Χώρες Επισκεπτών
Top 5:![]() | 67% | Greece (9236) |
![]() | 14% | Unknown (1871) |
![]() | 5% | Germany (671) |
![]() | 3% | Russian Federation (460) |
![]() | 2% | Ukraine (312) |
Site Statistics
Στατιστικά Ιστοσελίδας
| Visits today: | 0 |
| Visits yesterday: | 63 |
| Visits in this month: | 1200 |
| Visits in previous month: | 1682 |
| Visits in this year: | 2882 |
| Visits in previous year: | 10900 |
| Visits total: | 13782 |
| Max.daily visits: | 91 |
| Day of max visits: | 2012-02-07 |
| Max.monthly visits: | 1682 |
| Month of max visits: | 2012-01 |
| Impressions today: | 42 |
| Impressions yesterday: | 545 |
| Impressions this month: | 9544 |
| Impressions total: | 129720 |
| Date since: | 24-03-2011 |
| Περιοχές - Πόλεις |
|
|
|
| Written by Πολατίδης Βασίλειος |
| Saturday, 05 February 2011 22:05 |
|
Περιοχές - Πόλεις _______________________________ Οι πιο γνωστές πόλεις του Πόντου, ιδρύθηκαν ή επανιδρύθηκαν από τους αποικιστές του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, οι οποίοι και αποτελούσαν τους συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στη μητρόπολη και τις νέες πατρίδες. Οι πόλεις αυτές ανέπτυξαν πλούσια πολιτισμική αλλά και οικονομική δραστηριότητα, είτε σε σύνδεση με τη μητέρα πόλη, είτε και αυτοτελώς.
Πρώτοι αποικιστές θεωρούνταν οι Ίωνες από τη Μίλητο και ακολούθησαν οι Μεγαρείς, οι Φωκαείς , οι Αθηναίοι κ.α. Όλοι αυτοί, γνωστοί και ως Ποντικοί Έλληνες , έφερναν μαζί τους το ιερό πυρ από την εστία της μητρόπολης, έχοντας επικεφαλής τον οικιστή, έναν εξέχοντα πολίτη που πολλές φορές αναδεικνυόταν σε ήρωα, υπερασπιστή των δικαίων της αποικίας. Οι Ποντικοί Έλληνες, από τον 8 ο αιώνα π.Χ., άρχισαν ν' αναπτύσσουν στενές σχέσεις με τους γηγενείς του Πόντου και αποτελούσαν μαζί τους, τη ζύμη από την οποία πλάστηκαν οι νέες ελληνικές πατρίδες.
ΣΙΝΩΠΗ Η δε Σινώπη κείται μεν εν τοις δεξιοίς μέρεσιν του Πόντου παρά τον εις Φάσιν πλουν (Πολυβίου Ιστορία Τέταρτη, παράγραφος 56) Επανιδρύθηκε από τους Ίωνες της Μιλήτου στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. και ήταν η πρώτη ελληνική αποικία στον Πόντο . Αργότερα, οι Σινωπείς ίδρυσαν, κατά τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα τις δικές τους αποικίες: την Τραπεζούντα, την Κερασούντα και τα Κοτύωρα. Ο Αθηναίος πολιτικός Περικλής επισκέφτηκε την πόλη, εγκαθίδρυσε δημοκρατική κυβέρνηση και εγκατέστησε εκεί 600 Αθηναίους πολίτες. Στη Σινώπη γεννήθηκε, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο περίφημος κυνικός φιλόσοφος Διογένης Το 183 π.