Το Σταυρί (Σταυρίν) της Χαλδίας του Πόντου, ένα μνημειώδες έργο του κ. Δημητρίου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτου). Οικήματα – Οικίες - Αμφίεση – Υπόδηση - Παροιμίες – Έθιμα - Διατροφή – Παιδιαί (Παιχνίδια)
Οικήματα – Οικίες. Τα διάφορα κτίρια (σπίτια, στάβλοι, αχυρώνες) ήταν λιθόκτιστα με πηλό και σπανίως με ασβέστη, έχοντας αντί για στέγη δώμα (βλέπε σχετική πραγματεία μας «Αι οικίαι Σταυρίου», Ποντιακά Φύλλα, τεύχος 23ο, σελ. 453-457).
Τα σπίτια στο Σταυρί (Χαλδία). Τα σπίτια στο Σταυρί της Χαλδίας, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, ήταν γενικά αγροτικές κατοικίες παλαιού τύπου (μονώροφες) ή νεότερου τύπου (διώροφες), άλλοτε συνεχόμενες και άλλοτε μεμονωμένες. Αποτελούμενα από ένα ή περισσότερα διαμερίσματα, είχαν ορθογώνιο ή τετράγωνο σχήμα και η μία τους πλευρά (συνήθως η πίσω) ήταν «χωμένη» σχεδόν μέσα στην κατηφορική πτυχή του εδάφους. Γι’ αυτό και η ανάβαση στην επίπεδη στέγη (δώμα) ήταν ευκολότατη.
Είχαν πολύ ιδιαίτερο ρυθμό:
1. Το κονάκ’ ή γονάγ’: Κατάλυμα του οποίου οι τοίχοι ήταν χτισμένοι με πέτρες και ασβέστη και διακοσμούνταν εσωτερικά και εξωτερικά, κατά το τουρκικό έθος, με διακοσμητικές τοιχογραφίες. Είχε λίγα έπιπλα και προοριζόταν αποκλειστικά για τους Αγάδες και τους διάφορους βαθμοφόρους και υπαλλήλους του Κράτους.
2. Το μουσαφίρ οντασί: Ξενώνας για τους διάφορους άλλους επισκέπτες, ένα απλό δωμάτιο του οποίου το δάπεδο ήταν στρωμένο με ψάθες.
Σε κάθε ενορία του Σταυρί υπήρχε κατ' ανάγκη από ένα τέτοιο οίκημα. Σημειωτέον ότι εσχάτως είχαν ανεγερθεί στο Σταυρί σπίτια νεότατου ρυθμού με κεραμίδια, όπως στις πόλεις, αλλά για αυτά δεν θα γίνει λόγος.
Τα σπίτια εξωτερικά. Οι εξωτερικοί τοίχοι των σπιτιών (πάχους 0,50–0,80 μ.) ήταν χτισμένοι με πέτρες και πηλό (σπανίως με ασβέστη), ενώ οι μεσότοιχοι με κερπίτζια (πλίθους όχι ψημένους, αλλά από πηλό με άχυρα που αποξηραίνονταν στο ύπαιθρο).
• Οι τοίχοι και η θύρα: Η εξώθυρα (εξώπορτα) ήταν συνήθως μονόφυλλη από χοντρές σανίδες (0,05–0,10 μ.). Εκτός από την κλειδαριά, με την οποία άνοιγε και έκλεινε έσωθεν και έξωθεν, έφερε συνήθως από μέσα και μια χοντρή σιδερένια ράβδο (σίδερον ή γόλ’). Για μεγαλύτερη ασφάλεια υπήρχε και σύρτης: ένα τετραγωνισμένο ξύλινο δοκάρι με βαθιά οπή στον έναν τοίχο του ανοίγματος της πόρτας και μια μικρή οπή στον απέναντι, ώστε να στερεώνεται η άκρη του κατά το κλείσιμο.
