Τα Ποντιακά δημοτικά τραγούδια - Η γνησιόητα του αποθησαυρισμού και της διδασκαλίας τους - Μία επιβαλλομένη ανταπάντηση του κ. Ξενοφώντα Κ. Άκογλου στον κ. Δημήτριο Κουτσογιαννόπουλο (1961)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Δημώδη Άσματα

Ξενοφώντας Άκογλους (Ξένος Ξενίτας)Τα Ποντιακά δημοτικά τραγούδια - Η γνησιόητα του αποθησαυρισμού και της διδασκαλίας τους - Μία επιβαλλομένη ανταπάντηση του κ. Ξενοφώντα Κ. Άκογλου στον κ, Δημήτριο Κουτσογιαννόπουλο

Ο Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος εδευτερολόγησε με τη «Φωνή του», ύστερα από την απάντηση που του κάμαμε στο 130–132 τεύχος της «Π.Ε.» σελ. 5937–5945. Και «η εσχάτη πλάνη του είναι χείρων της πρώτης». Με συντομία, όσο γίνεται θα του απαντήσομε. Μόνο προοιμιακά θέλομε να τονίσομε τ' ακόλουθα: Κακίζομε κάθε φορά τις διχογνωμίες και τις έριδες τις στείρες, που οδηγούν σε κακοδαιμονία τα κοινά. Και φροντίζομε, στο βαρύ και άχαρο έργο των κριτικών μας σημειωμάτων, να είμαστε αντικειμενικοί—αυστηροί κάποτε ίσως, μα πάντα δίχως αιχμές εριστικές. Και μένομε με την απόλυτη ικανοποίηση ότι έως τώρα η προσπάθειά μας είχε την πάγκοινη κατανόηση και επιδοκιμασία. Είναι αναμφισβήτητο, ότι υπάρχουν ζητήματα με γενικό ή μερικό ενδιαφέρον, όπου η διαμαρτυρία και η στηλίτευση φανερώνουν πολύ περισσότερη ηθική υγεία, από την παράβλεψη και τη συγκάλυψη μιας εκτροπής—μιας ένοχης συνειδητής ή ασύνειδης. Φύλακες γρηγορείτε - Διατρέχουν κίνδυνο τα Δημοτικά Τραγούδια του Πόντου. Κείμενο του κ. Γεωργίου Ζερζελίδη κατά του Δημητρίου Κουτσογιαννόπουλου
Αυτός ο λόγος, αυτή η αρχή που πιστά ακολουθούμε στο δύσκολο λειτούργημά μας, μας καθοδηγεί στο να ελέγχομε τις τάσεις του Δημ. Κουτσογιαννόπουλου (Δ.Κ.) να νοθέψει την αγνότητα των Ποντιακών δημοτικών τραγουδιών, με δικές του προσωπικές «εξωραϊστικές» δήθεν ιερόσυλες παρεμβάσεις και εκτροπές, που τα καταντούν αγνώριστα. Ο Δ. Κ. στη δευτερολογία του παραπαίει κυριολεκτικά σα μεθυσμένος και παραζαλισμένος από τη σύγχυση που του προξένησαν οι συνέπειες των πρώτων απρόκλητων δονκιχωτικών επιθέσεών του. Άκουσε, απλούστατα και φυσικότατα την «ηχώ» της «Φωνής του», αναπάντεχα. Τόσο αναπάντεχα, που, ούτε λίγο ούτε πολύ, περίμενε να του ζητήσω και συγγνώμη—αφού μου είχε προτείνει να του δώσω να τη δημοσιέψει στη «Φωνή του» την πρώτη μου εκείνη απάντηση. Και αντί να κάτσει να συνέλθει και ν' απαντήσει σεμνά και με γλώσσα επιστημονική, σαν «επιστήμων μουσικός», για ν' αναιρέσει τα ασάλευτα επιχειρήματά μου για τις αυτόφωρες παρεκκλίσεις του από τη γνησιότητα των δημοτικών μας τραγουδιών πελαγοδρομεί και περιπλανιέται σε ολισθηρούς τόπους, με άκρως πληθωρική «ψυχική ευγένεια»—όπως μετριοφρονέστατα γράφει. Δηλαδή: Μονοπωλεί τις ανθρώπινες αρετές—αποκλείοντας τον αντίδικό του απ' αυτές—και αγωνίζεται να υψωθεί πάνω στα νυχοπόδαρά του, δυσανάλογα προς το ηθικό του ανάστημα. Μας αποδίνει έλλειψη «ψυχραιμίας και λογικής» που μας όδηγησε «εις τα έλη των ανακριβειών και της εμπαθείας». Πού, πότε και πώς; Έκκλησις Γεωργίου Κανδηλάπτη (Κάνεως) για τον κίνδυνο των εθνικών μας κειμηλίων