Χ. η πόλη έγινε πρωτεύουσα του βασιλείου του Πόντου? εκεί γεννήθηκε και ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτορας. Το 70 π.Χ. έπεσε στα χέρια του Ρωμαίου στρατηγού Λούκουλλου, ο οποίος έκαψε το μεγαλύτερο μέρος της. Λίγα χρόνια αργότερα, η πόλη έγινε τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σινωπείς άποικοι ίδρυσαν στην Αρχαιότητα την Τραπεζούντα και την Κερασούντα. Στα Βυζαντινά χρόνια, η Σινώπη υπήρξε σημαντικό λιμάνι και έδρα κομμερκίου (αυτοκρατορική διοικητική υπηρεσία ελέγχου του εμπορίου). Την περίοδο των αραβικών πολέμων έγινε στόχος των αραβικών επιδρομών. Το 1081 κατακτήθηκε από τους Σελτζούκους, αλλά ο Αλέξιος Α΄ Μεγάλος Κομνηνός την ανακατέλαβε. Οι ιστορικές πηγές πληροφορούν ότι η πόλη υπήρξε έδρα θέματος, ακμάζον εμπορικό κέντρο με πλούσιο θησαυροφυλάκιο, ενώ ενδεχομένως λειτουργούσε σ' αυτή και νομισματοκοπείο. Η Σινώπη έμεινε για μικρά χρονικά διαστήματα στην κυριαρχία των Μεγάλων Κομνηνών (1204-1214, 1254-1265), αλλά στη συνέχεια πέρασε στον πλήρη έλεγχο των Τούρκων ΑΜΙΣΟΣ (ΣΑΜΨΟΥΝΤΑ) Είναι μεγάλη πόλη του Πόντου και αποικίστηκε από τους Σινωπείς περί τα μέσα του 8 ου αιώνα π.Χ. Έγινε και αυτή πρωτεύουσα του Πόντου και εκεί ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ έχτισε τα ανάκτορά του. Η αρχαία πόλη είναι πολύ κοντά στη σημερινή ? απέχει περίπου 3 χιλιόμετρα. Ήταν πατρίδα των μαθηματικών Δημητρίου και Διονυσόδωρου καθώς και του λόγιο Τυραννίωνα , που ήταν δάσκαλος του Στράβωνα. Στους χρόνους του μεσαίωνα, η Αμισός πήρε το όνομα Σαμψούντα (ετυμολογικά από το ''εις Αμισόν'' , ''σ'Αμισόν'' , ''Σαμψούν'' ). Εξέχουσα θέση στην ιστορική μνήμη κατέχει το χωριό Καβάκ , 48 χιλιόμετρα από την Αμισό. Τον Ιούνιο 1921 οι Τούρκοι τουφέκισαν εκεί 701 Έλληνες από τους εξόριστους της πρώτης αποστολής, γιατί θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στην ίδρυση της ανεξάρτητης δημοκρατίας του Πόντου. Στο Καβάκ συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες μουσικούς της Αμισού και τους διέταξαν να παίξουν τον εθνικό ύμνο της Τουρκίας. Όμως, οι ηρωικοί Πόντιοι έπαιξαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, οπότε οι Τούρκοι τους σκότωσαν όλους και τους έριξαν σε ξεροπόταμο. Τα βράδια μάζευαν τους Έλληνες που συλλάμβαναν και αφού τους σκότωναν έριχναν τα σώματά τους στο ποτάμι. Σύμφωνα με την παράδοση στο ποτάμι αυτό αντί για νερό έτρεχε αίμα.
ΤΡΑΠΕΖΟΥΣ Τραπεζούς η πόλις, πόλις αρχαιοτάτη και των εν τη εώα πασών αρίστη. Η άριστη πόλη στην ανατολή. Έτσι την αποκαλεί ο Ιωάννης Ευγενικός στη γραφή του Εγκωμιαστική Έκφρασις της Τραπεζούντος. Από την περιοχή αυτή ( όπως είχε βρει ο Ηρακλής Αποστολίδης και το είχε πει στο γιο του το Ρένο ) καταγόταν και η οικογένεια του Κ.Π. Καβάφη . Ο Αλεξανδρινός ποιητής εμπνεύστηκε από την πόντια πόλη, πόνεσε κι έγραψε το '' Πάρθεν '': .Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα και με τη λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη. Η Τραπεζούντα αποικίστηκε από τους Σινωπείς το 756 π.Χ. Ο Παυσανίας σημειώνει ότι και οι κάτοικοι της αρκαδικής Τραπεζούντας είχαν εγκατασταθεί εκεί. Οι Τραπεζούντιοι φιλοξένησαν, όπως αναφέρει ο Ξενοφών, τους Μυρίους σαν αδελφούς για 30 μέρες, τους έδωσαν τρόφιμα και κρασιά, έκαναν θυσίες προς τιμή τους και οργάνωσαν αθλητικούς αγώνες και ιπποδρομίες. Ελληνική πόλη αποκαλεί την Τραπεζούντα ο Ξενοφών: Από εδώ επορεύθησαν δύο σταθμούς, παρασάγγας επτά και ήλθαν εις την θάλασσαν, εις την Τραπεζούντα, πόλιν Ελληνικήν, κατοικουμένην εις τον Εύξεινον Πόντον, αποικίαν των Σινωπέων. Οι Μύριοι στρατοπέδευσαν νοτιοανατολικά της πόλης, στο λόφο Μίθριο (400-401 π.Χ.). Η Τραπεζούντα ήταν η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Κομνηνών (1204-1461) με πρώτο αυτοκράτορα τον Αλέξιο Κομνηνό και τελευταίο το Δαβίδ Κομνηνό. Η πόλη κατακτήθηκε το 1461 από το Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή κι έγινε πεδίο απερίγραπτων σφαγών, εκτοπίσεων και διώξεων. Πολλοί χριστιανόπαιδες έγιναν, με τη βία, γενίτσαροι, ιεροί ναοί έγιναν τζάμια και τα ανάκτορα των Κομνηνών σπίτι του Τούρκου διοικητή. Στην πόλη αφθονούν τα βυζαντινά μνημεία και σώζονται πολλοί βυζαντινοί ναοί: Αγίας Σοφίας (1260), Αγίου Ευγενίου (μεγαλομάρτυρα, πολιούχου της πόλης), Αγίας Άννας ( 6 ος - 7 ος αιώνας), Αγίου Φιλίππου , Παναγίας Θεοσκεπάστου και αρχαιότερος όλων, ο ναός της Παναγίας Χρυσοκεφάλου . Ονομαστό είναι το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά (386 μ.Χ.) που απέχει 54 χιλιόμετρα από την πόλη. Πνευματικός φάρος του Πόντου υπήρξε το περιώνυμο Φροντιστήριο Τραπεζούντας που ιδρύθηκε το 1682 από τον Πόντιο Σεβαστό Κυμηνίτη και λειτούργησε, με ασήμαντες διακοπές, έως το 1923.
ΚΕΡΑΣΟΥΣ Ο Ξενοφών πρώτος έγραψε για την Κερασούντα εκθειάζοντας τη φιλοξενία των Κερασουντίων προς τους Μυρίους. Πόλη ελληνικότατη , ιδρύθηκε τον 7 ο αιώνα π.Χ. από τους Σινωπείς. Η Κερασούς, όπως και οι άλλες πόλεις του Πόντου, ήταν ανεξάρτητη, έως ότου ιδρύθηκε το βασίλειο των Μιθριδατών. Ο βασιλιάς Φαρνάκης την ονόμασε Φαρνακία και το όνομα αυτό διατηρήθηκε έως την κατάλυση του βασιλείου του Πόντου από τους Ρωμαίους. Κατά τη ρωμαϊκή κυρίαρχη η πόλη διατήρησε την αυτονομία της καθώς και το αρχαίο της όνομα Κερασούς. Αυτό, σύμφωνα με μια εκδοχή, προέρχεται από το Κέρας-ους εξαιτίας του σχήματος του και κατ' άλλη εκδοχή από το δέντρο κέρασος (κερασιά). Σώζονται επιγραφικά τεκμήρια των ρωμαϊκών χρόνων, όπως ορειχάλκινα νομίσματα των αυτοκρατόρων Αδριανού και Αυρηλίου, που φέρουν στη μία όψη το όνομα του αυτοκράτορα και στην άλλη τη λέξη Κερασουντίων . Στους βυζαντινούς χρόνους η πόλη ανήκε στην επαρχία του Πολεμωνιακού Πόντου και αργότερα στην επαρχία Χαλδίας, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα.
