"Χριστούγεννα στο Μονοβάντων του Σταυρίν" του Δημήτριου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη)
Δεκέμβριος του 1911. Παραμονή Χριστουγέννων, ημέρα Σάββατο, ο ήλιος πρόβαλε δειλά από την κορυφή της Τσέκας και φώτισε την χιονοσκεπασμένη ορεινή περιοχή του Σταυρίν.
Οι κορφές, οι πλαγιές και οι πρόποδες του βουνού Κουλάτ Ντάγ και όλων των παραφυάδων του ήταν σκεπασμένες με χοντρό άσπρο πάπλωμα. Την περασμένη νύχτα, ύστερα από μεγάλη χιονοθύελλα, γύρισε απότομα νοτιά. Το αφράτο χιόνι κατακάθισε λίγο και πάνω στην επιφάνεια του σχηματίστηκε μια λεπτή σκληρή κόρα, πολύ εύθραυστη. Η αντανάκλαση των ακτίνων του λαμπρού ήλιου θαμπώνει την όραση και το αποκρυσταλλωμένο χιόνι έλαμπε σαν στρώμα από πολύτιμα πετράδια. Από νωρίς οι κάτοικοι της κεντρικής ενορίας του Μονοβάντων βρίσκονταν στο πόδι. Οι νοικοκυρές προνοητικές, όπως πάντα, δώσαν τις κατάλληλες οδηγίες για τις διάφορες δουλειές της ημέρας. Καλή μέρα σήμερα, οι δουλειές πρέπει να τελειώσουν γρήγορα. Αύριο έχουμε Χριστούγεννα μέρα χρονιάρα και πρέπει να ετοιμαστούμε με τον καιρό σαν καλοί και πιστοί χριστιανοί. Πήραμε τα ξύλινα φτυάρια, τα αλείψαμε με λίπος για να μην κολλήσει απάνω τους στο χιόνι και ριχτήκαμε στο «ξύσιμο τη χ̌ονί» από τα δώματα, από τις στράτες. Το ξεχιόνισμα των επίπεδων στεγών (δώματα) συνήθως ήταν δουλειά των νέων των νεάνιδων και των παιδιών ακόμα. Σε λίγο οι φωνές μας αντηχούσαν χαρούμενες, παντού τραγούδια, αστεϊσμοί, άμιλλα μεγάλη στη δουλειά. Δεν έλειπαν και τα χ̌ονοκούστα̤ (χιονόσφαιρες - χιονοπόλεμος). Σε διάστημα δυο ωρών όλα ήταν τελειωμένα. Τα δώματα των σπιτιών και οι δρόμοι ως την εκκλησία που βρισκόταν λίγο έξω από το χωριό, απελευθερώθηκαν από το παχύ στρώμα του χιονιού. Παρά το λαμπρό ήλιο το κρύο ήταν τσουχτερό, φυσούσε δυνατά «Τη Γουλατί’ αέρας», δυνατό ξεροβόρι. Τα πρόσωπα των νέων και νεάνιδων πήραν χρώμα ζωηρό ροδοκόκκινο που χαρακτηρίζει γενικά τους κατοίκους της ορεινής περιοχής του Πόντου. Οι χωριανοί μας έμειναν ευχαριστημένοι από τη δουλειά μας. Ο παπάς, μας ευλόγησε και οι γέροι και οι γριές μας ευχήθηκαν γιατί θα μπορούσαν να πάνε στην εκκλησία χωρίς εμπόδιο. Μεσημέρι. Γευματίσαμε πολύ λιτά γιατί οι νηστείες φυλάγονταν αυστηρά. Τα «μυλλα̤σμένα λάχανα» με καυτερό πιπέρι ήταν σε ημερήσια διάταξη, και τι νόστιμα που ήταν! Έπειτα καθένας μας καταπιάστηκε με ανάλογη δουλειά. Οι κοδέσπαινες ανοίγουν τα σουντούκια (μπαούλα) τους και βγάζουν τα γιορτινά ρούχα της οικογένειας. Προσέχουν τα πάντα για να μην έχουν ελλείψεις, καθαρίζουν και βάφουν τα ποστάλα̤ και τα κουντούρας (παπούτσια) γιατί μόνο στις γιορτές τα μεταχειριζόμασταν ενώ τις