Πως κάηκε το χωριό Τσιμπρικά (1884) - Μία δίκη που βάσταξε δώδεκα χρόνια – του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη (Ά Μέρος)
Πως κάηκε το χωριό Τσιμπρικά - Μία δίκη που βάσταξε δώδεκα χρόνια – του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη
Ο Χαμίτ Μπέης. Το κονάκι του Χαμίτ μπέη ήταν κτισμένο στο υψηλότερο σημείο της Τουρκικής συνοικίας της Άρδασσης, υπεράνω από τον δημόσιο δρόμο που συνέδεε την Τραπεζούντα με το Ερζερούμ και την Περσία. Σπίτι διώροφο ανατολίτικου ρυθμού με αρκετά δωμάτια. Το σελαμλίκ, αίθουσα για τους άνδρες και χαρέμια για τις γυναίκες. Τα παράθυρα μικρά και όλα με σιδηρές ράβδους σταυρωτές και καφάσια: Ντιβάνια, χαλιά, κιλίμια και μιντέρια, ένα χαμηλό τραπεζάκι με ταμπακέρα γεμάτη λαθραίο καπνό, σιγαρόχαρτα, γύρω μαξιλάρια, αποτελούσαν τον διάκοσμο της αίθουσας. Στους τοίχους κρέμονται ένα οπισθογεμές όπλο μαρτίνι με πλήρη δέσμη φυσιγγίων, μία κάμα, δύο-τρία πιστόλια με αργυρά σκαλίσματα, ένα ρεβόλβερ, δύο ντουφέκια εμπροσθογεμή. Πλήρες οπλοστάσιο.
Όλα τα άλλα δωμάτια στολισμένα αναλόγως του προορισμού των. Μία γρηά, η Φατιμέ, εξετέλει χρέη υπηρετρίας και μαγειρίσσης υπό τας διαταγάς της συζύγου του Χαμίτ 'Αϊσέ χανούμ, ενώ ο 'Ομέρ, νεαρός Τούρκος από το κοντινό χωριό Κορίαναν, ήταν θυρωρός του κονακίου, φύλακας και οικονόμος του σπιτιού, συγχρόνως δε επεριποιείτο το άλογο του μπέη και τον συνόδευε στις περιοδείες του σαν σωματοφύλακας. Γεωγραφικό και Ιστορικό Λεξικό επαρχίας Χαλδίας - Τσορκόν, Τσιμπρικά, Τσολόσενα
Γύρω στο κονάκι ήταν εκτεταμένος κήπος με οπωροφόρα δένδρα, μηλιές, απιδιές, βερυκοκκυές, καϊσιές, κερασιές, βυσσινιές και σε μία γωνία λαχανόκηπος. Φύλαξ πιστός του σπιτιού ο μούργος Ασλάν, αλυσσοδεμένος, άγριος και βλοσυρός, μη επιτρέπων την είσοδο στους ξένους. Παρακάτω από το κονάκι του Χαμίτ ήταν τα κονάκια όλων των συγγενών του Ούτζιντζι-ζατέδων (Τζιντζογλάντων), του 'Οσμάν μπέη, του Ιζέτ μπέη, του Ισεήν μπέη και άλλων Τούρκων διοικητικών υπαλλήλων. Οι Τσιντζογλάνται ήταν κάτοχοι μεγάλης κτηματικής περιουσίας εις Τρίπολιν και Τραπεζούντα, αποκτηθείσαν από καταδυναστεύσεις των Ελλήνων. Ως ντερέμπεηδες του Ντορούλ απεμύζησαν το αίμα των δυστύχων ραγιάδων και άφηκαν μισητήν μνήμην. Τώρα τα παιδιά των έζουσαν με εκβιασμούς κατά του ελληνικού στοιχείου, με δοσοληψίας εις τα δικαστήρια, τα γραφεία της Διοικήσεως και της χωροφυλακής. Σ' αυτούς κατ' ανάγκην κατέφευγαν οι περίοικοι Έλληνες να μεσολαβήσουν δι' υποθέσεις των και φυσικά επληρώνοντο αδρά και ετάγιζαν και τους υπαλλήλους. Η δεκάτη (ασάρ) και ο φόρος των προβάτων (κουζύν σαϊμι) ήταν δύο πηγαί ακόπου πλουτισμού δι' αυτούς. Το μόνον παράπονόν των ήταν η έλλειψις νερού και ύδρεύοντο από τον παραρρέοντα Κάνιν ποταμόν (Χαρσιώτην). Το γειτονικό χωριό, η Τσιμπρικά, είχε κρύο και εύγευστο νερό, μά δεν μπόρεσαν με κανένα τρόπο να αναγκάσουν τους Τσιμπρικέτας να παραχωρήσουν το νερό, του οποίου και αυτοί είχαν απόλυτον ανάγκην.
