• Home
  • Λαογραφία
  • Το Πανηγύρι του Αη-Ηλία της Μόχωρας – Στις δόξες της Κρώμνης του κ. Γεώργιου Φιρτινίδη

Το Πανηγύρι του Αη-Ηλία της Μόχωρας – Στις δόξες της Κρώμνης του κ. Γεώργιου Φιρτινίδη

Ομάδα Ελλήνων Κρωμναίων παραθεριστών στην ενορία Κωδωνάντων Μόχωρας Κρώμνης περί το 1900Αν η συντριπτικά υλική δύναμη τού κατακτητού υπεδούλωσε τόν Έλληνα τού Πόντου, όπως όλης τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καί τόν έκανε ταπεινόν Ραγιάν, τήν Ελληνικότητα όμως τής ψυχής του δέν κατώρθωσαν να αλλοιώσουν ούτε η βία ούτε οι καταπιέσεις.

Κι’ άν στά χρόνια τής σκληρής καταπιέσεως δέν τολμoύσε νά ξεφαντώση καί νά διαλαλή τήν πίστη του στά Εθνικά του Ιδεώδη, εκμεταλλευόταν όμως τά θρησκευτικά προνόμια, πού τού έδωσεν ο κατακτητής καί στήν ενάσκηση τών θρησκευτικών του καθηκόντων εύρισκε τρόπο νά εκδηλώνη καί τόν εθνικό του παλμό, χωρίς νά υποκινή τήν υπόνοια τού Τούρκου. Έτσι κάθε θρησκευτική γιορτή έπαιρνε χαρακτήρα Πανηγυριού, όπου ο Πόντιος, αφού πρώτα αναπολούσε τα χαμένα του μεγαλεία καί θρηνούσε πάνω στά ερείπια τής σβυσμένης δόξας, ανάνηφε έπειτα καί γέμιζε από εθνικό ενθουσιασμό. Ξεχνούσε γιά μιά στιγμή τά δεινά τής σκλαβιάς καί απέλαυε, έτσι φανταστικά, τή χαρά τής Ελευθερίας. Μέ ιδιάζοντα ενθουσιασό καί εθνικό παλμό ξεφάντωναν μέ τήν αφορμή τών Πανηγυριών οι κάτοικοι τής Κρώμνης. Καί τούτο χάρις στόν χαρακτήρα τους, στήν τακτική τής συμπεριφοράς πρός τόν κατακτητή καί χάρις ακόμα καί στήν γύρω φύση καί τό κλίμα. Ο Κρωμναίος τή συμμετοχή του σέ κάθε πανηγύρι τού χωριό του τή θεωρούσε ιερή υποχρέωση. Καί από τά ξένα, όπου θά τύχαινε νά βρισκόταν, θά προσέτρεχε νά πάρη μέρος στόν εορτασμό, νά κάμη εθνικό εξαγνισμό σέ εθνικά νάματα. Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου
Στά ψηλά βουνά τής Μόχωρας, στίς 20 Ιουλίου πανηγύριζε τό εξωκλήσι τού Αη Λιά. Τό εκκλησάκι βρισκόταν στήν αγκαλιά τών βουνών τού “Αη-Λιά”, σέ υψόμετρο γύρω στά 2.300 μέτρα, ανάμεσα σέ πετρώματα καί λιβάδια — αντιθέσεις πολύ συνήθεις γία τήν Κρώμνη. Από τή μιά πλευρά στολισμένη η φύση μέ όλα τά αγριολούλουδα, πού σκορπούσαν τήν ευωδία τους καί αρωμάτιζαν τήν ατμόσφαιρα, πλουτισμένη μέ κατάψυχα νερά, σ’ ένα από τά οποία ήταν στημένο τό περίφημο «Τ’-Αη Λιά τό κουτάλ». Από τήν άλλη πλευρά μιά πλαγιά γεμάτη βράχια σέ τέλεια αντίθεση μέ τήν πρώτη, συμπλήρωνε τή γραφικότητα τού τοπίου. Λίγα μέτρα ψηλότερα από τό εκκλησάκι, ο δρόμος από τόν Αεν-Ζαχαρέα πρός τό Καρά-ταΐ. Καί ψηλά σάν σφηνωμένο πάνω στόν ουρανό τό Τεβέ-Μπού. Καί πρός τή Δύση μιά θέα πανοραμική. Χανόταν τό βλέμμα τού θεατή στήν δροσειρά τού Γκιαούρ-Ταού. Τό σύνολον ένας πίνακας, μιά ζωγραφιά όλο ομορφιά, μαγεία!
