Πως κάηκε το χωριό Τσιμπρικά (1884) - Μία δίκη που βάσταξε δώδεκα χρόνια – του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη (Β' Μέρος)
Απεγνωσμένες ενέργειες
Ένα πρωΐ ο Κεχαγιάς πήρε την αδελφήν του, καλογρηάν, και την Μηλαύαν, μίαν γρηάν με αφάντασκον τόλμην και θεληματικότητα, τις συνεβούλευσε να μαζέψουν μικρές πέτρες στήν ποδιά τους και άμα μπούνε μέσα στήν 'Αρδασσαν να τές ρίξουν στά παράθυρα του γραφείου του Καϊμακάμη και της Χωροφυλακής.
Πήγαν και άμα πέρασαν την μεγάλη γέφυρα, σ' ένα σήμα του προηγουμένου γέρου, ελιθοβόλησαν τα γραφεία του Διοικητηρίου. Τα γυαλιά έσπασαν μετά πατάγου και οι πέτρες έπεσαν μέσα στά γραφεία, ενώ ο θαρραλέος και ατρόμητος Κεχαγιάς διέσχιζε την αγοράν κραυγάζων: «'Αλλαχούν ζουλουμλερί! Τεβλετούν χουγιανιατλερί!» (ασεβείς και προδόται του Έθνους). Ο Καϊμακάμης ερεθισθείς από την παράτολμον αυτήν πράξιν του Χαραλάμπ' αγά διέταξε την σύλληψιν και φυλάκισίν του στό κρατητήριον. Τας γυναίκας δεν επείραξαν. Πειθήνιος και ατάραχος ο Κεχαγιάς επήγε στό κοβούς (κρατητήριον), όπου αμίλητος εξακολούθει να καπνίζη. Οι Έλληνες έμποροι της 'Αρδάσσης Δημήτρ' αγάς (Γεωργιάδης), Προκοπίδης Γεώργιος, Πάντζος Ευτυχίδης κ. ά. εθορυβήθησαν διά την κράτησιν του γέρου Χαραλάμπους και διεμαρτυρήθησαν εις τον Καϊμακάμην, τονίζοντες ότι η απεγνωσμένη αυτή ενέργεια ήταν εκδήλωσις της δικαίας αγανακτήσεώς του, και έτσι διετάχθη η απόλυσίς του. Ο Κεχαγιάς όμως ηρνήθη να φύγη και εχρειάσθη η επέμβασις των ομογενών να τον πείσουν να πάγη στό σπίτι του. Γεωγραφικό και Ιστορικό Λεξικό επαρχίας Χαλδίας - Τσορκόν, Τσιμπρικά, Τσολόσενα
Μετοικεσία
Τόν επόμενον χειμώνα επανελήφθησαν οι εμπρησμοί και ο Κεχαγιάς ηναγκάσθη να μετοικήση με την οικογένειάν του εις το πλησιόχωρον Κορκοτά, όπου και παρέμεινεν έκτοτε έν αναμονή της καταπαύσεως του διωγμού. Οι αχυρώνες του, οι στάβλοι και μέρος της οικίας του έγιναν παρανάλωμα του πυρός. 'Αρκετοί αχυρώνες και άλλων κατοίκων εκάησαν και η κατάστασις απέβει αφόρητος. Οι Τσιμπρικιώται εκοιμούντο πάντοτε με τόν φόβον. Τα μέτρα ασφαλείας που ελάμβαναν απεδείχθησαν ανίσχυρα. 'Εννοείται δε ότι καθ' όλον αυτό το διάστημα η Χωροφυλακή «εφύλαγε» τό χωριό και εσιτίζετο με την σειράν σ' όλα τα σπίτια διαβεβαιώνουσα τους τρομοκρατημένους κατοίκους ότι οι δράσται των εμπρησμών θα συλληφθούν και θα τιμωρηθούν παραδειγματικώς. Ραχάτ όλουνουζ! (να ήσθε ήσυχοι...). Αί αναφοραί και τα τηλεγραφήματα προς τας 'Αρχάς ήταν αδιάκοποι αλλ' άνευ αποτελέσματος. Οι μπέηδες έτριβαν τα χέρια των από ικανοποίησιν, διότι ήταν βέβαιοι ότι και οι υπόλοιποι κάτοικοι θα εμιμούντο το παράδειγμα του μουχτάρη των και θα κατέφευγαν σ' άλλα χωριά, και έτσι θα τους έμεινε και το νερό και όλο το χωριό.
Αναφορά προς τον Σουλτάνο
Δεκαετία ολόκληρος επέρασεν υπό τας συνθήκας αυτάς. Τρομοκρατημένοι οι χωρικοί ανέμεναν κάθε μέρα και νέαν καταστροφήν, ενώ ο Κεχαγιάς παρέμενε στήν Κορκοτά.
