Αδελφή τη Δεσπότ΄ – Ανέκδοτη διήγηση Χαλδίας Πόντου, του Γεωργίου Κανδηλάπτη (Κάνεως)
Ο Γερβάσιον ο Δεσπότ’ς εποίκεν ΄ς σο Κάν’ σερανταδύο χρόνα̤ δεσποτικήν. Είχ̌εν κ’ είναν αδελφήν χ̌έραν, εφτωχ̌έσσαν και πολλά ασ̌κεμόχτιστον.
Ο Γερβάσιον ο Δεσπότ’ς εποίκεν ΄ς σο Κάν’ σερανταδύο χρόνα̤ δεσποτικήν. Είχ̌εν κ’ είναν αδελφήν χ̌έραν, εφτωχ̌έσσαν και πολλά ασ̌κεμόχτιστον.
Ασ’ σο Γιολκεμέζ, ασ’ ση Καρσί΄τα χωρία, ο Κοσμάγας πολλά τσιγγούντς έτονε, εσχωρεμένον (λαφρόν η νύχτα τ’). Άμον εκείνον κι άλλο χ̌ούρ’ εποίκεν και τα παιδία τ’.
Όθεν, λοιπόν, εκλήθη το συμβούλιον της Κοινότητος Τσίτα, όπου εκλήθησαν και οι δυνάμενοι να κρατήσουν όπλα και πήραν απο φάσεις.
Ο συγγενικός δεσμός ανάμεσα στους Έλληνες του Πόντου ήταν ιερός. Ιερότερος όμως θεωρούνταν ο δεσμός που γινόταν με τις κουμπαριές, όταν ο ένας βάφτιζε το παιδί του άλλου και γίνονταν κουμπάροι.
Ο Κουκαράς ήταν αποκριάτικο έθιμο, για να φοβερίζουν οι μάνες τα παιδιά κάθε φορά πού θα ζητούσαν να χαλάσουν την νηστεία της Σαρακοστής, ζητώντας επίμονα να φάνε ωβόν, τυρίν, γάλα, γιουγούρτι καί βούτορον, καί για να ξέρουν οι αγράμματες γυναίκες των χωριών, πού βρίσκονταν στα παρχάρια, πότε θα ερχόταν το Πάσχα.
Δεν είμαι Πόντιος ούτε καν πρόσφυγας. Έζησα όμως 17 χρόνια μαζί με τούς Πόντιους στο Σύδενδρο Γρεβενών κι εκεί γνώρισα την γλώσσα τους, την ζωή τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, τούς χορούς και την νοοτροπία τους.