Σ’ αυτό τό εξωκλήσι γινόταν τό πανηγύρι τού Αη-Λιά, τό μεγάλο πανηγύρι τής Κρώμνης, πού οι κάτοικοι τό περίμεναν μέ διακαή πόθο γιά θρησκευτικό προσκύνημα καί εθνικό ξεφάντωμα. Τό πανηγύρι τό οργάνωνε η ενορία τής Μόχωρας. Από τήν παραμονή η Μόχωρα έπαιρνε χαρακτήρα εορταστικό. Τό απόγευμα αυτής τής ημέρας όλοι οι νέοι, πού βρίσκονταν στό χωριό — οι ξενιτεμένοι θά παρευρεθούν ανήμερα τής γιορτής — έχοντας μαζί τους τόν λυράρη τους γύριζαν όλα τά σπίτια καί μάζευαν πλιγούρι, κορκότο, ψωμί, πασ̌κιτάν, καί βούτυρο. Η προσέλευση τής παρέας σέ κάθε σπίτι γινόταν μέ γλέντι, μέ τραγούδια, μέ χαρά καί μέ κέφι. Καί η προσφορά τών ειδών αυθόρμητη καί μέ ενθουσιασμό, μέ συμμετοχή εκείνην τήν στιγμή τής νοικοκυράς στό γλέντι, στό τραγούδι, στό κέφι. Πώς, όταν αναπολή κανείς ύστερα από τόσα χρόνια τίς άδoλες αυτές καί ανιδιοτελείς εκδηλώσεις τής ζωής, νά μήν αναφωνή άθελά του: Πολύ αλλάξαν οι καιροί.....!!! Το Πανηγύρι του Προφήτη Ηλία της Μόχωρας (Κρώμνης) του Πόντου
Τά συγκεντρούμενα είδη προωρίζονταν γιά «τ’-Αη-Λιά τήν τσορβάν». Η Μόχωρα είχε κοινόχρηστο ένα μεγάλο καζάνι, «Τή Παναγίας τό χαλκόν», περί τίς εκατόν ξύλινες γαβάθες, «πινάκι͜α» καί πολλά ξύλινα «χουλάρι͜α». Όλα αυτά, τρόφιμα καί σκεύη, μαζί μέ ξύλα καί «κουσ̌κούρι͜α», τά ξημερώματα τά φόρτωναν σέ ζώο καί τά προωθούσαν στό βουνό, στόν Αη Λιά. Στό χωριό, μετά τό ηλιοβασίλεμα στηνόταν ο χορός. Καί τά παιδιά συμμετείχαν στό γλέντι μέ τό δικό τους τρόπο, παίζοντας κρυφτούλι ανάμεσα στους χορευτές άνδρες καί γυναίκες.