καθημερινές φορούσαμε τσαρούχια «χασίλα̤» από κατεργασμένο δέρμα. Στις μεγάλες γιορτές όπως τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, το Πάσχα της Υψώσεως του Σταυρού και τα λοιπά ντυνόμασταν τα καλύτερα «αναλαγάδα̤» (αλλαξιές) μας. Οι άντρες και προπάντων οι νέοι έφεραν άρματα και «ματαράδες» (εξαρτήματα οπλισμού). Εμείς νέοι κουβαλούσαμε τα απαιτούμενα για τη θέρμανση ξύλα και «κουσκούρα̤» ξηρές, κοπριές ζώων και γεμίζαμε με νερό τις μεγάλες στάμνες ή τις «κούφες» ξύλινα δοχεία νερού. Ελαμβάνετο ιδιαίτερη φροντίδα για το παρασκεύασμα του φαγητού της ημέρας των Χριστουγέννων. Συνήθως σφάζανε κοκόρια, όπως μαρτυράει και ο στίχος του Ποντιακού Καζαμία που αναφέρεται στον μήνα Χριστιαννάρ’ (Δεκέμβρη): «Τη Χριστού όλ’ αναλλάζ΄νε και τα πετεινάρα̤ σπάζ’νε». Μερικοί μαγείρευαν παστό κρέας πρόβειο ή βοδινό. Κατά το δειλινό η μάνα μου πήγε στο κελάρι, άνοιξε το κρεατοκάλαθο που ήταν γεμάτο παστωμένο πρόβειο κρέας, πήρε όσο χρειαζόταν και τόβαλε να ξαρμυρίσει. Αργότερα το έβαλε μαζί με χοντροκομμένες πατάτες μέσα σε ένα «τσάπ» (πύλινη χύτρα με στενό στόμιο και πώμα) και το τοποθέτησε μέσα στο τζάκι πάνω στη χόβολη (ζεστή στάχτη) για να ψηθεί σιγανά. Το βράδυ όλα ήταν έτοιμα. Συγκεντρωθήκαμε όλοι οι σπιτικοί μέσα στο δωμάτιο, άλλοι καθήσανε γύρω στη «σάγκα» και χώσανε τα πόδια τους κάτω στα στρώματα για να ζεσταθούν. Άλλοι πάλι μείναμε κοντά στον «πέσ̌κον» (σόμπα). Πολλές ομάδες παιδιών γυρνούσαν στο χωριό ψέλνοντας τα Χριστούγεννα. Το τραγούδι «Καλήν Εσπέραν άρχοντες» ακουγόταν παντού. Όλοι ήμασταν ευχαριστημένοι και χαρούμενοι. Μα τι χαρά! Πραγματική χαρά, για τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Που τώρα τέτοιο πράγμα; Το βραδινό μας φαγητό αποτελείτο από «λιντζάνα̤» και «αυλούκια» λαχανικά των αγρών. Συζητήσαμε για το πρωινό ξύπνημα μας, για τη μετάβασή μας στην εκκλησία και κατόπιν προσευχηθήκαμε όλοι μαζί (ομαδική προσευχή) και πλαγιάσαμε. Επι πολλή ώρα δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τη χαρά μου και στριφογύριζα μέσα στα στρώματα. Κάποιος μάλιστα «ερρωθώνιζεν» (ροχάλιζε) κι έτσι παρατεινόταν η αϋπνία και η αγωνία μου πότε θα ξημερώσει. Πότε ξύπνησε η μάνα μου δεν θυμάμαι. Όταν ξύπνησα την είδα να κάθεται κοντά στην θερμάστρα κάπως στενοχωρημένη. Τι έπαθες μάνα; Γιατί δεν μας ξύπνησες ακόμα; Δεν χτύπησαν οι καμπάνες είπε και σώπασε. Τη νύχτα ο καιρός άλλαξε, ύστερα από τα μεσάνυχτα έπιασε δυνατός βοριάς. Η χιονοθύελλα εμαίνετο και χοντρές νιφάδες έπεφταν αδιάκοπα. Τα πάντα σκεπάστηκαν από παχύ στρώμα χιονιού που έφτανε ως το γόνατο. Οι εξώπορτες των σπιτιών κλείστηκαν, οι δρόμοι εξαφανίστηκαν.