Μας κατηγορεί για «λοιδορίας και υπαινιγμούς, με αοριστίας και εν πολλοίς με καχήν πίστιν». Πού τα στηρίζει; Εκείνος μόνο το ξαίρει. Σαν πονόψυχος, λυπάται «ειλικρινώς», διότι ο Άκογλου «εκτίθεται σοβαρώς προ του Ποντιακού κόσμου». Αποκαλεί «λέξεις και φράσεις του πεζοδρομίου» την εύθυμη έκφραση του μακαρίτη γλωσσολόγου Μένου Φιλήντα, «Λέγε, δάσκαλε, τί σωπαίνεις; Λέγε να κάνουμε γούστο», που την πλαστογράφησε κιόλας αφαιρώντας τα εισαγωγικά της. Αν ήξαιρε πως η φράση αυτή απευθύνθηκε στο μεγάλο μας καθηγητή της Γλωσσολογίας και Ακαδημαϊκό αείμνηστο Γ. Χατζηδάκη, θα αισθανόταν ασφαλώς υπερηφάνεια. Αυτά τα κωμικοτραγικά πανηγύρια έχουν οι προχειρολογίες και οι επιπολαιότητες, που κοντά στ' άλλα μαρτυρούν ότι ο Δ.Κ. «ού γινώσκει ά αναγινώσκει» καίτοι καθαρόαιμος «διανοούμενος». Αυτά όλα, φαίνεται, για να μ' ευχαριστήσει για την 11η παράγραφο—σελ. 5943 της «Π.Ε.»—του «δημοσιογραφικού κατασκευάσματος» του Άκογλου, για να επιβεβαιώσουν την «ευγένεια της ψυχής» του Δ.Κ., για την οποία μετριοφρονέστατα κορδακίζεται. Μα έχομε κι άλλα: Με διαψεύδει ότι μου είχε πεί πως οι Πόντιοι λαϊκοί τραγουδιστές και λυράρηδες δεν ξαίρουν να τραγουδούν και να παίζουν και ότι αυτός (ο Δ.Κ.) θα τους διδάξει να παίζουν. Ίσως να το ξεχνάει. Ίσως πάλι να μή λέγει την αλήθεια, για την οποία «κόπτεται» και την πιπιλίζει σαν καραμέλα στη μακρόσυρτη απάντησή του. Ευτυχώς που ζούν ακόμα και οι τραγουδιστές και οι λυράρηδες, αλλά και πλήθος ζηλωτές και επιστήμονες συμπατριώτες και φίλοι των Ποντίων, που παρακολουθούν τις καλλιτεχνικές μας εκδηλώσεις και τα έχουν ακούσει κατεπανάληψη από το στόμα του. Ωστόσο, η έμμεση αυτή μετάνοιά του μας ικανοποιεί, με την ελπίδα ότι σύντομα ίσως βρεί τον ίσιο δρόμο στην ποντιακή μουσική λαογραφία. Φτάνει ν' ακολουθεί πιστά και να συνάζει, ν' αφομοιώνει και να διδάσκει απαραχάρακτα τα τραγούδια μας, όπως τα τραγουδούν και τα παίζουνε στη λύρα οι λαϊκοί μας «τραβουδούροι», που ώριμοι έφυγαν από τη γενέτειρα, αφού παραιτείται να τους τα διδάξει ο ίδιος—και πολύ σωστά. Δεν μας κατονομάζει ο Δ. Κ. «τους διαφόρους λυράρηδές μας, που οι πλείστοι εκτελούν τα ποντιακά τραγούδια κατά τρόπον αποκρουστικόν», όπως γράφει. Κι έπειτα μας κατηγορεί για «αοριστίες»! Λαϊκοί χοροί και τραγούδια του Πόντου - Οι κίνδυνοι των εθνικών μας κειμηλίων
Δημήτριος Στ, Κουτσογιαννόπουλος καταγραφές ποντιακών τραγουδιών στην Δραπετσώνα Στον Ν. Σπανίδη κατ' επανάληψη σύστησα, «και κατ' ιδίαν και δημοσία», ν' αποφεύγει σ' ένα σημείο του τραγουδιού της «Λεμόνας» την μερική εκτροπή με την επιβράδυνση του ρυθμού, καίτοι το χρώμα δεν άλλαζε. Και καλά τό είδε ο Δ. Κ. τό αγκάθι στό μάτι του «αγαπητού φίλου», με τον οποίο συνδέεται στενώς κ.τ.λ., όπως γράφει και που μας θυμίζει τη σκωπτική λαϊκή παροιμία: «Τα καλά τά συνυφάδια και τ' αγρά τα στουπίτσας»... Μά δεν βλέπει, ο χριστιανός, τά παλούκια στά δικά του τά μάτια; Ποιοί είναι που εκτελούν τα ποντιακά δημοτικά τραγούδια κατά τρόπον «ψαλμωδικόν» και με «αγριοφωνάρες»; Απ' όλους αυτούς, και από τους προηγούμενους τυχόν κακούς εκτελεστές λυράρηδες ή τραγουδιστές των δημοτικών μας ασμάτων—είτε από άγνοια είτε κυρίως από ατελή κάποτε προπαρασκευαστική διδασκαλία—δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για παρεκκλίσεις και παραχαράξεις. Ο υπ' αριθμόν ένας κίνδυνος επαναλαμβάνομε, είναι ο «επιστήμων μουσικός» Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος, που επιμένει, καλά και σώνει, να υποκαταστήσει και να παρουσιάσει την Ποντιακή μουσική λαογραφία με δικές του πολύ φτηνές χορωδιακές μασκαράτες—αντιεπιστημονικότατα, αδίσταχτα, ιταμότατα.