Έξω από την εξώπορτα υπήρχε συνήθως το λεγόμενο κορακίδ’ (κορακίδιον). Αυτό, εξαρτημένο από την άκρη της πόρτας, περνούσε από την άλλη του άκρη σε ένα σιδερένιο γάντζο με στρογγυλή κεφαλή, καρφωμένο στην παραστάδα. Ο γάντζος είχε τρύπα για να περνάει κλειδαριά, η οποία χρησιμοποιούνταν από έξω αν παριστάταν ανάγκη. Για μεγαλύτερη ασφάλεια, οι εξώθυρες πολλών σπιτιών (και μάλιστα των ναών) επενδύονταν εξωτερικά με χοντρά ελάσματα λευκοσιδήρου (λαμαρίνες).
Η εξώθυρα είχε επίσης και κλέφτεν, έναν μυστικό και απλούστατο αλλά εντέχνως κατασκευασμένο τρόπο κλειδώματος στο ανώφλι ή την παραστάδα. Κλέφτες λέγονταν και μικρές τρύπες, δυσδιάκριτες από έξω, από τις οποίες οι ένοικοι μπορούσαν να κατοπτεύουν την αυλή πριν ανοίξουν ή να πυροβολήσουν αν χρειαζόταν εναντίον κάποιου ληστή.
Πάνω από την εξώθυρα υπήρχε στέγαστρο σαν στοά ή προπύλαιο (στούβα ή τορτμιά), που προφύλασσε την είσοδο από τις βροχές ή χρησίμευε για την τοποθέτηση εργαλείων, καυσίμων κ.ά.
• Παραστάρια & Κατώφλι: Τα ξύλα που συγκρατούσαν όρθια την πόρτα λέγονταν παραστάρια, συνδεδεμένα επάνω με το απανωθύρ’ (ανώφλι) και κάτω με το κατωθύρ’ (κατώφλι). Για το κατώφλι επικρατούσαν διάφορες προλήψεις, ότι δηλαδή από αυτό προέρχονταν τα κακά και οι ατυχίες στους ενοίκους («άς σὸ κατωθύρ’ν άτουν έν’» = από το κατώφλι τους προέρχονται τα κακά). Επίσης, συχνά στο ανώφλι χάρασσαν με μαχαιρίδιο ένα σημείο ως διαβεβαίωση συμπεθεριάς μεταξύ του χαράσσοντος και του οικοδεσπότη.
Ενίοτε κάτω από τη στούβα ήταν κρεμασμένα κομμάτια σίδερου ή κουδουνάκια συνδεδεμένα με σχοινί προς τα μέσα. Τα κουνούσαν οι ένοικοι τις ζοφερές νύχτες για να προκαλούν θόρυβο και να εκφοβίζουν άγρια ζώα ή κακοποιούς.
Η στέγη (Δώμα). Το δώμα (στέγη) ήταν επίπεδο. Μετά την τοιχοποιία τοποθετούνταν το μεσόδοκον (κεντρικό χοντρό δοκάρι), υποστηριζόμενο στο μέσον από ξύλινο στύλο (μεσοστούλαρον). Επάνω του τοποθετούνταν οριζοντίως τα δόκια (δοκοί από πεύκα ή λεύκες - τεζίαι ή παρτίαι) και παράλληλα τα μαρτάκια (δοκάρια 1–1,50 μ.).
Τα κενά έκλειναν με λίθινες πλάκες ή χαλίκια και επάνω απλωνόταν στρώμα πηλού από πυριτόχωμα, το οποίο πιεζόταν ισχυρά. Επάνω του χυνόταν αργιλλοαμμώδες χώμα (τζαλίμ’) και κυλινδριζόταν με λίθινο κύλινδρο (κυλίντρ’). Ο κύλινδρος είχε στις βάσεις του οπές όπου προσαρμόζονταν τα κυλιντρόξυλα για να σύρεται (συνήθως από δύο άτομα). Το κυλίνδρισμα έπρεπε να επαναλαμβάνεται μετά από κάθε βροχή.
Στις 4 πλευρές υπήρχε γείσωμα από πέτρες και πηλό (σεμερλεμέ), ενώ σε ένα σημείο υπήρχε το κρενίν’ (ξύλινος αλακόμορφος κρουνός) για τη διοχέτευση των νερών.
• Χιονοτόπια: Επειδή το χειμώνα το χιόνι έφτανε τα 1–1,5 μέτρα, οι χωρικοί καθάριζαν αμέσως τα δώματα (αποχιόνωμαν ή ξύσιμον τῇ δωματί) ρίχνοντας το χιόνι στα χιονοτόπια.