Δεκέμβριος 1884. Η 'Αρδασσα (κέντρο διοικητικό του καϊμακαμλικίου Ντορούλ και εμπορικό συγχρόνως κέντρο της περιφερείας με 100 περίπου τουρκικές οικογένειες και 15–20 ελληνικά καταστήματα) είναι κτισμένη στο στενότερο μέρος της κοιλάδος του Κάνεως ποταμού κάτωθι πανυψήλων βράχων, όπου ήταν το φρούριον του Μεσοχαλδίου και ο Καστέλ. Υψόμετρο περί τα 800 μέτρα. Λόγω δε της τοποθεσίας τον χειμώνα έχει τσουχτερό κρύο καιρεύματα διαπεραστικά με συνεχείς παγωνιές, το δε θέρος αφόρητη και πνιγηρή ζέστη. Η έλλειψις νερού ποσίμου καθίσταται ανάγκη επιτακτική. Καύσιμα προμηθεύεται από τα δάση των γύρω χωριών Καρέλ, Παχτσέ, Ρυάκι. Παρασκευή βράδυ. Χιονίζει συνεχώς. Το χιόνι έφθασε σχεδόν τα 0,50 μ. «σὸ γόνατον». Ησυχία απόλυτως στο χωριό. Τα δημόσια γραφεία λόγω της αργίας (τατίλ) ήταν κλειστά. Ολίγα φανάρια με λάμπες πετρελαίου φέγγουν σε μερικά σημεία σαν πυγολαμπίδες. Στό σπίτι του Χαμίτ μπέη, αρχηγού της μεγάλης οικογενείας των Τσιντζόγληδων είναι συγκεντρωμένο όλο το συγγενολόγι του, ο Καϊμακάμης, ο Καδής, ο διοικητής της Χωροφυλακής. Η θερμάστρα καίει εντατικά και όλοι ρουφούν ηδονικά τό τσιμπούκι των. Ο 'Ομέρ περιφέρει αδιακόπως τον δίσκον με γλυκά και καφέδες. Σοβαροί και αμίλητοι οι προσκεκλημένοι καθισμένοι οκλαδόν στους καναπέδες, ξεκοκκίζουν τα κομπολόγια των. Ο Χαμίτ διατάσσει τον 'Ομέρ να σταθή στην πόρτα και να μή επιτρέψη την είσοδο σε κανένα. Και πρώτος αυτός διακόπτει την επίσημον σιγήν.
— «Όλοι μας συμφωνούμε ότι οι μεγάλοι και μακάριοι πρόγονοί μας έκαμαν από μεγαλοψυχία ένα τρομερό σφάλμα. Όταν με το σπαθί τους εκύριεψαν την Τραπεζούντα και όλα αυτά τα μέρη, έπρεπε να σφάξουν όλους τους γκιαούρηδας «εγετιτέν γετμισέ» (ριζηδόν) και οι πιστοί Μουσουλμάνοι θα ενέμοντο τώρα όλα τα κτήματα που κρατούν αυτοί οι «εχουγιανάτ» (προδόται) που τρώνε το ψωμί του Ντοβλετίου και ο νους τους είναι στο Γιουνανιστάν (Ελλάδα).» Όλοι οι ακροαταί κατένευσαν σιωπηλοί.