Κοντά σ' αυτά τά... ποικίλα, επιχειρεί ο Δ. Κ. να θίξει και το κυρίως θέμα, δίχως όμως να μπεί στην ουσία. Παραθέτει μόνο κείμενα βραβεύσεών του από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών και από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, επιστολές του 1928 και 1929 του Άνθιμου Α. Παπαδόπουλου, Διευθυντή τότε του «Αρχείου Πόντου», αποσπάσματα κριτικών εφημερίδων, ως και κρίσεις και ιδιωτικές επιστολές με εγκώμια για το ποντιακό μουσικολαογραφικό έργο του, για το οποίο πλανήθηκαν ο ίδιος πρώτα και συνέχεια κατόπιν οι εγκωμιαστές του. Αλλά ας ζητήσει σήμερα να του δώσουν από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (ύστερα από 32 χρόνια και ύστερα από τις διαπιστώσεις που έγιναν στο μεταξύ) νέα βεβαίωση επίσημη για την πιστότητα στην απόδοση των μελωδιών των ασμάτων της συλλογής του που δημοσιεύτηκαν στο «Αρχείον Πόντου». Ας γίνει κι ο έλεγχος από τα επιστημονικά μουσικά μας σωματεία που προτείναμε. Δίχως τ' αυθεντικά αυτά πορίσματα ο Δ. Κ. θα είναι υπόδικος, με ασφαλέστατη την καταδικαστική του ετυμηγορία. Και οι ποντιακές σάλπιγγες, εμπνευσμένες από τις αυτόφωρες παρεκκλίσεις και παραχαράξεις του και από την εμμονή στην πλάνη του, δεν θα πάψουν να καλούν σε συναγερμό: «Φύλακες γρηγορείτε!». Δημώδη άσματα των Ελλήνων του Πόντου
Παράπονα διαβάσαμε γιατί απασχολούμε πολύτιμο χώρο της «Π.Ε.» Γι' αυτό περιοριζόμαστε στην απλή, σχεδόν παθητική άμυνα. Ο Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος έχει διαθέσει ολάκερες σχεδόν και τις δυό σελίδες της εφημερίδας του, για να πεί όποια ασυναρτησία του κατέβηκε, και για να κάνει επίδειξη των εύσημων που του απονεμήθηκαν, πράγματα γνωστά, χιλιοειπωμένα, ξεπερασμένα. Σαν αδίσταχτος που είναι, δεν αποκλείεται, αντίς για άλλη σωστική για τον εαυτό του ομολογία, να διαθέσει και το επόμενο φύλλο του ολόκληρο, για να θολώσει και πάλι τα νερά. Έτσι βρίσκει ύλη και για το ακριβοθώρητο φύλλο του. Κι από κοντά κάνει και την αυτοδιαφήμισή του άνετα, με σεμνότατη ταπεινοφροσύνη. Από σεβασμό στη νοημοσύνη των Δ. Συμβουλίων των Σωματείων μας και του Ποντιακού κοινού, και από πεποίθηση στο ανύσταχτο ενδιαφέρον και στο φλογερό ζήλο τους για την περιφρούρηση των «ιερών και οσίων» μας, θ' αφήσομε του λοιπού τον Δ.Κ. στον άχαρο μονόλογό του, δίχως να έχει να σκοτίζεται με παράπονα για έλλειψη χώρου. Τον μακαρίζομε μάλιστα, με παραλλαγμένη ελαφρώς την γνωστή παροιμία: «Κουτσο-γιάννης κερνάει, Κουτσο-γιάννης πίνει...».
Αθήνα, Μάρτης 1961 - Ξενοφών Κ. Άκογλους

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print