• Φεγγίτης & Καπνοδόχη: Στο δώμα υπήρχε άνοιγμα (φεγγίτης) που λεγόταν δρανίν’ ή ρδανίν’, με ειδικό στέγαστρο (κουκούλλ’, οπότε λεγόταν φεγγίτες ή κούρτ’ αγζί = λύκου στόμα). Πάνω από το δώμα προείχε η καπνοδόχη (πεχορίκ’ ή ποχορίκ’ των εστιών οτζάκ’ ή τζάγ’), με σιδερένια φράγματα για προστασία από ληστές.
• Χρήση δώματος: Στα δώματα έπαιζαν παιδιά, στήνονταν χοροί, απλώνονταν τα τσατσίμια (κιλίμια) για να ξεραθεί το σιτάρι/κριθάρι, ενώ αναπλήρωναν και τον στενό χώρο των αλωνιών.
Παράθυρα. Τα παράθυρα ήταν μικρά, με σιδερένιες ράβδους, εξωτερικά καπάκια (ξύλινα καλύμματα) και εσωτερικά τσερτσιφέδες (τελλάρα), με υαλοπίνακες και μπερτέδες (παραπετάσματα). Ελλείψει τζαμιών, κολλάνε στους τσερτσιφέδες λευκό χαρτί αλειμμένο με λάδι ή λίπος για να γίνεται διαφανές.
Τα σπίτια εσωτερικά. Σε παλαιότερη εποχή τα σπίτια έμοιαζαν περισσότερο με στάβλους (μονώροφα, χωρίς παράθυρα). Με τον χρόνο προστέθηκαν διαμερίσματα. Στα αριστερά της εισόδου υπήρχε ένα ψηλότερο διαμέρισμα με θολωτή οροφή, το σεκίν, που χρησίμευε ως κοιτώνας (εκεί το χειμώνα σστηνόταν η σάγκα).
Τα κύρια διαμερίσματα του σπιτιού ήταν τρία:
1. Το χολ/σάλα: χαγιάτ’ ή άέτ’.
2. Ο κοιτώνας: οντάς.
3. Το ευρυχωρότερο διαμέρισμα (μαγειρείο, αποθήκη, κοιτώνας): οσπίτ’ (ή μεσοχάμ’, τουρκιστί γέρ’ έβὶ).
Το «Οσπίτ'» (Κεντρικό Διαμέρισμα). Στο μέσο της οροφής του οσπιτίου βρισκόταν το ρδανίν (φεγγίτης) και ακριβώς από κάτω ο νεροχύτες (νεροχύτης από λαξευτή πέτρα).
• Εστία & Μαγείρεμα: Στα δεξιά υπήρχε λάκκος στο δάπεδο που χρησίμευε ως εστία (κλιβιάν). Εκεί άναβαν φωτιά και έψηναν τα φαγητά σε χάλκινες χύτρες (χαλκοπούλλ’) εξαρτημένες από το μεσόδοκον με αλυσίδες. Ο καπνός έβγαινε από τον φεγγίτη. Μετά το ψήσιμο, έκλειναν το στόμιο της εστίας με σανίδα επενδυμένη με τενεκέ και διατηρούσαν το φαγητό ζεστό σε χάλκινες κανάτες (χαλκοτσούκ’). Στα τοιχώματα έψηναν και τα παζλαμάτσια (πήτες από καλαμποκάλευρο).
• Θέρμανση (Σάγκα & Ταντούρ'): Το χειμώνα γύρω από την εστία έστρωναν στρώματα και τοποθετούσαν τη σάγκα ή ταντούρ’ (βραχύπους τράπεζα ύψους 0,40–0,50 μ. καλυμμένη με μαλλινά κιλίμια/τσατσίμια). Βάζοντας τα πόδια από κάτω, η θερμότητα διατηρούνταν για πολύ. Αργότερα, αντί για την εστία, τοποθετούσαν κάτω από την τράπεζα πήλινο πύραυνο (μαγκάλ’ ή τσάπ) με αναμμένα κάρβουνα. Χρησιμοποιούνταν επίσης και σόμπες (πέσκος).