«Ξεύρετε πως εδώ στην 'Αρδασσα δεν έχουμε νερό να πιούμε. Η μόνη κοντινή βρύση είναι στην Τσιμπρικά, νερό και άφθονο. Πολλές φορές παρακαλέσαμε τον μικτάρη του χωριού Χαραλάμπ' αγάν να μας επιτρέψη να πάρωμε το μισό, να το φέρωμε εδώ, που έχομε τόση ανάγκη, αλλά δυστυχώς δεν εισακούσθημε...
— «'Εντεψίζ χαρίφ!» (απαίδευτος άνθρωπος), εφώναξεν ο Καδής.
— «Άλλος τρόπος δε υπάρχει παρά να κάψωμε το χωριό για να τους αναγκάσωμε να φύγουν στο τσεχεννέμ (στήν κόλαση). Επεκράτησε βαθεία σιωπή. Τέλος ο Καϊμακάμης είπε:
— «Καλά τα λές, Χαμίτ μπέη, αλλά υπάρχουν και νόμοι. Θά καταφύγουν στην Κυβέρνησι, στα δικαστήρια, στα υπουργεία, και τότε θα βρούμε όλοι τον μπελά μας»
— «Απολύτως τίποτε δεν θα γίνη, διέκοψε ζωηρώς ο Χαμίτ. Έχομε τα μέσα παντού και στην Τραπεζούντα και στην Πόλι. Καμμιά αναφορά τους δεν θα φθάση στα υπουργεία. Εκτός τούτου η δουλειά θα γίνη τόσο μυστικά, που δεν θα υπάρχει τρόπος να μας ενοχοποιήσουν».
Επί μίαν ακόμα ώραν συνεζήτησαν την υπόθεσιν και συμφώνησαν τελικά ν' ανατεθή εις τον Χαμίτ η τακτοποίησις των λεπτομερειών του εμπρησμού.
Ο Κεχαγιάς.Το χωριό Τσιμπρικά ήταν μικρό, μόλις 25 οικογένειαι, όλαι ελληνικαί, διετήρουσεν όμως Εκκλησίαν (Τα Εισόδια), όπου ελειτούργει ο εφημέριος του Κορκοτά Παπά Παναγιώτης δις του μηνός. Οι δύο συνοικισμοί Κορκοτά και Τσιμπρικά απείχον μόλις ημίωρον και αποτελούσαν μίαν κοινότητα, Τσιμπρικάς καριεσί, τα δε παιδιά της Τσιμπρικάς εσπούδαζαν εις το σχολειό του Κορκοτά, αργότερα δε περί το 1895 απέκτησαν χωριστό σχολειό. Είχαν κοινόν μικτάρην (πρόεδρον κοινότητος), ως τοιούτος δε επί 45 συναπτά έτη διετέλεσεν ο αειθαλής λεβεντόγερος Χαρ. Παπαδόπουλος, γνωστός ως Κεχαγιάς ή Χαραλάμπ' αγάς, αποθανών εις ηλικίαν 95 ετών περί το 1900. Ευθυτενής ως κυπάρισσος, υψηλός και επιβλητικός, πλήρης ζωτικότητος και ρώμης ψυχικής και σωματικής, συνετός, σοβαρός και μυαλωμένος, ήταν σεβαστός εις όλους και απήλαυεν εκτιμήσεως εκ μέρους των Ελλήνων και Τούρκων. Το σπίτι του ήταν πάντοτε ανοικτό για τους ξένους. Εργατικώτατος και δραστήριος, μέχρι βαθέως γήρατος ειργάζετο εις τον ιδιόκτητον μύλον του. Τους νέους πάντοτε συνεβούλευε να μη κάθουνται, να δουλεύουν. «Ποίστε, και κατ' ποίστε» έλεγε πάντοτε.
Προσηλωμένος στερρώς εις την θρησκείαν των πατέρων του, εμποτισμένος με τας εθνικάς παραδόσεις των Ακριτών, της Αγ. Σοφίας και του Ζαρπή-Κωνσταντίνου, εθεωρούσε τους Τούρκους ως επήλυδας και προσωρινούς κατακτητάς, ήταν προσωποποίησις των αρετών της Φυλής. Άφοβος, τολμηρός και αstatement αDirectory απτόητος απέναντι των Τούρκων, οικονομικώς ανεξάρτητος, ήταν ο στυλοβάτης του χωριού. Κοντά του και οι λοιποί μικτάρηδες της περιφερείας έπαιρναν θάρρος και από κοινού αντιμετώπιζαν τας συνήθεις πιέσεις και ατασθαλίας των οργάνων της εξουσίας. Εν τω προσώπω του οι Τούρκοι βρήκαν τον θαρραλέον αντίπαλον και κατ' ανάγκην τον ηνείχοντο και τον εκολάκευαν. Εις την περιοχήν Ντορούλ ήταν γνωστός υπό το όνομα ο Κεχαγιάς.