Επιτέλους άρχισε να χαράζει και οι χωριανοί ήταν ανάστατοι. Πώς να πάνε στην εκκλησία; Η φλόγα της πίστεως δεν τους αφήνει να καθυστερήσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Μερικά παλικάρια πετάχτηκαν στους δρόμους και γύριζαν στα σπίτια δίνοντας καθησυχαστικές οδηγίες και καλώντας όλους σε συναγερμό. Πήγαν τον παπά στην εκκλησία και οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα. Σαν από θεϊκή προσταγή η χιονοθύελλα κόπασε, το χιόνι σταμάτησε και ο ουρανός έδειχνε σημάδια καλυτέρευσης του καιρού. Όλοι ριχτήκαμε στο άνοιγμα των δρόμων. Είχε ξημερώσει πια. Οι καμπάνες συνεχίζουν το προσκλητήριο. Όλοι «αναλλαγμένοι» (φορώντας τα καλά μας) ξεκινήσαμε για την εκκλησιά. Με χαρά και γέλια προχωρούσαμε. Σε λίγο η εκκλησία του Αη-Βασίλη ήταν ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Γέροι, γριές, μεσόκοποι, νέοι, νέες και παιδάκια μαζεύτηκαν για να παρακολουθήσουν την λειτουργία της γεννήσεως του θεανθρώπου. «Άς ση Χριστού τη χαράν και τη δα̤βόλ’ τη σπάσ’» (από τη χαρά του Χριστού και το σκάσιμο του διαβόλου) γιορτάσαμε μεγαλόπρεπα τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων. Στο μεταξύ ο καιρός διορθώθηκε. Όταν απόλυσε η εκκλησία, ο ήλιος ολόλαμπρος βγήκε αρκετά ψηλά από τον ορίζοντα. Βιαστικοί γυρίσαμε στα σπίτια μας. Εκεί οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το τραπέζι. Η μάνα μου έβγαλε από το τζάκι το τσάπ με το κρέας. Σαν σήκωσε το καπάκι της χύτρας ένας μυρωδάτος αχνός σκορπίστηκε γύρω και μας γαργάλησε ενοχλητικά το λαρύγγι. Νομίζω πως τώρα, αυτή τη στιγμή, είναι μπροστά μου και ψευτοκαταπίνω τα σάλια μου. Η νοστιμάδα του φαγητού εκείνη δεν λέγεται! Άλλωστε όλα τα φαγητά και τα φρούτα των ορεινών περιφερειών του Πόντου ήταν νοστιμότατα. Κοντεύει μεσημέρι, όλα πάνε καλά, αλλά το χιόνι δεν πρέπει να παραμείνει πάνω στα δώματα. Η νεολαία, είχε τον λόγο. Δράξαμε τα φτυάρια και πότε τελείωσε η διασκεδαστική αυτή απασχόληση δεν καταλάβαμε. Στην είσοδο κάθε σπιτιού στήθηκαν σαν φρουροί οι χιονάνθρωποι. Ύστερα από το πλούσιο μεσημεριάτικο άρχισαν οι διασκεδάσεις και τα γλέντια. Στην παρέα μου ήταν οι νέοι: Κωστής Γατόγλης (Κοντόπουλος), Πάντζος Γατόγλης, Αχιλλέας Αμανατίδης, Θεμιστοκλής (Μίστος) Αμανατίδης, Κωστής Αμανατίδης (Κεσ̌αλής), Ηρακλής Αηδονίδης (τη χ̌όρας), Ισραήλ Αποστολίδης (τη Παντελή), Γεώριγος Αποστολίδης (τη Κωτσού) και άλλοι, Έφτασε και από τη συνοικία Τσακάντων της ενορίας Αφκατωχώρ ο κακουσμένος λυράρης Στυλιανός του Αμιρά. Σύμφωνα με τα έθιμά μας, πήγαμε πρώτα χωρίς μουσικά όργανα και με σοβαρότητα στον παπά για να μας δώσει την ευχή του και την ευλογία του Χριστού. Έπειτα επισκεφτήκαμε τις οικογένειες που είχανε πένθος, γιατί πέθανε στα κοντά κάποιο μέλος τους και τέλος τους αρρώστους συγχωριανούς μας. Οι επισκέψεις αυτές ήταν υποχρεωτικές και σύντομες. Επανερχόμαστε στο αρχοντικό του Γατόγλη και καθίσαμε σε τραπέζι γεμάτο με ποτά και μεζέδες. Καλή αρχή για το γλέντι! Η μελωδική φωνή της αθάνατης λύρας σκορπούσε φαιδρότητα και ενθουσιασμό και γέμιζε τις καρδιές μας οργασμό για γλέντι και χορό. Καθένας μας βρίσκει και ένα επίκαιρο δίστιχο τραγούδι. Πρώτος ακούγεται ο λυράρης.