Τα άλλα διαμερίσματα & έπιπλα
1. Χαγιάτ’ ή αέτ’: Είχε ένα παράθυρο και χωμάτινο δάπεδο. Στην άκρη υπήρχε το σέτ’ (μόνιμος καναπές) όπου τοποθετούσαν τα υποδήματα (τσαρούχια και ποστάλια). Κοντά στην πόρτα βρισκόταν το οτζάγ’ (εστία) και τα σύνεργα: εμπροστέα (πυροστιά), μασιά (πυράγρα), δαυλιστέρ’ και πιάστρες (πανιά για τα θερμά δοχεία).
2. Οντάδες: Είχαν ξύλινο πάτωμα, εκτός από ένα τετράγωνο τμήμα στην είσοδο όπου σστηνόταν η σόμπα και έβγαζαν τα λερωμένα παπούτσια. Υπήρχε ντουλάπι (ερμάριο) και ψηλά στους τοίχους ταρέτζια (ράφια) για βιβλία, εικόνες κ.ά. Σε άλλο δωμάτιο υπήρχαν τα γκλούκια (μεγάλα ντουλάπια) για τα στρώματα (τεσιάκ’), παπλώματα (γκεργάν), μαξιλάρια (μαξιλάρ’) και σεντόνια (τσαρτσιάφ’).
3. Αποθήκες & Σκεύη στο Οσπίτ':
Αμπάρ’: Ξύλινη αποθήκη σιτηρών.
Μισέντερη: Ράφι με ξύλινα κιγκλιδώματα για τα ψωμιά (ψωμοθήκη).
Εικονοστάτες: Με εικόνες, κανδήλα, θυμιατό (θυμιαντόν) και κηροπήγια (σαυτάδες).
Κελλάρ’ (Κυλικείον): Μικρό δωμάτιο όπου φυλάσσονταν τα τρόφιμα (βούτορον μιντζίν, τυρίν τσορτάνια, παρκὶ σίρ’, κοβλακὶ σίρ’ κ.ά.). Το βούτυρο φυλασσόταν σε βαρέλια (ντούπια).
Σκεύη σε ράφια (ταρέτζια):
1η σειρά: Πισσωμένα πουλούλια (πήλινα πιθάρια με πίσσα για τουρσιά/στύπα και φρούτα).
2η σειρά: Σαχάνια (χάλκινα πιάτα), σερπόνια (καπάκια), ταπάχα (δίσκοι), τάσια, τσινία (γυάλινα).
Μεσαίο τμήμα: Σινία (μεγάλοι δίσκοι), τεντζερέδες, ισκιουράδες (για οξύγαλα, τάν, χοσάφι), μουρχούτια (πήλινα πιάτα), τζάπια (πιθάρια).
3ο τμήμα: Κατζάνια (καζάνια), χαλκοπούλλια, πακράτσια, σταμνία, κουκούμια/κικίμια, ιμπρίκ’ με λεγέναν, σιζκέτο’/κεφκίρ’, τηγάνια, τσότρα, τεπέδες (ελααιοδοχεία).
Στο δάπεδο: Αλμεχτέρ’ (καρδάρα), κολληχτέρια, κοβλάκια, ξυλάγκ’ / δρουβάγκ’ (ξύλινο βαρέλι για το χτύπημα του βουτύρου), καρσάνια (σκάφες), καρνάλια (πανέρια), τσορτανογλύστες / χλαοὺ (πλάστης), πλάστρα (για γιουχάδες και ζυμαρικά).
Κάτω από το αμπάρι: Γεωργικά εργαλεία (μικέλλα = σκαπάνες, ιφτιάρια = φτυάρια, τζακελιχτέρια = σκαλιστήρια, καγάνια = δρέπανα).
Στο μεσοστούλαρον: Κρεμόταν το χουλιαρόν (καλάθι) με ξύλινα κουτάλια (τσιμούρ’), κουτάλες (τρανὸν κουτάλ’) και πιρούνια. Κάθε μέλος είχε το δικό του κουτάλι με χαραγμένο το αρχικό του (για λόγους υγιεινής).