12 Δεκεμβρίου 1884.Το βράδυ της γιορτής του Αγ. Σπυρίδωνος στο σπίτι του Κεχαγιά ήταν μεγάλη συγκέντρωσις. 'Ηλθον «σὸ παρακάθ'» ο αστείος και ευφυολόγος Μάραντος, ο καλός λυράρης Νικ. Τιφτικίδης, ο θυμόσοφος Τσάκαλος, η Μηλλάβα, ο Χρύδον και άλλοι. Ο γέρο-κεχαγιάς διηγείται παληές ιστορίες και όλοι τον ακούνε με προσοχήν. Μόνον ο Μάραντος κάπου-κάπου κάμνει μίαν διακοπήν, ένα αστείο, που προκαλεί τον θυμόν του Κεχαγιά.
— «Ναίπραι, εσύ καμμίαν άρθωπος κι θά γίνεσαι. "Έναν παιδεμένον λόγον κι' εξέρτς να λές. "Αντζιαν παρασφάνταλα σύρτς έξ'». Όλοι γελούν μά ο Μάραντος δεν εννοεί να ησυχάση. Διηγείται το επεισόδιον της ημέρας.
— «'Οσήμερον εκατήβα σὴν 'Αρδασσαν κι' εσέβα σὴν γαβὰν τῇ Γαγκάρᾶ· Κάθουνταν 'Ιστήν μπέης, ο Μεμὲτ αγᾶς, ο Χαλὶλ αγᾶς κι' άλλ' τούρκ'. 'Ασό τέραμαν άτουν εγροϊκσα τό θέλνε νὰ πειράξνε με, άμαν τηδὲν κι λέγω. 'Εδωκα καλημερίαν καί είπα σὸν Γαγκαρᾶν νὰ εφτάει με έναν καβέν. 'Ιστήν μπέης λέγει με: «Μάραντος κίρβα, έμαθαμε τὸν γάϊδαρο σ' επούλτσες άτὸν σὸν Γούμενον νὰ εφτάγει άτὸν Ρωμαϊον». 'Εγὼ ξάϊ κι' εχάρτσ' άτὸν καί σείτᾶ πίνω τὴν γαβά μ' είπα τον: Μπέη αφέντη, ντὸ ν' έποινα; 'Επουγαλάφτ' άτόν. 'Ησυχον κι' εφίνε με. Κάθαν ώραν, τὸν πουρνόν, τὸ βράδον, σὸ γιασίν, εκούϊζεν, είπα ας δίγ' άτὸν σὸν Γούμενον καί ησυχάζω.
Οι Τούρκ' εγροϊκσαν τό έποιχα τον μολλάαν καί επειράγαν, άμαν δὲν κι είπανε. 'Εσκώθαν άπ' είνας-είνας έδεβαν πλάν».
'Από σείτᾶ έλεγεν ό Μάραντον αναχάπαρα εσέβεν απές η Τσακαλίνα καί εξάϊξεν: — «Αφέντα, Κεχαγιά! ντὸ κάθουστουν; Σκωθέστε! Τ' αχορών εσούν καίεται. Τρέξτε! 'Εξέβα νὰ ελέπω τὰ ζᾶ καί ντὸ τερῶ; τὰ βρούλας εσάρεψαν τ' αχορών». Αμέσως όλοι σαστισμένοι σηκώθηκαν και έτρεξαν στον τόπον της πυρκαϊάς. Πήρεν είδησιν το χωριό και όλοι εβοήθησαν στην κατάσβεσιν του πυρός. Ευτυχώς η βρύση ήταν κοντά. Πάντως η πλευρά του αχυρώνος που ήταν από χονδρά ξύλα πεύκου άναψεν εύκολα και εκάη ολόκληρος καθώς και ένα μέρος του χόρτου και των αχύρων.