Ο υιός του Χαραλάμπη Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, γνωστότερος ως Κωνσταντίν Χαραλάμποβιτς, διαμένων εις Γιάλταν, ανεδείχθη ένας από τους γνωστοτέρους και πλουσιωτέρους εργολάβους (ποϊράτσικους) της Κριμαίας, εκτιμώμενος και από τάς τοπικάς 'Αρχάς, καθότι ανελάμβανε και έχτιζε τα μέγαρα των Μεγάλων Δουκών, Πριγκήπων και άλλων μεγιστάνων.
Κατά το 1896 ο Τσάρος κατά το σύνηθες κατήλθεν εις Γιάλταν, όπου τα ανάκτορα της Λεβαδείας και Μασάνδρας, να παραθερίση. Ο Σουλτάνος κατ' έτος έστελλεν ένα ιδιαίτερον απεσταλμένον του να χαιρετίση τον Τσάρον, και κατά το έτος εκείνο έστειλε τον Ταχσίν πασάν με την αυτοκρατορικήν θαλαμηγόν «Ερτογρούλ». Ο Ταχσίν έγινεν αντικείμενον μεγάλων τιμών εκ μέρους της Ρωσσικής Κυβερνήσεως καταλύσας εις το πολυτελέστατον ξενοδοχείον «Ρωσσία» μετά της ακολουθίας του.
Τότε ο Κωνστ. Ι. Παπαδόπουλος εσκέφθη να επιδώση αυτοπροσώπως εις τον Πασάν αναφοράν και να παρακαλέση την μεσολάβησίν του προς κατάπαυσιν του αδίκου κατατρεγμού. Συνοδευόμενος λοιπόν υπό του φίλου του Διευθυντού της 'Αστυνομίας Γιάλτας (πολιτσ-μέϊστερ), παρουσιάσθη εις τον Ταχσίν πασάν και επέδωκεν αναφοράν, συγχρόνως δε προφορικώς ανέπτυξε το ιστορικόν των εμπρησμών, τα αίτια αυτού και τας υπονοίας του περί ενοχής των Ούτζιντζη-ζατέδων και των 'Αρχών της 'Αρδάσσης. Έκπληκτος ο πασάς ήκουσε την αφήγησιν του Παπαδοπούλου, που ανέσυρε μίαν συνηθισμένην πτυχήν της κακοδιοικήσεως της Τουρκικής Αυτοκρατορίας και εξέθετε το Κράτος και εις τους ξένους. Συγχρόνως δε δεν μπορούσε να εξηγήση πως συμβαίνει κατόπιν τόσων διαβημάτων και αναφορών να μη ενημερωθή το υπουργείον των 'Εσωτερικών και να κατακρατούνται τα τηλεγραφήματα. Με μεγάλην προσήνειαν ήκουσε τον Παπαδόπουλον, εζήτησε λεπτομερείας, εδέχθη την αναφοράν και του είπε να μή ανησυχή, διότι θα φροντίση ο ίδιος διά την υπόθεσιν. Πράγματι δε μόλις επέστρεψεν ο Ταχσίν πασάς εις την Κωνσταντινούπολιν μετέβη αυτοπροσώπως εις το υπουργείον των 'Εσωτερικών, εξέθηκε τα οικτρά γεγονότα εις τον υπουργόν και εζήτησε την παραδειγματικήν τιμωρίαν των υπευθύνων.
