. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας προσπαθώ να διακρίνω τα σπίτια και τα σοκάκια της γενέτειρας μου με τα μάτια της ψυχής, πριν καν τα αντικρίσω στο φως. Η ώρα είναι 12 τα μεσάνυχτα. Αποχαιρετώ με χαρούμενες κραυγές τους φίλτατους μου συνταξιδιώτες που ανέφερα πιο πριν και αποβιβάζομαι. Μόλις πατώ τη σκάλα της προκυμαίας κάνω το σταυρό μου και προσκυνώ τα άγια χώματα. Οι εκεί ευρισκόμενοι τούρκοι από τα αποχαιρετιστήρια επιφωνήματα στην ελληνική γλώσσα με τους συνταξιδιώτες μου έμαθαν ότι «Ρούμ κελτί Γιουνανισαντάν», δηλαδή «Έλληνας ήρθε από την Ελλάδα» και με τη γνωστή φιλοξενία τους με αγκαλιάζουν, με καλωσορίζουν θερμά όλο χάρη και με οδηγούν στο ξενοδοχείο Κιούβελι οτέλ. Την ίδια ώρα τηλεγραφώ στην Καβάλα στην οικογένειά μου. Το πρωί πήραν το τηλεγράφημα μου. Το λέω προς τιμή των εκεί υπαλλήλων. Το τηλεγραφείο στεγάζεται εις το άλλοτε κατάστημα του κ. Ατματζίδη ή Κιουρτιουνλή. Την επόμενη ημέρα πολύ πρωί πηγαίνω στο κεντρικό καφενείου όπου αμέσως με περιτριγυρίζουν πολλοί τούρκοι. «Τα χόσ̆ γκελντινίζ Γιώργη εφέντη» και οι ερωτήσεις για γνωστούς και φίλους στην Ελλάδα πέφτουν σαν βροχή. «Γιώργη εφέντη Ασλάν ογλουλαρτάν κίμ βάρ, Δελή κιαβούρ, Κιλίτς ογλού, Τομπούλογλου, Ερμέζολγου, παπανίζ Αναστάς σάγμιτηρ; Νε ολιορλάρ; Ζούν, τι γίνονται; Και πολλά άλλα ονόματα που δεν μπορούσε να συγκρατήσει η μνήμη μου. Την ίδια ημέρα επισκέπτομαι το δήμαρχο Κερασούντας Ισμαήλ Βέη Φεριτήν Ζατέ στον οποίο προσφέρω ένα μπουκάλι κονιάκ Μεταξά των 5 αστέρων. Στην Κερασούντα έμεινα 15 μέρες και γύρισα τις εκκλησίες, την Αγία Τριάδα στην οποία στεγάζεται σήμερα το ηλεκτρονικό εργοστάσιο, τον Άγιο Νικόλαο ο οποίος άλλοτε χρησίμευε ως αποθήκη άλατος, σήμερα δε είναι άδειος με κλειστή την πόρτα. Τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος η οποία σήμερα είναι πολιτικές φυλακές. Εδώ μέσα μέσω του σκοπού, ζητώ την άδεια να εισέλθω από το διευθυντή των φυλακών, ο οποίος κατάγεται από τη Ριζούντα και είναι άνθρωπος ευγενέστατος. Με δέχεται ευχαρίστως. Επισκεπτόμαστε το εσωτερικό των φυλακών. Αναζητώ το άλλοτε εκεί δημοτικό σχολείο της Λιμένης στο οποίο φοιτούσα στην πρώτη και δεύτερη τάξη. Δυστυχώς δεν το βλέπω πουθενά διότι κατεδαφίστηκε. Μαζί με εκείνο, έγιναν ερείπια τόσες παιδικές μου αναμνήσεις και η ψυχή μου πληγώνεται θανάσιμα. Ζητώ επίσης το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου το οποίο δυστυχώς και αυτό βρίσκεται κατεδαφισμένο. Ο διευθυντής των φυλακών με παρακαλεί να πάρουμε έναν καφέ. Δέχομαι ευχαρίστως και καθόμαστε. Που νομίζετε; Πάνω στο άλλο τμήμα του Καπετάν Γιώργη, όπου έχτισε ο ίδιος ο διευθυντής ένα καλοκαιρινό κιόσκι. Μεταξύ άλλων μου λέει ότι καθώς ακούει από τους ντόπιους τούρκους Κερασούντιους, η Κερασούντα άλλοτε στην εποχή των Ελλήνων ήταν Παρίσι και σήμερα κατάντησε κωμόπολη με 10.000 κατοίκους και καταράται τους υπαίτιους της εκρίζωσης των Ελλήνων. Σε ανάλογη συζήτηση άλλος τούρκος Κερασούντιος μου είπε: "Αλτουνλαρή βερτήκ τα, πακηρλαρή αλτήκ" δηλαδή δώσαμε το χρυσάφι (εννοεί τους Έλληνες) και πήραμε το χαλκό (εννοεί τους τούρκους της Ελλάδας). «Είχα ΄σε κα ΄κ̆ι εθέλνα ‘σεν, εχάσα ‘σεν κα αράβω ‘σεν»
Αποχαιρετώ το φίλο μου και κατεβαίνω εις την Λόντσαν στο ακρογιάλι όπου κατά την ημέρα των Φώτων Έλληνες και τούρκοι αδελφωμένοι παρακολουθούσαν την Αγία Τελετή του Αγιάσματος των υδάτων και της καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού. Εδώ είμαι μόνος και επομένως μπορώ να κλάψω όσο θέλω. Βλέπω το άπειρο εκείνο πλήθος με τα γιορτινά του, παπάδες, ψάλτες, λαός, μικροί και μεγάλοι με ταπαντάδες και τα φυσέκια και με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε» βγαίνουν από την εκκλησιά, βαδίζουν προς το γιαλό. Ιερές ψαλμωδίες, τελετή αγιωτάτη. Τα ατσαλένια παιδιά της Κερασούντας ρίχνονται στη θάλασσα για να πιάσουν το Σταυρό. Ίτε παίδες Ελλήξων! Ιερός αγών μέσα στην παγωμένη θάλασσα ποιος να πρωτοπάρει το Σταυρό και να γυρίζει ύστερα με την εφορεία του σχολείου για να συλλέξουν τις περισσότερες προαιρετικές εισφορές για τα σχολεία. Γιατί να πολυλογίσω; Εδώ είναι τόπος ιερός, κλάψε ψυχή μου να ξαλαφρώσεις, κλάψε θρήνησε παρηγορήσου, πλύνε με το αλμυρό αγιασμένο νερό της γαλάζιας και πολυθρύλητης θάλασσας του Εύξεινου Πόντου, του Φρίξου και της Έλλης, των Αργοναυτών, των αμέτρητων Αργοναυτών. Επισκέπτομαι το Ημιγυμνάσιο στο Σοκάκ πάση. Ένα τετραώροφο λιθόκτιστο μέγαρο το στολίδι της Κερασούντας. Ω μαθητικές μου αναμνήσεις! Στέκεται και σήμερα περήφανο και αγέρωχο, διαλαλώντας ανά τους αιώνες ότι εδώ κάποτε δίδαξαν και μόρφωσαν οι Διγενήδες του Γένους, Είναι το σχολείο μου. Εδώ φοίτησα την τρίτη και τέταρτη τάξη το 1912-1914. Σαν σε κινηματογραφική ταινία περνούν μπροστά από τα μάτια της ψυχής μου οι σεβαστοί