Η Κερασούς, εξαιτίας της στρατηγικής θέσης της υπήρξε στόχος κατακτητικών βλέψεων διαφόρων φυλών. Κατά το 1300, επί Αλέξιου Β΄ του Κομνηνού, πολυάριθμος στρατός τουρκικών φύλων, με αρχηγό τον Κουστογιαν κυρίευσε την πόλη, αλλά ο Αλέξιος επιστρέφοντας από την Τραπεζούντα έδωσε φονικότατη μάχη, συνέλαβε τον Κουστογιάν και αιχμαλώτισε μεγάλο μέρος του στρατού του. Οι Τούρκοι πολιόρκησαν την πόλη το 1300. Κατακτήθηκε το 1461 από το Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή. Η Κερασούντα, πόλη με μακραίωνη ναυτική παράδοση, είχε τον τίτλο της «Νύμφης του Πόντου». Άρρηκτα συνδεδεμένο με την Κερασούντα είναι το όνομα του ισόβιου δημάρχου της Γεωργίου Κωνσταντινίδη. Επρόκειτο για άνθρωπο ικανότατο, δραστήριο, και δυναμικό. Με αυτοκρατορικό φιρμάνι έλαβε τον τίτλο του πασά και έμεινε γνωστός στην ιστορία ως καπετάν Γεώργη Πασάς. Η Κερασούντα ήταν μία απο τις σπουδαιότερες πόλεις του Πόντου και απο πολύ νωρίς αναδείχτηκε ανεξάρτητη μητρόπολη. Κατά την πρώτη Οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας, 325 μ.Χ, αναφέρεται το όνομα του Γρηγορίου ως επισκόπου Κερασούντας.
Η Κερασούς, πόλη του Εύξεινου Πόντου, ήταν αποικία της Σινώπης. Σημαντικό εμπορικό λιμάνι στα Βυζαντινά χρόνια και έδρα κομμερκίου (αυτοκρατορική διοικητική υπηρεσία ελέγχου του εμπορίου). Η Κερασούντα εξήγαγε κυρίως ενδύματα και στυπτηρία, ενώ υπήρξε και κέντρο παραγωγής φουντουκιών. Στα χρόνια της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών η πόλη έγινε έδρα βάνδου και αποτέλεσε στόχο των τουρκομανικών επιδρομών. Τη σημασία της για την αυτοκρατορία φανερώνουν μεταξύ άλλων και οι οχυρώσεις της. Στην εκκλησιαστική ιεραρχία η Κερασούντα μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα ως επισκοπή της Μητροπόλεως Νεοκαισαρείας, ενώ τον 11ο αιώνα προβιβάστηκε σε μητρόπολη χωρίς υφιστάμενες επισκοπές.
ΑΜΑΣΕΙΑ Αρχαία πόλη του Πόντου και μία απο τις λίγες που διατήρησε αναλλοίωτο το όνομά της απο την αρχαιότητα έως το 1922. Ο αρχαίος γεωγράφος και ιστορικός Στράβων (63 π.Χ. - 23 μ.Χ.) ήταν από την Αμάσεια , παραλιακή πόλη του Πόντου, που τη διασχίζει ο ποταμός Ίρις. Ο Στράβων γράφει για την πατρίδα του (Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΒ, παράγραφος 547, εδάφιο 15): Ο Ίρις ποταμός έχει τας πηγάς του εις αυτόν τον Πόντον, ρέων διαμέσου της πόλεως των Κομάνων [...] επιστρέφει προς βορράν [.] κατόπιν κάμνει πάλιν καμπήν προς ανατολάς, δεχόμενος τα ύδατα του Σκύλακος και άλλων ποταμών και ρέει ορμητικά πλησίον αυτού του τείχους της Αμάσειας , της πατρίδος μου , η οποία είναι οχυρωτάτη πόλις. (Μετάφραση Α.Σ. Αρβανιτοπούλου). Η Αμάσεια ήταν πρωτεύουσα των Μιθριδατών έως το 183 π.Χ. Η πόλη έχει τα περισσότερα αρχαία μνημεία στον Πόντο. Στα βραχώδη βουνά της υπάρχουν σπηλιές που δεν είναι παρά οι συλημένοι τάφοι των Μιθριδατών. Στο Μουσείο της αφθονούν τα αρχαιοελληνικά ευρήματα. Απέχει περίπου 70 χλμ απο την Αμισό και η τοποθεσία όπου είναι χτισμένη την έχει καταστήσει φυσικό οχυρό. Περιβάλλεται απο απόκρημνα και απρόσιτα βουνά, το δε κλίμα της είναι υγιεινό. Όλη η γύρω περιοχή ήταν κατάφυτη απο αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα και κάθε είδους λαχανικά. Κυριότερα προϊόντα της ήταν τα δημητριακά, οι ονομαστές μπάμιες, τα περίφημα δαμάσκηνα και τα νοστιμότατα μήλα. Οι τέχνες και το εμπόριο βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων. Την Αμάσεια δεν μπορεί να την παραβγεί καμία άλλη πόλη του Πόντου σε αρχαιότητες (αρχαία μνημεία).Σπουδαίο αρχαιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σκαλισμένοι στους βράχους, βασιλικοί τάφοι.