Αφού έσβησαν την φωτιά επέστρεψαν όλοι στο σπίτι του Κεχαγιά. Αυτός σοβαρός και αμίλητος εκάπνιζε την αχώριστη πίπα του (το γαλιόν) και τραβούσε το κεχριμπαρένιο κομπολόγι του. Τέλος διέκοψε την σιωπή.
— «'Ατό τῇ πεγιαντίων δουλείαν έν', είπεν. 'Εψαλάφεσαν τὸ νερὸν εμούν. 'Εγὼ ώτιν κι' εδέκα. 'Ατοῖν' πά έρθαν έκαψαν τ' αχορών εμούν. Σ' ατό απ' οπίς' θὰ καῖγνε καί τ' οσπιτά μουν. 'Ο Θεὸν νὰ κρίν' άτσε! Πουρνὰ θὰ πάγω σὸν Καϊμακάμ».
Άρνησις ... Και συνέχεια εμπρησμών. Σκεπτικός και επιβλητικός ο Χαραλάμπ' αγάς την άλλην ημέραν έμπαινε στό γραφείον του υποδιοικητού. Αυτός τον υπεδέχθη φιλοφρόνως και του παρήγγειλε καφέ.
— «Πώς απ' εδώ, μικτάρ αγά;» του είπε.
Ο Κεχαγιάς είχεν ήδη σχηματισμένην την πεποίθησιν ότι η πυρκαϊά ήταν έργο των μπέηδων και ανέφερε λεπτομερώς τα γεγονότα και τας υπονοίας του. 'Ανιδεος τάχα ο Καϊμακάμης εκάλεσε τον διοικητήν της Χωροφυλακής και διέταξεν αυστηρά να στείλη αμέσως χωροφύλακας και εξακριβώση την ζημίαν, να ανεύρη τους υπαιτίους και να τους φέρη να τιμωρηθούν. Αυτά βέβαια δεν ικανοποιούσαν τον πολύπειρον γέροντα, αλλ' έκαμε πως τα επίστευσε, ευχαρίστησε τον καϊμακάμην και έφυγε. Φυσικά δε ο αποσπασματάρχης με δύο χωροφύλακας που πήγε στό χωριό είδε τον καμμένο αχυρώνα, έφαγε χορταστικά στό σπίτι του Κεχαγιά και... όλα τακτοποιήθηκαν. Συνέστησαν αυστηρά στους Τσιμπρικαντας να έχουν τα μάτια τους τέσσερα και να πιάσουν κάθε ύποπτον! Το χεκμέτ (δικαστήριον) θα τους τιμωρήση αυστηρά! ετεπσιζλέρ! (οι αναιδείς). Ο εμπρησμός όμως επανελήφθη ύστερα από κάμποσες ημέρες και μάλιστα στους στάβλους του Κεχαγιά και στό σπίτι του και έν συνεχεία άρχισαν να καίωνται οι αχυρώνες και άλλων κατοίκων. Ο Χαραλάμπ' αγάς δεν εσταμάτησε τας ενεργείας του. 'Ετηλεγράφησεν εις τον Νομάρχην Τραπεζούντος, στό Υπουργείον των 'Εσωτερικών, στόν Βεζύρην και τελευταίον και στόν Σουλτάνον. 'Εννοείται όμως ότι καμμίαν απάντησιν δεν έλαβε, διότι τα τηλεγραφήματα όλα πήγαιναν «χασίρ άλτιντά» (κάτω στήν ψάθα) στόν κάλαθο των αχρήστων. 'Ανέφερε το πράγμα και στόν Μητροπολίτην Χαλδίας Γερβάσιον Σουμελίδην, όστις και έγραψε σχετικώς εις τα Πατριαρχεία. 'Αλλ' ούτε και αυταί αί ενέργειαι έφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Διαβάστε την συνέχεια στο επόμενο (δεύτερο) μέρος
Πως κάηκε το χωριό Τσιμπρικά - Μία δίκη που βάσταξε δώδεκα χρόνια – του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη (Ά Μέρος)
Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com