μου διδάσκαλοι, ο Σανταλίδης, ο Βοριάδης, ο Μόρφης, ο Μήτρον δέσκαλον, ο Χρίστον ο δέσκαλον και πολλοί άλλοι με τους συμμαθητές μου. Συγκινούμαι, συγκλονίζομαι σύψυχα και σύγκορμα. Μπορώ να κρατηθώ; Μπορεί να μην πάω μέσα να δω τι γίνεται; Ευτυχώς ο επιστάτης με έφερε στο διευθυντή του σχολείου ο οποίος με υποδέχτηκε ευγενικά. Γυρίζουμε όλες τις αίθουσες. Βλέπω το θρανίο μου. Είναι το ίδιο. Το αντικρίζω σιωπηλός. Μου φαίνεται ότι με καλωσορίζει πένθιμα. Κάθομαι στο πολυαγαπημένο θρανίο. Κλαίω από συγκίνηση. Ο αγαθός διευθυντής με παρηγορεί. Σε όσους ξέρουν το σχολείο είναι περιττή η περιγραφή μου. Αίθουσες ευρύχωρες σαν το ελληνικό πνεύμα. Παράθυρα μεγάλα, πάτωμα πλακοστρωμένο με μωσαϊκές πλάκες. Βγαίνω αλλιώτικος άνθρωπος, ξαναγεννημένος. Στην Κερασούντα συναντώ την κα. Μελπομένη Ζυμαρίδου το γένος Καρυπίδη με το κοριτσάκι της την Ελένη 5 ετών, ένα αγγελουδάκι και τη μητέρα της, Κερασούντιες και αυτές στην καταγωγή και σήμερα κάτοικοι Καλλιθέας Αθηνών. Ήρθαν και αυτές για προσκύνημα σαν και μένα. Με τη Μελπομένη ταξιδέψαμε στην Ορντού μέσω Πουλαντζάκης και Απτάλ και έπειτα στις 8 Ιουλίου ξεκινήσαμε για την Τραπεζούντα μέσω Κεσάπ, Γιόλ-Αγούζ, Έσπιε, Τρίπολις, Χαρσούτ, Κιόπρελε, Πλάτανα. Από τα πρόθυρα της Τραπεζούντας βλέπουμε την Αγιά Σοφιά τζαμισί. Στην Τραπεζούντα μένουμε 2 ημέρες. Η Παναγία της Πάλτζανας και στην κορυφή του όρους ο Άγιος ΒασίλειοςΕπισκεπτόμαστε την αγορά Κοντουρα τζηλέρ, Σεμερτζιλέρ-πασή με τα πλούσια καταστήματα της, το Μέγαρο του Κωστάκη που είναι ένα κτίριο σπάνιο στην Ανατολή. Το Φροντιστήριο, τον πνευματικό φάρο του Πόντου και το Σοούκ-Σογιού όπου βρίσκεται η έπαυλη του Κεμάλ, κτήμα άλλοτε του Κωστάκη Καπαγιαννίδη. Επιστρέφουμε ατμοπλοϊκώς στην Κερασούντα. Στις 22 Ιουλίου με μια κούρσα ταξιδεύω για τη Νικόπολη (τη Γαράσαρη). Μισή ώρα μετά φτάνουμε στο Ερμέζ. Πίνω το κρυστάλλινα νερό και φεύγω. Φτάνουμε στο Δεσπότ-σουγού, Κουλάκ Καγιά, Ικί Σουϊ, Τέμ Τερέ, Εϊριπέλ, το βουνό με το τεράστιο ύψος, τον δροσερό αέρα και τα αιώνια χιόνια του. Ανοίγω τις σελίδες της ιστορίας από τη μνήμη μου. Εδώ άλλοτε ο τόπος ήταν κτήμα της ελληνικής οικογένειας Κιούρογλου ή Τριανταφυλλίδη από την Κερασούντα. Ήταν ζωέμποροι. Κάθε χρόνο παραθέριζαν εδώ με τα πλούσια κοπάδια τους. Σήμερα ακούω τα κουδουνίσματα των τουρκικών κοπαδιών και η συγκίνησή μου είναι πολύμορφη. Το Εϊριπέλ όμως στάθηκε