• Home
  • Λαογραφία
  • Τα Μωμοέρια - Έθιμα των μεγάλων εορτών στον Πόντο

Τα Μωμοέρια - Έθιμα των μεγάλων εορτών στον Πόντο

μωμοέρ,μωμοέρια,κοτσαμάνια,έθιμα,δωδεκαημέρου,πόντος ΤΑ ΜΩΜΟΕΡΙΑ
Υπό Δημ. Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτου)

Από τα έθιμα των μεγάλων εορτών

Η πολύ κοινή ανά τον Πόντο σατυρική κωμωδία των Μωμοέρων η οποία εκτελείτε με διαφοροποιήσεις κατά τόπους, εμφανίζεται σε παραλλαγές ως προς τα πρόσωπα και τον τρόπον παραστάσεως. Ο άρχων διδάσκαλος κ Δ. Οικονομίδης γράφων γενικώς για το έθιμο αυτό, στο Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος το έτος 1937, θεωρεί ότι, το έθιμο αυτό αποτελεί λείψανο αρχαίου εθίμου ή μιας αγροτικής εορτής που συμβολίζει τη νάρκη της φύσεως κατά τον χειμώνα και την αναβίωση της κατά την άνοιξη. Συγχρόνως έχει σκωπτικό – σατυρικό χαρακτήρα, καθόσον μέσω της αναπαραστάσεως σατιρίζονται πρόσωπα και ήθη της κοινωνίας. Παραλληλίζεται ως υποτυπώδης δραματική παράσταση παραπλήσια του “Σκυρίου εθίμου” ή των “Καλογέρων της Βιζύης”, με σκοπό την αποτροπή των δεισιδαιμονιών και της κακοτυχίας με ταυτόχρονη επίτευξη της καλοτυχίας. Σε αυτό το τελευταίο συμφωνεί με την άποψη του κ. Δ. Παπαγεωργίου ο οποίος είχε γράψει “ειδικώς” περί του “Σκυρίου εθίμου”.
Περαιτέρω περιγράφει τον τρόπο της εκτέλεσης του εθίμου, κατά την οποία τα συμμετέχοντα μέλη προξενούσαν την θυμηδία (σκωπτική και ειρωνική διάθεση ) στους παριστάμενους αλλά και ακράτητο γέλιο με τις κάθε είδους κωμικές παραστάσεις, με τις φράσεις ή τους κωμικούς και αστείους διαλόγους, με τις μιμήσεις και τις αλλόκοτες κινήσεις του σώματος, με τη συνοδεία της αθάνατης λύρας ή άλλου μουσικού οργάνου.

Παρακολουθείστε το αφιερωματικό μας βίντεο για τα Μωμοέρια στον Πόντο


μωμοέρ,μωμοέρια,κοτσαμάνια,έθιμα,δωδεκαημέρου,πόντος Σε κάποιες περιοχές παρεμβάλλεται ο μυθικός ήρωας “Κιόρογλου”. Σύμφωνα με πληροφορίες του κ. Γεωργίου Κανδηλάπτη (Κάνι), η παρουσία ή αναφορά του Κιόρογλου έχουν στενά τοπική σημασία και είναι πιθανό να αφορά σε ξενικά έθιμα ή προσθήκες στο έθιμο των Μωμοέρων, όπως και η προσωνυμία “κόchια” είναι αρμενικής προελεύσεως, όπως συμπληρώνει και αλλού ο κ. Δ. Οικονομίδης περί αυτού, ότι απαντώνται μόνο σε μέρη όπου κατοικούν Αρμένιοι.
Όσον αφορά στους ανθρώπους που φορούσαν μάσκες αλλά και στους μεταμφιεσμένους που προσποιούνταν την αρκούδα ή την καμήλα ή τον τράγο, φαίνεται ότι αυτή η συνήθεια είναι νεότερη αυθαίρετη προσθήκη στα Μωμοέρια κατά απομίμηση των πλανόδιων θηριοδαμαστών για περισσότερη ευθυμία αλλά και χρηματισμό.
Η λέξη Μωμό(γ)ερος, πληθ, οι μωμοέρ’ και τα μωμοέρια, γράφει ο κ Οικονομίδης, σχηματίζεται εκ του «μωμός» = ηλίθιος/βλάξ και του «γέρος», σημαίνοντας δε κατ’ αρχάς γέροντα ηλίθιο και ως εκ τούτου άξιον γέλωτος και πειράγματος (καζούρας). Με το πέρασμα του χρόνου η σημασία και ερμηνεία της λέξης μετέπεσε στην έννοια ατόμου μεταμφιεσμένου με προσωπείο με κωμικοτραγική όψη κατά την περίοδο από το Νέο έτος μέχρι τα Φώτα. Μάλιστα ενίοτε σήμαινε τον πονηρό άνθρωπο. «Ατός ντο μωμόερος έν’ !» = αυτός τι πονηρός είναι !
Η παρούσα μελέτη αφορά αποκλειστικά στα της εκτελέσεως της σατυρικής κωμωδίας των Μωμοέρων όπως αυτή λάμβανε χώρα μέχρι τις ημέρες μας.