Το 70 π.Χ. η Αμάσεια κυριεύτηκε απο τους Ρωμαίους και υποτάχθηκε στον στρατηγό Λούλουδο, ενώ το 63 π.Χ. έγινε μία απο τις έντεκα επαρχίες που ιδρύθηκαν στον Πόντο απο τον Πομπήιο. Στα χρόνια της Βυζαντινής κυριαρχίας, η Αμάσεια ήταν πρωτεύουσα της επαρχίας του Ελλενόποντου, ενώ αποτελούσε ένα απο τα κυριότερα εμπορικά κέντρα της περιοχής. Το 529 μ.Χ. καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς απο ισχυρό σεισμό, αλλά οικοδομήθηκε πάλι επί εποχής Ιουστινιανού. Τον 11 ο αιώνα η πόλη έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων. Σπουδαίοι Πόντιοι καταδικάστηκαν και μαρτύρησαν, αργότερα, με την κατηγορία ότι μαζί με τους αντάρτες αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία του Πόντου. Στην κεντρική πλατεία της πόλης, το Σεπτέμβριο 1821 οι Τούρκοι απαγχόνισαν 174 Έλληνες του Πόντου. Στην περιφέρεια της Αμάσειας κατοικούσαν στις αρχές του 20ού αιώνα 155.000 Έλληνες και λειτουργούσαν εκεί 325 σχολεία με 10.000 και 565 δασκάλους. Τελευταίος μητροπολίτης Αμάσειας ήταν ο Γερμανός Καραβαγγέλης (1866-1935), γνωστός για την εθνική αγωνιστική του δράση του.
ΚΟΤΥΩΡΑ Ο Ξενοφών αναφέρει την πόλη ως αποικία της Σινώπης, ο δε Όμηρος στην Ιλιάδα την αποκαλεί Κύτωρο . Το όνομα Κοτύωρα προέρχεται από το βασιλιά της Παφλαγονίας Κότυο και την ώρα (φρούριο). Μετα την ίδρυση του βασιλείου του Πόντου από τους Μιθριδάτες, τα Κοτύωρα υποτάχθηκαν σ' αυτούς. Ο Στράβωνας αναφέρει ότι οι κάτοικοι των Κοτυώρων αποίκησαν την Φαρνακία, γεγονός που μας δείχνει ότι την εποχή εκείνη τα Κοτύωρα είχαν πολύ μεγάλο πληθυσμό. Κατά το 2 ο αιώνα τα Κοτύωρα ήταν ένα μικρό χωριό. Όταν το 1461 αλώθηκε η Πόλις, τα Κοτύωρα ερημώθηκαν από τον Ελληνικό πληθυσμό τους. Τότε η πόλη ονομάστηκε από τους τούρκους Ορντού που σημαίνει στρατόπεδο, γιατί εκεί συγκεντρωνόταν ο στρατός του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή.