«Οσήμερον έν’ τη Χριστού, ο Χριστόν εγεννέθεν,
ας τρώωμε και πίνωμε, και ναϊλλοί που ΄κ̌’ ευρέθεν.
Θα ευτάμε και μουαπέτ’ άμον ντ’ εποίν’ναν πρώτα
ας ση Χριστού ως τα Κάλαντα κι ώς να έρχουν τα Φώτα» Έθιμα και δοξασίες του Δωδεκαημέρου της περιφέρειας Σταυρίν του Πόντου
Τραγουδήσαμε αρκετά και καταλήξαμε στο χορό. Έπειτα συνεχίσαμε τις επισκέψεις σε οικογένειες των οποίων κάποιο μέλος ονομαζόταν Χρήστος. Περάσαμε από 3-4 σπίτια, χορέψαμε λίγο σε κάθε αυλή και τελευταία φτάσαμε στου Χρήστου Ποπαγιάννη. Τον βρήκαμε να κοιμάται ακόμα. Μας φάνηκε παράξενο. Στην πραγματικότητα δεν κοιμόταν αλλά ντρεπόταν να μας αντικρίσει εξ αιτίας μιας γκάφας του. Ο κακόμοιρος φοβόταν πολύ τους πεθαμένους. Την παραμονή ήπιε για τας καλά και γύριζε αργά τη νύχτα στο σπίτι. Του φάνηκε πως τον παρακολουθούσε η προ ημερών αποθανούσα γειτόνισσά μας Χρυσάννα. Από το φόβο του τρέχοντας μπήκε βιαστικά στο παχνί κραυγάζοντας συνεχώς: «θα με φάει Χρυσάννα». Αργά και κάποτε άκουσαν τις φωνές του οι γείτονες και έτρεξαν κοντά του. Με μεγάλη δυσκολία τον πήγαν σπίτι του. Όλοι γελούσαν για το πάθημά του και εμείς ξεπεράσαμε όλους. Το γλέντι συνεχίστηκε και κατέληξε σε παλλαϊκό χορό πάνω στα δώματα. Από την αντικρινή ενορία Μαχαλά ακούγονταν αραιοί πυροβολισμοί, γιόρταζε εκεί ο Χρήστος Μιανιάς (Πούπουλον). Χρημάτισε 40 χρόνια αγωγιάτης (γατιρτζ̌ής) του Σταυρίν. Είναι τώρα πάνω από 90 χρονών και διαμένει στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης. Μας είχε καλεσμένους και δεν μπορούσαμε να του αρνηθούμε. Αφήσαμε τον Γερίκαν τη Κοστού να συνεχίζει τον χορό και μερικοί από εμάς πήραμε τα όπλα μας κτλ και «ά̤ρμαν πύρμαν» (οπλισμένοι καλά) μαζί με τον Στυλιανό ξεκινήσαμε για τον Μαχαλά. Το χιόνι έφτανε στο γόνατο. Προχωρούσαμε με δυσκολία. Τέλος, φτάσαμε στο συνοικισμό Στραμπελάντων και σταματήσαμε πάνω στην κορυφή του λόφου. Από εκεί φαινόταν καλά απέναντί μας ή ενορία Μαχαλά. Θυμηθήκαμε την απόπειρα των Μαχαλεντίων να κλέψουν την κόρη του Παπακωνσταντίνου την Ανατολή και όλοι μαζί τραγουδούσαμε:
«‘Σ ση Σταμπελάντων το ρακάν ποπάς με τα ρεβόλα̤
Έστραψεν και εβρόντεσεν ‘ς ση Μαχαλάς τ’ αλώνα̤».