μωμοέρ,μωμοέρια,κοτσαμάνια,έθιμα,δωδεκαημέρου,πόντος Πρόσωπα της δραματικής κωμωδίας

Ο θίασος των Μωμοέρων συνεκροτείτο απ' την επόμενη ημέρα των Χριστουγέννων κατά την οποία επιδίδονταν σε δοκιμές μέχρι την πρωτοχρονιά, οπότε απ' τις πρώτες πρωϊνές ώρες εμφανίζονταν σε κοινές–δημόσιες παραστάσεις που επαναλαμβάνονταν μπροστά σε κάθε σπίτι του χωριού ή στα περισσότερα χωριά μέχρι την εορτή των Φώτων.
Τα πρόσωπα που αποτελούσαν τον θίασο ήταν συνήθως δέκα.
1. Ο αλογάς (ατλής) ή Τερέπηγης (τιμαριούχος). Αυτός φορούσε ζίπκα με κομψές τσάπουλες, ποδήρη χιτώνα (τζουμπέ) και γύρω-γύρω στο κεφάλι του έφερε χρυσοποίκιλτο μαντήλι ή ταραπουλούζ (μεταξωτή ζώνη) ειδικά δεμένη (κοτσογύρ’) ούτως ώστε να φαίνεται σαν Αμαζών έφιππος, ενώ δύο κοντάρια τοποθετημένα οριζόντια δεξιά και αριστερά απ' τη μέση του ενώνονταν μπροστά στη μύτη καταλήγοντας σε μια τεχνητή κεφαλή αλόγου, ενώ από πίσω καλύπτονταν απ' τον ποδήρη χιτώνα. Με το αριστερό του χέρι κρατούσε τα χαλινάρια του αλόγου και με το δεξί το μαστίγιο.
2. Ο Κιζίρ (κλητήρας του χωριού) ή κυρίως μωμόερος. Φορούσε ένδυμα ποδήρες (ως κάτω στους αστραγάλους) από προβιά τράγου, ενώ στη ράχη του έφερε προσκέφαλο(μαξιλάρι) για να προφυλάσσεται απ' τα μαστιγώματα του Τερέπεγη. Στο κεφάλι έφερε κωνοειδές δερμάτινο κάλυμμα (το κιουλάχ) με δερμάτινη επίσης προσωπίδα. Στην κορυφή του κωνοειδούς καλύμματος κρεμόταν κουδουνάκι. Γύρω απ' τη μέση του είχε άλλα κουδούνια, σκόρδα, λάχανο, κουτάλια και δερμάτινα λουριά. Στο δεξί του χέρι κρατούσε χαντζάρι ενώ στο αριστερό κοντό ραβδί. Και μόνη η περιβολή του Κιζίρ, προκαλούσε το γέλιο των θεατών.
3. Ο Κόρ Σεϊτάν (διάβολος), με μαύρη ενδυμασία και ανάλογη προσωπίδα με κέρατα και ουρά. Κρατούσε στα χέρια του δυο μικρά ραβδιά.
4. Ο μικρός διάβολος (διαβολάκι) με ίδια ενδυμασία όπως και ο Κόρ Σεϊτάν.
5. Ο Καδής (δικαστής). Φορούσε κατάλευκο ποδήρη χιτώνα και ογκώδες σαρίκι με προσωπείο σεβάσμιου γέροντος. Με τεχνητό τρόπο είχε εξογκωμένη την κοιλιά. Στον λαιμό του έφερε κομπολόγι από πατάτες και στη μέση του καλαμοφόρον, ενώ κρατούσε τζιμπούκι και μπαστούνι (βακτηρία).
6. Ο Δίκωλον, αδερφός του Κιζίρ, ντυμένος φτωχικά κουβαλούσε στην πλάτη του το πτώμα του έτερου αδερφού του ο οποίος είχε φονευθεί απ' τον Τερέπεγη.
7. Ο Ζαπτιάς (χωροφύλαξ) με ανάλογη στολή και όπλο.
8. Η Νύμφη (σύζυγος του Κιζίρ), ήταν ένας αμούστακος νέος ντυμένος γυναικεία και στολισμένος σαν νύφη.
9. Ο Γιατρόν. Αυτός φορούσε διόπτρες (γυαλιά), ψηλό καπέλο και κρατούσε σακίδιο με φάρμακα.
10. Ο οργανοπαίκτης. Συνήθως φορούσε ζίπκας και έπαιζε την τρίχορδη λύρα, σπάνια υπήρχε κάποιο άλλο μουσικό όργανο.
Σημείωση : Ενίοτε προστίθεντο ένα ή δύο ακόμη μέλη στα οποία συνήθιζαν να αναθέτουν τη συλλογή των φιλοδωρημάτων σε χρήματα ή φαγώσιμα εκ μέρους των θεατών.