Το πρωί ο Παπάς τής Μόχωρας άρχιζε τή λειτουργία στό εξωκλήσι. Σε κάποια γωνιά, πέρα από τήν εκκλησία, δυό τρείς νοικοκυρές ετοίμαζαν τή σούπα. Σε λίγη ώρα όλη εκείνη η έκταση κατακλυζόταν από προσκυνητάς. Οι ηλικιωμένοι κατελάμβαναν τό μικρό χώρο τής εκκλησίας καί τό προαύλιο. Καί οι λοιποί, άνδρες καί γυναίκες, εσχημάτιζαν παρέες εδώ κι’ εκεί μέσα στό καταπράσινο τοπίο. Οι γυναίκες μέ τίς γραφικές «Ζουπούνες» καί μέ τίς πολύχρωμες ομπρέλλες παρουσίαζαν ολόδρoσα μπουκέτα. Καί οι άνδρες, φέροντας γκράδες καί έχοντας στή μέση καί διαγωνίως φυσεκλίκια καί επί πλέον πιστόλια καί κάμες στή μέση έδιδαν τήν εντύπωση πολεμιστού σέ ανάπαυση. Καί συνεχώς κατέφθασαν παρέες. Από τή Μόχωρα, απ’ όλες τίς ενορίες τής Κρώμνης, από τήν Ίμερα καί από τά άλλα χωριά. Όπου έπεφτε τό μάτι πρός τό δρόμο, στά «Τσαίρα̤» στά «Μαχώνα̤» στά «Καταπάνα̤» παντού προσκυνητές πού κατευθύνονταν πρός τό πανηγύρι. Γεωγραφικὸν καὶ Ἱστορικὸν Λεξικὸν Ἐπαρχίας Χαλδίας Κ’ (Μονοβάντων, Μόχωρα, Μούζενα, Πὰσ Μούζενα). Κι’ ενώ ακόμη συνεχιζόταν η λειτουργία, οι παρέες τόρριχναν στό γλέντι μέ τή λύρα τραγουδώντας Κρωμέτ’κα τραγωδίας σέ δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα.
Ομάδα Ελλήνων Κρωμναίων στην περιοχή Μετέν (Ματέν) περιφερείας Μόχωρας Κρώμνης του Πόντου περί το 1900Τά μάτια όλων ήταν εστραμμένα πρός τό δρόμο από τά «Κλιβάνια». Περίμεναν τούς προσκυνητάς από τήν Τραπεζούντα. Ήταν οι νέοι τής Κρώμνης, κυρίως τής Μόχωρας, πού είχαν τίς εργασίες των εκεί. Καί τότε έρχονταν νά συμμετέχουν στήν πανήγυρι. Μέ κάποιον τρόπο είχαν προωθήσει καί αυτοί τά όπλα τους στόν Αεν-Ζαχαρέα, όπου κατέφθαναν από τήν παραμονή. Εκεί διανυκτέρευαν καί τό πρωί, οπλιζόμενοι καί μέ τόν λυράρη τους ξεκινούσαν γιά τήν πανήγυρι. Περνούσαν από τό «Μετέν», τά «Κλιβάνια» καί, νά τους, πρόβαλαν στόν ορίζοντα. Μιά ομοβροντία από όλους τούς νέους ήταν η ειδοποίηση τής αφίξεώς των. Η υποδοχή από τούς αναμένοντας γινόταν μέ τόν ίδιο τρόπο. Καί έπειτα οι καβαλάρηδες έτρεχαν γιά προϋπάντηση. Κι’ όσο νά φθάσουν στήν εκκλησία, στό πανηγύρι, εξακολουθούσαν οι πυροβολισμοί καί τά τραγούδια. Τώρα οι παρέες γίνονται πιό ζωηρές, οι εκδηλώσεις τής χαράς καί τού ενθουσιασμού πιό έντονες. Καί ήταν πιά η κατάλληλη ώρα τής περιφοράς τού δίσκου. Τό προΐον αυτού τό διέθεταν γιά τήν συντήρηση καί λειτουργία τών σχολείων. Πάνω στόν ενθουσιασμό τους η προσφορά ήταν γενναία. “Επεφταν ρούβλια καί μετζιτιέδες, πού σχημάτιζαν σωρό στό δίσκο. Πολλές χρονιές ο έρανος έφθανε τίς 20 λίρες, ποσό σημαντικό γιά τήν εποχή εκείνη. Κρώμνη Πόντου (Korom Korum Trabzon) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Θρύλοι, Παραδόσεις, Χοροί, Πρόσωπα.