Σε αυτό απάνω ρίξαμε μερικές τουφεκιές. Μας κατάλαβαν από το Μαχαλά και πύκνωσαν τους πυροβολισμούς τους. Έτσι άρχισε ένας πεισματάρικος «ντονανμάς» (τουφεκίδι) και από τα δυο μέρη ώσπου φτάσαμε στο σπίτι του Μιανιά. Μας υποδέχτηκαν στην αυλή η οικογένεια του και μερικοί νέοι από την ενορία Απανωχώρ, μεταξύ αυτών ήταν και μερικοί τούρκοι. Η κόρη του Μιανιά η Κλεονίκη που έφερε όπλα μας κέρασε ρακί και μας προσέφερε πάνω σε δίσκο ψημένη κότα. Ευχηθήκαμε χρόνια πολλά. Ευχαριστήσαμε με χειραψία όλους για την υποδοχή και προχωρήσαμε. Ο Πούπουλον στις δόξες του δεν ήξερε πώς να μας ευχαριστήσει. Στην είσοδο ο λυράρης μας ο Στυλιανός σταμάτησε και τραγούδησε μελωδικά:
«Αδά ‘ς σ’ οσπίτ’ ντο έρθαμε να ζή ο οικοκύρης,
ο γιατιρτζ̌ής ο Πούπουλον ο Μιανιάς ο Χρήστον!».
Να ζήσει φωνάξαμε όλοι και εκείνος συγκινημένος πλησίασε τον Στυλιανό και κόλλησε στο μέτωπό του ένα μετζίτι (20 γρόσια). Μπήκαμε στο δωμάτιο της υποδοχής, εκεί γύρω σε πλούσια στολισμένο τραπέζι κάθονταν μερικοί συνάδελφοι του Μιανιά και ο Γ. Κασιμίδης (Κιαμίλ αγάς). Ανταλλάξαμε χαιρετισμό ρωμαίικα και τούρκικα και καθίσαμε. Το φαγοπότι σε ένταση και το γλέντι άναψε και κόρωσε. Η λύρα με τη μελωδία της έθελγε όλους και τα διαλεχτά και επίκαιρα τραγούδια τόνωναν τη διάθεση των γλεντζέδων.
«Νασάν εμάς τοι Σταυρέτας π’ ευτάμε πάντα κέϊφα̤
όλ’ εμουν τούρκοι και Ρωμαίοι ζούμε άμον αδέλφα̤».
Το δίστιχο μου αυτό ευχαρίστησε όλους και με ανάγκασαν να το επαναλάβω. Τα τραγούδια και το γλέντι συνεχίστηκαν πολλή ώρα. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος από το Απανωχώρ’ και από τον Μαχαλά. Με τη συγκατάθεσή μας και την επιθυμία όλων στήθηκε μεγάλος χώρος μέσα στο αλώνι. Χριστιανοί και τούρκοι, άνδρες και γυναίκες χορεύουν μαζί, οι τούρκισσες του Σταυρίν δεν κρυβόταν από τους ντόπιους. Ο χορός συνεχίστηκε ως τις πρωινές ώρες. Έπρεπε να φύγουμε πια. Ευχαριστήσαμε όλους, αποχαιρετήσαμε με χειραψία και τραβήξαμε για το μόνο Μονοβάντων. Όταν περνούσαμε από τον λόφο Στραμπέλ ρίξαμε και τις τελευταίες τουφεκιές που μας έμειναν. Με τραγούδια και φωνές φτάσαμε κοντά στην κεντρική Ασσερίειο σχολή όπου μας υποδέχτηκαν οι φίλοι μας. Στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου συγκροτήσαμε συγκέντρωση και σκεφτήκαμε για την παράσταση των «Μωμοέρων». Καθορίσαμε το ρόλο καθενός και στρώσαμε το πρόγραμμα της παραστάσεως. Σε μένα ανέθεσαν το ρόλο του μωμόερου Κιζίρ (κλητήρα του χωριού). Στήσαμε κοντά στη βρύση της Χατζη Σοφίας τον τελευταίο χορό και διαλυθήκαμε κατακουρασμένοι αλλά και καταευχαριστημένοι. Μια ανάμνηση μόνο απέμεινε από την ευχάριστη όσο και απλή εκείνη ζωή! Τι να γίνει; «Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις». Σταυρίν Χαλδίας Πόντου (Uğurtaşı). Ήθη, έθιμα, χοροί, δοξασίες των Ελλήνων Σταυριωτών της επαρχίας Αργυρούπολης του Νομού Τραπεζούντας του Πόντου.
Καλλιθέα Αλεξανδρουπόλεως. Δεκέμβρης 1953. Δημήτριος Κ. Παπαδόπουλος (Σταυριώτης).
"Χριστούγεννα στο Μονοβάντων του Σταυρίν" του Δημήτριου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη) – Πηγή: Ποντιακή Εστία 1953
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