μωμοέρ,μωμοέρια,κοτσαμάνια,έθιμα,δωδεκαημέρου,πόντος Η Υπόθεση της Κωμωδίας

Η δραματική κωμωδία των Μωμοέρων όπως ήδη έχει αναφερθεί, πιθανόν να έχει την αρχή της σε κάποια παραλλαγμένη αρχαία τελετή χάριν στην αλλαγή του ενιαυτού (έτους) ή της εκδίωξης ή εξιλεώσεως των πονηρών πνευμάτων. Πιθανότερο όμως είναι η αρχή της να ανάγεται στην εποχή της μαύρης τυραννίας των τιμαριούχων των οποίων η ανηθικότητα και η σκληρή και βάναυση συμπεριφορά καυτηριάζεται αφ’ενός, και διακωμωδεί τον τρόπο απόδοσης της δικαιοσύνης αφ’ ετέρου.
Ιδού η υπόθεση του έργου, εν συντομία.

Ο τιμαριούχος (Τερέπεγης) τριγυρίζει έφιππος την επικράτεια της διοίκησης του ή κάποιο ποτάμι (περιοχή του ρου κάποιου ποταμού) μαζί με τα γύρω χωριά. Φτάνει στο χωριό και φωνάζει καλώντας τον Κιζίρ (κλητήρα) να παρουσιαστεί μπροστά του. Επειδή όμως αυτός αργεί να παρουσιαστεί από φόβο, ο τιμαριούχος τον καλεί με άγριες πλέον φωνές και όταν παρουσιάζεται, τον μαστιγώνει.
Στη συνέχεια ζητά να μάθει το λόγο της αργοπορίας του και αρχίζει το κομβολόγιο (να απαριθμεί) τις απαιτήσεις του : φέρε καλό άχυρο για το άλογο μου, φέρε καλό κριθάρι, φέρε καθαρό και δροσερό νερό (όπως του Καρά-Καπάν), φέρε πέταλα, φέρε καρφιά, δείξε μου κατάλληλο κατάλυμα για το άλογο μου και τέλος τον διατάσσει να οδηγήσει το άλογο μου με το χαλινάρι.
Τη στιγμή που ο Κιζίρ πλησιάζει, δέχεται ισχυρό λάκτισμα απ' τ' άλογο και πέφτει κάτω μισοπεθαμένος. Αμέσως το μουσικό όργανο παύει να παίζει και καλείται ο ιατρός, ο οποίος απομακρύνεται αφού πρώτα έχει προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Τότε ο Δίκωλον παρουσιαζόμενος στον Καδή, υποβάλλει προφορικά μήνυση κατά του φονιά των αδερφών του και ζητά την προστασία του νόμου του κράτους. Ο Καδής μετά από σύντομη ανάκριση ζητά μελάνη και γράφει την απόφαση της καταδίκης (ιλιάμ) του Τερέπεγη, ταυτόχρονα όμως ζητά πάρα πολλά δώρα απ τον ενάγοντα Δίκωλον, ο οποίος δέχεται να τα προσφέρει.
Μετά απ' αυτά ο Καδής διατάσσει τον χωροφύλακα να οδηγήσει μπροστά του τον Τερέπεγη, ο οποίος όταν λάβει γνώση της πρόσκλησης παρουσιάζεται με καλπασμό και χαιρετά αναιδέστατα και με προκλητικότητα.
