"Άκουσ’ άκουσε νιόνυφος". Γαμήλιο άσμα Ινέπολης Πόντου. Αρχείο Μέλπως Μερλιέ.
Άκουσ’, άκουσε νιόνυφος, και κυρά συμπεθέρα.
Άκουσε τι σε μήνυσε του νιόγαμπρου η μάνα:
Άκουσ’, άκουσε νιόνυφος, και κυρά συμπεθέρα.
Άκουσε τι σε μήνυσε του νιόγαμπρου η μάνα:
Κοιμάτ' αστρί, κοιμάτ΄αυγή, κοιμάται νιό φεγγάρι
κοιμάται κόρην έμορφη κοντά στο παλικάρι.
Το παλικάρι χαίρεται κι η κόρη αναζενάζει.
Βάλαμ' τις τάβλες αργυρές μαντήλια συρματένια,
βάλαν κι εμέ….ωχ αμάν γκέλ αμάν
βάλαν κι εμένα κερναστή στης τάβλας το κεφάλι.
Για να κερνώ τους άρχοντες και τις πραματευτάδες.
Εγώ κουρσάρος ήμουνα κι αφέντης μου κουρσάρος,
και ο μικρός μου αδελφός ήταν πρωτοκουρσάρος.
Μια Μπαρμπαριά κουρσεύαμε κι ο κόσμος μας τρομάζει.
Ο αείμνηστος Νικόλαος Πολίτης στη μελέτη του «Λαογραφία» στο Δελτίο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας τόμος Α΄, σελίδες 3-18, καθορίζοντας τα αντικείμενα τα οποία εξετάζει η λαογραφία, καταλήγει μεταξύ αυτών και τον στρατιωτικόν βίον.
Παραμονή τη Χριστού σο χωρίον. Νύχτα. Σκοτία πίσσα. Τα παιδία επέρασαν ας σα πόρτας τ οσπιτίων με τα φενερόπα σα χ̆έρι͜α τουν κι έψαλαν το «Χριστός γεννάται σήμερον» με τ’ έμορφα λαλόπα ‘τουν.