Μετά τήν απόλυση τής εκκλησίας γινόταν κατά παλαιόν θρησκευτικόν έθιμο η διανομή τήν σούπας στούς προσκυνητάς, πού συνέχιζαν τό γεύμα τους με τά πλούσια τρόφιμα, πού έφερναν μαζί τους. Όλοι τώρα εκείνοι οι πανηγυριστές μέ επί κεφαλής τόν παπά καί τούς ψάλτες, κατευθύνονταν στά «Κλιβάνια». Λίγος ανήφορος καί μπροστά πρόβαλλε άλλη θέα, άλλη μορφιά. Ένα μικρό οροπέδιο μέ άφθονα νερά, μέ πλούσια πρασινάδα. Πλαισιώνονταν από πανύψηλα βουνά — τά Πεγαδομάτα̤ — όπου, παρά τήν εποχή, βρίσκονταν ακόμη άφθονο χιόνι, συγκεντρωμένο σέ στοιβάδες. Στό οροπέδιο αυτό, μέσα σ’ ένα ερειπωμένο εκκλησάκι τής Παναγίας ψαλλόταν αγιασμός καί σέ μιά παρακείμενη λιμνούλα γινόταν η κατάδυση τού Σταυρού. Ο τυχερός πού «θάπαιρνε» τό Σταυρό, γύριζε τις παρέες γιά φιλοδώρημα. Οι προσκυνητές διασκέδαζαν καί πέραν από τό μεσημέρι. Καθισμένοι πάνω στήν πλούσια χλόν σέ παρέες, γλεντούσαν τραγουδώντας τά Κρωμέτ’κα, τραγωδίας. Ύστερα από τό 1908 καί τραγούδια τού Μακεδονικού αγώνα. Ο ενθουσιασμός έφθανε στό κατακόρυφο. Καί η εθνική κολυμβήθρα τού Σιλωάμ επιτελούσε τό θαύμα τής.
Κατά τό δειλινόν άρχιζε η επιστροφή. Τό θέαμα πού πρόβαλες μπροστά στούς πανηγυριστάς ήταν φαντασμαγορικό. Τά καταπράσινα βουνά από τήν ανταύγεια τού ηλίου, πού έγερνε στή δύση, βάφονταν μέ ένα κυανίζον χρώμα καί αποτελούσαν μιά μαγεία πραγματική. Κάτω πρός τίς χαράδρες κυλούσε τό ποτάμι, πού κατέβαινε από τόν Αη-Λιά καί τά «Κλιβάνια» καί γλυστρώντας ζίκ-ζάκ έμοιαζε με ένα πελώριο φίδι πού όλο έφευγε καί όλο βρισκόταν εκεί. Μέ τή μαγευτική αυτή πορεία επέστρεφαν οι πανηγυριστές στίς ενορίες των καί οι Μοχωρέτ’ έφθαναν στή Μόχωρα, όπου όλην τή νύχτα χόρευαν καί διασκέδαζαν. Σήμερα, ύστερα από 40 χρόνια καινούργιας ζωής μέ νέες συνθήκες, παρά τίς περισσότερες ανέσεις καί τή μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια, πού έχουμε, νοιώθουμε βαθειά τόν πόνο τού χωρισμού, νοσταλγούμε τίς παληές πατρίδες, ποθούμε ό,τι αφήσαμε, γιατί εδώ λείπει η ξενοιασιά, λείπει τό ανεπιτήδευτο εκείνης τής ζωής, λείπει η προσήλωση στά ήθη καί έθιμα, λείπει η πηγαία χαρά, πού υπήρχε εκεί καί εδημιουργούσε τήν αληθινή ζωή.
Θεσσαλονίκη 1962 — Γεώργιος Παν. Φιρτινίδης - Πηγή κειμένου: Ποντιακή Εστία Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