Σε ερώτηση του δικαστού, γιατί διέπραξε διπλό φόνο, απαντά με κυνική αναίδεια, ότι τον έναν τον φόνευσε επειδή ήταν φτωχός ενώ τον άλλον γιατί δεν του παραχώρηση την μια απ' τις δύο όμορφες γυναίκες του.
Ο Καδής ρωτώντας για την ομορφιά της γυναίκας του Κιζίρ, πληροφορείται ότι είναι πάρα πολύ όμορφη (καλλονή) κι ενώ θωπεύει την γενειάδα του, βροντοφωνάζει : Κι εγώ αν ήμουν στη θέση σου, το ίδιο θα έκανα !!!.
Ο Τερέπεγης με την τόσο πανηγυρική αθώωση του κατευθύνεται γεμάτος χαρά στο μέρος όπου κείται το θύμα, μυκτηριζόμενον  (χλευαζόμενον) απ' τον διάβολο και εμπαιζόμενον απ' τη νύφη, η οποία αρχίζει να ερωτοτροπεί με τον τιμαριούχο.
μωμοέρ,μωμοέρια,κοτσαμάνια,έθιμα,δωδεκαημέρου,πόντος Ο Κιζίρ μισοσηκώνεται, φτερνίζεται πολύ δυνατά και απαντά σε υπαινιγμό του Τερέπεγη περί δυσοσμίας, λέει ότι είναι ευωδία ρόδου (μυρωδιά τριαντάφυλλου). Μετά την επιμονή του Τερέπεγη, ομολογεί κι αυτός ότι αισθάνεται δυσοσμία και σηκώνεται όρθιος προκαλώντας και πάλι την ευθυμία των συναδέλφων του και τα σαρκαστικά γέλια των θεατών.

Γεμάτοι χαρά όλοι οι ηθοποιοί για το γεγονός ότι είναι πλέον ζωντανός ο μωμόερος (Κιζίρτς), αρχίζουν το χορό υπό τους ήχους της λύρας. Προηγείται ο αλογάς και έπονται όλοι οι άλλοι. Ταυτόχρονα ακούγονται και άλλα δίστιχα άσματα :
" Οφέτος και τα κάλαντα εφτάμε Μωμοέρια̤, νασάν εκείνον που θα ζεί ‘ς άλλα τα καλοκαίρια̤.
Ανάθεμά σε νέπουτση πως είσαι παλια̤λίσσα, με τ’ εμέν τον μωμόερον εξέβες σεβταλίσσα.
Ας έμ’νε είνας διά̤βολος με τρία κωδωνόπα θ’ ελάσκουμ’νε μεσανυχτί κι’ εγνέφιζα κορτζόπα.
Έρθεν αρνόπο μ’ τη Χριστού, τα κάλαντα, τα Φώτα, άνοιξον τ’ εγκαλόπο σου τη παραδείς΄την πόρταν "...κτλ

μωμοέρ,μωμοέρια,κοτσαμάνια,έθιμα,δωδεκαημέρου,πόντος Ενώ χορεύουν, ο Καδής βλέπει την ομορφιά της νύφης και χωρίς να συγκρατηθεί ορμά με δύναμη και την αγκαλιάζει. Ο χορός διαλύεται κι ο αλογάς καλεί τον Κιζίρ να του δείξει τον δρόμο. Εκείνος τον οδηγεί σε δύσβατους δρόμους και γκρεμούς αλλά στο τέλος -από φόβο- του δείχνει τον ευθύ δρόμο (βασιλιακόν δρόμο) και ο θίασος φεύγει για να επαναλάβει την παράσταση του σε άλλο μέρος.

Πηγή : Ποντιακά φύλλα – τεύχος 20ον

 

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