Δεμένοι με τις χειροπέδες
Ο Κωνστ. Παπαδόπουλος έγραψε στόν πατέρα του τας ενεργείας του, εκείνος όμως είχε κακήν πείραν από τους μακροχρονίους και αδίκους αγώνας του και εγνώριζε την διαβολικήν δύναμιν των αντιπάλων του, που είχαν παντού τα μέσα, οπότε... έσκασεν η βόμβα! Εις τον Καϊμακάμην κατέφθασεν επείγουσα και τηλεγραφική διαταγή του 'Υπουργείου των 'Εσωτερικών διατάσσουσα την άνευ αναβολής σύλληψιν των μπέηδων, τους οποίους κατήγγειλεν ο Παπαδόπουλος ως υπαιτίους και καταλήγουσα: «έλλερινί παγλαγιούπ ταραφουμουζά κιοντερέσινιζ» (να δέσητε τα χέρια των και να μας τους στείλητε!). Η 'Αρδασσα αναστατώθηκε. Οι μπέηδες και αγάδες κατεθορυβήθησαν. Κατάλαβαν ότι η καταχθόνιος δύναμίς των δεν μπορεί πλέον να τους σώση, και έντρομοι εζήτησαν την προστασίαν των άλλως τε συνενόχων των 'Αρχών. 'Επανειλημμένα διαβούλια έγιναν στό σπίτι του Χαμίτ μπέη πως ν' αποφύγουν την τιμωρίαν και ως μόνον τρόπον σωτηρίας εύραν να παρακαλέσουν τον Χαραλάμπ' αγάν να συμβιβασθή να δηλώση δηλ. ότι του απεδόθη το δίκαιον και δεν έχει πλέον απαιτήσεις κατά των κατηγορουμένων. Υπόσχοντο δε ρητώς και μεθ' όρκου ότι θα παύσουν πλέον οι εμπρησμοί υπ' ευθύνην των και ημπορεί να επιστρέψη στό σπίτι του ανενόχλητος. Ο Καϊμακάμης και ο Καδής ανέλαβαν να κάμουν την μεσολάβησιν και για να μπορέσουν να μεταπείσουν τον ανένδοτον Κεχαγιών προσέλαβον ως επικούρους τους 'Ελληνας εμπόρους της 'Αρδάσσης, συγχρόνως δε μετεκάλεσαν και τους σπουδαιοτέρους μικτάρηδας του ποταμίου Τσίτης, φίλους του Χαρ. Παπαδοπούλου, τον Φώτ' αγάν της 'Αδύσης και τον Σοϊλεμέζ της Αυλιάνης.
Το τέλος του δράματος
Μαζεύτηκαν στό σπίτι του Κεχαγιά στού Κορκοτά και συνεζήτησαν επί μακρόν το ζήτημα. Όλοι είχαν σχηματισμένην ακράδαντον πεποίθησιν περί της ενοχής των μπέηδων και της συνενοχής των 'Αρχών, κανείς όμως δεν μπορούσε να παρίδη το γεγονός ότι επρόκειτο περί πανισχύρων ανθρώπων, ότι θα προκαλούντο αιματηρά αντίποινα από τας οικογείας των μπέηδων, ότι ευρίσκοντο υπό Χαμιτικόν καθεστώς και δεν έπρεπε να εξωθήσουν τα πράγματα στά άκρα. Ο μουσουλμανικός φανατισμός μπορούσε να εξαφθή και να κλάψουν τα θύματα. Έπρεπε λοιπόν να κάμουν ωρισμένους ελιγμούς και υποχωρήσεις, και εν τέλει κατέληξαν εις το συμπέρασμα να δεχθούν τον συμβιβασμόν, αρκούμενοι εις την ταπείνωσιν των μπέηδων και τας διαβεβαιώσεις των.
Την απόφασιν εγνωστοποίησαν εις τον Καϊμακάμην, ο οποίος την ήκουσε με ανακούφισιν και προσικάλεσεν εις κοινήν σύσκεψιν όλους τους ανωτέρω μεσολαβητάς μετά τον Χαραλάμπ' αγά στό γραφείον του καθώς και τους μπέηδας Χαμίτ, 'Ιστήν, 'Ιζέτ, 'Οσμάν, Ριτζαή. Εκεί ο Κατής έκαμε μακράν εισήγησιν περί αγάπης και ομονοίας που οφείλει να επικρατήση μεταξύ των συνοίκων λαών, Τούρκων και 'Ελλήνων και έπλεξε το εγκώμιον του Ελληνικού στοιχείου παράγοντος ευημερίας του τόπου, προοδευτικού και πιστού στό ντοβλέτι, ιδιαιτέρως δε του Χαραλάμπ' αγά, τον οποίον σέβονται και εκτιμούν βαθέως και Τούρκοι και 'Ελληνες, και εν τέλει συνέστησε την συμφιλίωσιν με την βεβαίωσιν ότι δεν θα επαναληφθούν τα έκτροπα. Τον λόγον έλαβεν ο Χαμίτ εξ ονόματος της οικογενείας Τζιντζογλάντων τονίσας τους δεσμούς φιλίας και αγάπης με τους 'Ελληνας, εκφράσας την λύπην του διά τα γενόμενα και βεβαιώσας υπευθύνως ότι δεν θα επαναληφθούν. Ο Καϊμακάμης επεκρότησε τους λόγους του Κατή και Χαμίτ και συνέστησε την συμφιλίωσιν. Έτσι απεφασίσθη η αποστολή προς το υπουργείον των 'Εσωτερικών τηλεγραφήματος εκ μέρους του Χαραλάμπ' αγά και των κατοίκων της Τσιμπρικάς ότι η υπόθεσις ετακτοποιήθη και ουδεμίαν αξίωσιν έχει το χωριό κατά των κατηγορουμένων. Αυτή υπήρξεν η πολύκροτος υπόθεσις του εμπρησμού του χωρίου Τσιμπρικά. Παντελής Η. Μελανοφρύδης
Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com