Χορόν έβὶ (Σπίτι του Χορού). Σε κάθε συνοικία υπήρχε το χορόν έβὶ, ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς φεγγίτη και παράθυρα. Εκεί συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι τις εορτές και τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα και χόρευαν με το φως της λυχνίας και τον ήχο της λύρας τους αθάνατους χορούς του Πόντου. Οι ηλικιωμένοι καμάρωναν τους νέους, ενώ συχνά σε αυτές τις συγκεντρώσεις οι νέοι διάλεγαν τη συντρόφισσα της ζωής τους.
Ο Στάβλος. Ο 1ος όροφος των νέων σπιτιών ήταν ο στάβλος, χωρισμένος σε:
1. Τῇ ζοῦ τὸ μάντρίν: Ευρύχωρο μέρος με φάτνες (παθηνία) για τα μεγάλα ζώα.
2. Τὸ κώμ’: Μικρό μέρος για τα αιγοπρόβατα. Η κοπριά πατιόταν από τα ζώα, σχημάτιζε συμπαγή πλάκα, την έκοβαν με φτυάρι σε τετράγωνα και την έξηραναν για καύσιμη ύλη (σάχτια).
Παρασκευή καυσίμων: Το καλοκαίρι έφτιαχναν βώλους κοπριάς στους τοίχους (χεροκούσκουρα). Το χειμώνα μάζευαν την κοπριά σε κωνικό λόφο (κοπροθήκαν) και την άνοιξη την άπλωναν, την πατούσαν παιδιά και γυναίκες, την κυλίνδριζαν με τον κύλινδρο, την έκοβαν σε κομμάτια και έφτιαχναν τα αλωνοκούσκουρα. Όλα τα κοούσκουρα αναδίδαν πυκνό καπνό και χαρακτηριστική οσμή (κουκουρέαν).
3. Τὸ τίτο’: Το πρώτο διαμέρισμα με λιθόστρωτο δάπεδο (για τροφή αιγοπροβάτων το χειμώνα).
4. Τὸ μουσκενάρ’: Για τα μοσχάρια.
5. Τ’ αρνοτόπ’: Για τα αρνιά.
6. Σκούπισμα στάβλου: Γινόταν με το τζαχαβὲλ ή τσουχαβὲλ (ξύλινη σκούπα λάσπης, αρμενικής προέλευσης).
Πλησίον των κατοικιών υπήρχε το αχερόν (αχυρώνας) για τις ζωοτροφές.
Κρυφά Δωμάτια & Κατακόμβες (Κρυπτοχριστιανισμός)
Πίσω από το κυλικείο (κελλάρ’) και το αμπάρ’ υπήρχαν μικρά κρυφά δωμάτια. Εκεί απέκρυπταν τις εικόνες και τα ιερά σκεύη κατά τους χρόνους της δουλείας. Όσο λειτουργούσε το Μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, οι Χριστιανοί εκκλησιάζονταν χωρίς δυσκολίες και οι Κρυφοί (Κρυπτοχριστιανοί) εκτελούσαν τα καθήκοντά τους χωρίς κίνδυνο. Μετά την καταστροφή του όμως, εξωτερικά φαινόταν ότι έσβησε κάθε ίχνος χριστιανισμού στο Σταυρί, αλλά κρυφά διατηρούνταν ακλόνητη η πίστη. Οι Σταυριώτες τελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα εντός των κρυφών δωματίων, των κρυφών ναών και των κατακομβών.
• Οι κατακόμβες ήταν ευρύχωρα δωμάτια πίσω από τους τοίχους του πρώτου ορόφου, μέσα στη γη, κάτω από το οσπίτιον. Είχαν δυσδιάκριτη και τεχνηέντως επιχρισμένη είσοδο.
• Εντός μίας κατακόμβης βρίσκονταν όλα τα απαραίτητα για τη Θεία Λειτουργία. Οι τοίχοι είχαν άτεχνες αγιογραφίες. Η προσέλευση γινόταν τη νύχτα.
• Τα συνεχόμενα σπίτια είχαν εσωτερική συγκοινωνία μέσω καλυμμένης οπής, ώστε οι ένοικοι να συγκεντρώνονται νύχτα στην κατακόμβη.