Γύρω στα 1770 χριστιανικές οικογένειες από την Αργυρούπολη, τα χωριά Κορόξενα, Γαργάαινα, Δέσμενα, Κασσιόπη κ.ά., εγκαταστάθηκαν σε τοποθεσία ΝΔ των Κοτυώρων και σε απόσταση μίας ώρας από αυτά υπο την διοίκηση τούρκου διοικητή, του μουσελίμη. Εκεί έζησαν περί τα 60 με 65 χρόνια και αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Ορντού όπου μετ' ολίγον ήρθαν να προστεθούν σ' αυτούς και κάτοικοι της Τραπεζούντας υπο τον φόβο πιθανού εξισλαμισμού τους. Τα κυριότερα προϊόντα που παρήγαγε και εξήγαγε ήταν το καλαμπόκι, τα φασόλια, τα φουντούκια, τα καρύδια, το δέρμα, το μαλλί, το λινάρι, τα αβγά το βούτυρο και η ξυλεία. Κατά τις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε περίπου 12.000 κατοίκους από τους οποίους οι 6.000 ήταν Έλληνες. Το 1917 ο πληθυσμός τους φτάνει τις 17.000 εκ των οποίων οι 7.000 ήταν Έλληνες. Η έξωση και ο αφανισμός του Ελληνικού στοιχείου από την πόλη των Κοτυώρων άρχισε τον Σεπτέμβριο του1917. Στις αρχές του 20ού αιώνα λειτουργούσαν εκεί 9τάξιο Γυμνάσιο ( Ψωμειάδειος Σχολή ), 4τάξιο δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο ( Καρυπίδειος Σχολή ) και παρθεναγωγείο. Ο ελληνισμός των Κοτυώρων και των 57 γύρω ελληνικών χωριών, όπως, άλλωστε και ολόκληρος ο ελληνισμός του Πόντου, υπέστη τα πάνδεινα από τους Τούρκους που είχαν στόχο την ολοσχερή εξαφάνισή του.
ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ Πόλη του νομού Τραπεζούντας και έδρα της επαρχίας Χαλδίας
Πρίν το 1870 είχε 700 ελληνικές οικογένειες. Τουρκιστί ονομάζεται Κιμισχανά ή Γκιουμουσ χανέ Κάτοικοι της περιοχής ήσαν οι Χάλυβες που ασχολούνταν απο την αρχαιότητα με τη μεταλλουργία. Είναι πόλη των μεταλλείων , κυρίως του αργύρου. Απέχει 100 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα και είναι έδρα της επαρχίας Χαλδίας. Ονομαστό ήταν το Φροντιστήριο Αργυρούπολης, που λειτουργούσε από το 1723. Με τον ξεριζωμό πολλοί Αργυρουπολίτες εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα, φέρνοντας μαζί τους βιβλία και χειρόγραφα του Φροντιστηρίου, ψυχή του οποίου ήταν ο δάσκαλος και ευεργέτης Γεώργιος Κυριακίδης . Τελευταίος Μητροπολίτης ήταν ο Λαυρέντιος Παπαδόπουλος . Η αδελφότητα των Αργυρουπολιτών ήταν ένα αξιόλογο σωματείο που ίδρυσε ο Γεώργιος Χ. Ευθυβούλου, διευθυντής του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως, όταν βρισκόταν ως γυμνασιάρχης στην Τραπεζούντα. Σκοπός της αδελφότητας ήταν η υλική υποστήριξη των σχολείων της Χαλδίας, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτη δραστηριότητα και στην εποχή της, τα σχολεία της Χαλδίας γνώρισαν εξαιρετικά μεγάλη πρόοδο. Σύμφωνα με τον Κανδηλάπτη (Κάνι), η Αργυρούπολη ιδρύθηκε από τους κατοίκους της γειτονικής Τσάγχης, στα μέσα