τυχερό. Από την οικογένεια των Κιουλόγλου ο ανεψιός τους, ο κ. Βασίλειος Βασιλειάδης βρίσκεται σήμερα στην Φιλαδέλφεια της Αμερικής. Χρημάτισε και πρόεδρος του εκεί Ποντιακού Συλλόγου Ακρίτες. Τον νιώθω κοντά μου. Τον αγκαλιάζω νοερά, τον φιλώ. Φιλώ το χώμα του Εϊριπέλ δύο φορές, μία για μένα και μία για τον αγαπητό μου κ. Βασιλειάδη, τον άλλοτε συμμαθητή μου στην Κερασούντα. Ο κ. Βασιλειάδης μέσα στους ουρανοξύστες της Αμερικής δεν ξέχασε ούτε τη γενιά του ούτε το Εϊριπέλ. Αγόρασε στη Φιλαδέλφεια ένα βουνό και που ονόμασε Εϊριπέλ. Αυτός είναι ο Έλληνας του Πόντου. Ξεκινάμε από Εϊρίπελ και περνάμε από τα άλλοτε ελληνικά χωριά Ασαρτσούκ, Λίτσασα, Κατωχώρ, Τάμζαρα και φτάνουμε στη Νικόπολη. Η διαδρομή μας από την Κερασούντα στη Νικόπολη κράτησε πέντε ώρες. Τι τα θέλετε; Άλλος είναι ο ήλιος και ο αέρας της αθάνατης Γαράσαρης. Δεν χορταίνω να βλέπω τα βουνά και όλες τις ομορφιές της. Καταλύω στο ξενοδοχείο Εμέκ. Τηλεφωνώ στον διοικητή ασφαλείας, Ριζά βεή εάν χρειάζονται διατυπώσεις για τη μετάβασή μου στα χωριά της περιφέρειας. Ο κ. Ριζά με παρακαλεί να περάσω στο γραφείο του μόνο για 5 λεπτά της ώρας. Πηγαίνω αμέσως. Με υποδέχεται ευγενέστατα, πλέκει το εγκώμιο της Ελλάδας, προσφέρει καφέ και προσθέτει: «Γιώργη εφέντη είσαι ελεύθερος να πας όπου θέλεις χωρίς διατυπώσεις και χωρίς φόβο». Την επόμενη ημέρα με αυτοκίνητο περνώ από Αγουτμούς, Κόρατσα, Καράκαβαζτα και φτάνω στον αστυνομικό σταθμό της Μπάλτζανας, όπου άλλοτε ήταν η Παναγία και σήμερα δυστυχώς είναι τζαμί. Η Παναγία της Μπαλζάνας την οποία έχτισε ο θεοσεβέστατος π. Κύριλλος Μαυρομάτης ή αλλιώς «Τη Πάλτζανας ο καλόγερον» με τη συνδρομή και δράση των κατοίκων του ίδιου του χωριού και των περιχώρων, σήμερα όπως ήδη είπα είναι τζαμί. Επίσης και η εκκλησία του Τρουψή του Αγίου Θεοδώρου είναι σήμερα τζαμί το δε σχολείο του Τρουψή είναι η τουρκικό σχολείο. Οι εκκλησίες Νικοπόλεως και των γύρω χωριών, Καλατζούκ, Έσολα, Φέϊλερε, Αλισάρ, Ισπαμαχαλεσί, Χάχουλας, Καγκά-Τιπή, δεν υπάρχουν, δεν σώζονται ούτε τα ερείπια τους. Από το σταθμό με ζώο φτάνω στο χωριό Έσολα όπου με υποδέχεται εγκαρδίως ο Κοτίκ μολάς. Πίνω ευχαρίστως τον καφέ του, τα λέμε εγκαρδίως και αναχωρώ για τη γενέτειρα των προγόνων μου την Φέϊλερε. Εκεί ο φίλος μου Μουσταφάς Χαφούζ Γιλμάζ μου προξενεί κατάπληξη με τα παιδιά του και τους γείτονές του. Με περίμεναν κοντά στο Κιόρ-πογάρ όπου άλλοτε ήταν και το χάνι του Μεμίτσ̆. Με οδηγούν εν πομπή στο φιλόξενο σπίτι του, άλλοτε σπίτι του παπα-Νικήτα Αϊβαζίδη. Ο αγαπητός αυτός φίλος μου δεν ξεχνά την πατροπαράδοτη φιλοξενία του και επιμένει να μου πλύνει τα πόδια. Αρνούμαι επίμονα και στο τέλος συνθηκολογούμε. Εκείνος έριχνε το νερό και εγώ τα έπλυνα. Κοιμούμαι αναπαυτικά. Το πρωί ξεκινώ για το προσκύνημα. Προσκυνώ την εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου, τους τάφους των προγόνων μου. Ανάβω κεριά και τρέμω από συγκίνηση. Τα μάτια μου δακρύζουν αδιάκοπα, δεν χορταίνω να βλέπω όλα τα γύρω μου εκκλησιά, τα βουνά και τα αιωνόβια τεζία (πεύκα), τα ορμάνια, τα χωράφια, τα τσαϊρια. Αναμνήσεις ατέλειωτες. Ο φίλος μου Μουσταφά Χαβούζ με συνοδεύει, με παρηγορεί εγκάρδια. Επισκεπτόμαστε τα βουνά μας Τσάλ – τάγ, μαζεύουμε Παναγίας δάκρα̤ (αμάραντα). Με βοηθούν πρόθυμα στο μάζωμα και οι φίλοι μου, Μένω τρείς μέρες στο χωριό μέσα σε θερμή φιλοξενία. Μαζί με το φίλο που με φιλοξενεί επισκέπτομαι με άλογο τα χωριά Αλισάρ, Τρουψή γενέτειρα της συζύγου μου, Έσολα, Καλατσούκ. Παντού θερμή υποδοχή και ερωτήσεις αδιάκοπες για γνωστούς και φίλους. Με την ψυχή γεμάτη από ικανοποίηση και νοσταλγία και με την πίκρα του χωρισμού από τα άγια χώματα επιστρέφω στην Κερασούντα. Καταλύω αυτή τη φορά στο ξενοδοχείο «Κέντσαγα» όπου ξανασυναντώ τις Κερασούντιες προσκυνήτριες. Επισκεφθήκαμε μαζί όλες τις συνοικίες: Λιμένη, Τσιρόνη, Κόκορι, Χατσί Ισεϊν, Σάγ-τάς, Γενί-γκόλ και τελευταία την ωραία Ακρόπολη της Κερασούντας. Μένω τέσσερις ημέρες και με το ατμόπλοιο «Τράπεζον» φτάνω στην Κωνσταντινούπολη. Συναντώ τους αγαπητούς μου φίλους Κώστα Αντωνιάδη από την Έσολα, Μιχαήλ Ορφανίδη και πολλούς άλλους πατριώτες. Φανταστείτε τις ατέλειωτες ερωτήσεις για την πατρίδα και τις εντυπώσεις μου. Στις 4 Αυγούστου ξεκινώ από την Κωνσταντινούπολη και την επόμενη πάλι μέσω Ξάνθης σιδηροδρομικώς φτάνω στην αγαπημένη μας Καβάλα. Ευχαριστώ το Θεό διότι με αξίωσε να ξαναδώ τα ιερά χώματα των προγόνων μου και να ανάψω ένα ευλαβικό κερί πάνω στους τάφους των γονέων και όλων των συμπατριωτών μου.
Γεώργιος Α Κιουρκενίδης. Καβάλα, 1953.

"Απο την Καβάλα στη Γαράσαρη" του Γεωργίου Κιουρκενίδη. Πηγή: Ποντιακή Εστία τεύχος 53o-54o. Θεσσαλονίκη, 1954  Νικόπολις - Μαυρόκαστρον - Γαράσαρη Sebinkarahisar (Playlist)

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