Κατακόμβες υπήρχαν και στο ύπαιθρο ως καταφύγια. Μία τέτοια ανακαλύφθηκε στη χαράδρα του Αγ. Βασιλείου (μήκους ~10 μ.). Η σπουδαιότερη ήταν η Σπέλεν (σπήλαιο σε βράχο), όπου κατά την παράδοση υπήρχε κρυφός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, με λαξευμένη Αγία Τράπεζα και αγιογραφίες.
Σημείωση: Ο Σταυριώτης (Χριστιανός ή Κρυφός), όταν περνούσε κοντά από κατακόμβη ή κρυφό ναό, αν ήταν βέβαιος ότι δεν τον παρακολουθούν, έκανε το σταυρό του. Αν όμως υποπτευόταν κίνδυνο, θώπευε το μουστάκι του σταυροειδώς με το δεξί χέρι, θεωρώντας τη χειρονομία αυτή ως εκπλήρωση του θρησκευτικού του καθήκοντος.
Αμφίεση – Υπόδηση. Η αμφίεση και υπόδηση των Σταυριωτών δεν διέφερε καθόλου από εκείνη της ορεινής περιοχής της Χαλδίας (βλέπε Αρχείον Πόντου, τόμος Β΄, σελ. 1-48). Πρέπει μόνο να προστεθεί ότι στο Σταυρί, σε παλαιότερη εποχή, οι γυναίκες φορούσαν φερετζέ (καλύπτρα προσώπου) και οι άνδρες περιέδεναν γύρω από το φέσι γιαζμάν (χρωματιστό μαντήλι, τζίτι). Παραδοσιακές ανδρικές & γυναικείες ενδυμασίες (φορεσιές) των Ελλήνων του Πόντου - Περί αμφιέσεως στον Πόντο - Δημοσθένη Η. Οικονομίδη - Αρχείον Πόντου 1929 - Τόμος 2ος
Παροιμίες – Έθιμα. Τα ήθη και έθιμα του Σταυρίου ήταν όμοια με αυτά της Χαλδίας, με ορισμένες διαφορές για τις οποίες θα γράψουμε άλλη φορά (βλέπε Αρχείον Πόντου, τόμος Α΄, σελ. 121-180). Ομοίως, οι λεγόμενες «παροιμίες ή παροιμιώδεις φράσεις» στο Σταυρί περιλαμβάνονται στον Β΄ και Γ΄ τόμο του Αρχείου του Πόντου, ενώ άλλες βρίσκονται στη δική μας συλλογή που πρόκειται να εκδοθεί.Χριστούγεννα στο Σταυρίν (Μονοβάντων) του Δημήτριου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη) - Έθιμα και δοξασίες του Δωδεκαημέρου της περιφέρειας Σταυρίν του Πόντου - Τα Μωμοέρια - Έθιμα των μεγάλων εορτών στον Πόντο του Δημητρίου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτου) - Οι καλλικάντζαροι στον Πόντο, του Δημητρίου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη) -
Διατροφή – Παιδιαί (Παιχνίδια). Εκτενέστατη μελέτη «περί τροφίμων και του τρόπου παρασκευής» των διαφόρων φαγητών βλέπε στα «Ποντιακά Φύλλα» (τεύχος 16ο, σελ. 192). Για τα παιχνίδια γράψαμε εκτενώς στα «Ποντιακά Φύλλα» (τεύχος 22ο, σελ. 406–413). Σταυρίν Χαλδίας Πόντου (Uğurtaşı). Ήθη, έθιμα, χοροί, δοξασίες των Ελλήνων Σταυριωτών της επαρχίας Αργυρούπολης του Νομού Τραπεζούντας του Πόντου - Διάφορα τραβωδίας (τραγούδια) - Δίστιχα Σταυρίν Δ.Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτου)
Το Σταυρί (Σταυρίν) της Χαλδίας του Πόντου, ένα μνημειώδες έργο του κ. Δημητρίου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτου). Οικήματα – Οικίες - Αμφίεση – Υπόδηση - Παροιμίες – Έθιμα - Διατροφή – Παιδιαί (Παιχνίδια)
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com