του 16 ου αιώνα. Κατά τους θρύλους, χωρικός της περιοχής είδε μία νύχτα τυχαία ένα κομμάτι μεταλλεύματος αργύρου να λάμπει, το πήρε και το μετέφερε στην Τσάγχη για να το εξετάσει ένας ειδικός. Όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν αργυρούχο μετάλλευμα, ερευνήθηκε η περιοχή και ανακαλύφθηκαν και άλλες φλέβες του ίδιου μεταλλεύματος. Μετά τη μετακίνηση των κατοίκων της Τσάγχης στο νέο χώρο, συνέρρευσαν και Τραπεζούντιοι, διωκόμενοι από τις τουρκικές αρχές, οι Καπλακτζήδες και οι Κετσετζήδες. Στη νέα πόλη ήρθαν κάτοικοι και από διάφορα χωριά της Χαλδίας, καθώς και από το Χάτς, το Αγρίδ' κ.α. Το 1530, όταν από την περιοχή πέρασε ο σουλτάνος Μουράτ ο Δ' κατευθυνόμενος προς Βαγδάτη, με υψηλό φιρμάνι του κήρυξε τα μεταλλεία αυτοκρατορικά, απαγορεύοντας την ιδιωτική εκμετάλλευση. Όλη η περιοχή κηρύχθηκε μπεϊλίκ και οι κάτοικοι μπεϊλικτζήδες δηλαδή προνομιούχοι. Με την παραπάνω διαταγή συστήθηκε και νομισματοκοπείο (ταρασχανές). Στην ακμή των μεταλλείων, ο πληθυσμός της Αργυρούπολης ξεπερνούσε τις 5.000 οικογένειες. Όγκος που συρρικνώθηκε πρίν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στο ένα πέμπτο. Πληθυσμιακά οι Έλληνες Πόντιοι ήταν πλειοψηφία με 2.500 ψυχές, 1000 των Αρμενίων και οι υπόλοιποι Μωαμεθανοί.
ΓΚΙΟΥΜΟΥΣ-ΜΑΤΕΝ Χωριό της επαρχίας Κιουμούς-Χατζήκιοϊ του νομού Σεβάστειας στα δυτικά της Μερτζιφούντας. Ονομαζόταν επίσης, μεταλλείο Σίμ, ή Κιουμούς Μαδενί, ή Γενί Κιουμούσχανε Μαδενί. Θρησκευτικά υπαγόταν στη μητρόπολη Χαλδίας όπως και τα άλλα διεσπαρμένα μεταλλεία στη Μ.Ασία. Οι κάτοικοί του στην πλειοψηφία τους ήταν μεταλλουργοί που μετανάστευσαν απο την Αργυρούπολη, ήταν μάλιστα φιλόθρησκοι και φιλόμουσοι. Το χωριό ιδρύθηκε περί τα 1760 και είχε περίπου 1700 οικογένειες. Τα μεταλλεία της περιοχής έδιναν ασημόχωμα απο όπου μετά τη επεξεργασία έβγαινε το ασήμι. Το χωριό είχε εκκλησία προς τιμή του Αγίου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του τροπαιοφόρου. Είχε και άλλους ναούς και μοναστήρι της Παναγίας, Μοναστήρ δερεσί ή Καπά δερέ. Οι υπηρεσίες των κατοίκων του Κιουμούς ματέν ήταν σημαντικές υπέρ της ανακύρηξης του Πόντου σε αυτόνομη Δημοκρατία. Οι κάτοικοι ήταν συγκροτημένοι σε αντάρτικες ομάδες υπό των οπλαρχηγών Χαράλαμπου Κοντοβραχνίδη και Ευάγγελου Ιωαννίδη.
ΣΑΝΤΑ Η περιοχή της Σάντας είχε 7 ελληνικά χωριά χτισμένα πάνω στις βουνοπλαγιές. Ιδρύθηκε το 1540 από τους κατοίκους Πλατάνων και Τόνγιας.
Θρυλική υπήρξε η αντίστασή των κατοίκων της Σάντας εναντίον των Τούρκων κατακτητών. Ακόμα και οι γυναίκες οπλοφορούσαν για ν' αντιμετωπίζουν τους Τούρκους. ΟΙ ΕΠΤΑ ΕΝΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ
ΚΡΩΜΝΗ Γνωστή κωμόπολη της επαρχίας Χαλδίας του νομού Τραπεζούντας. Στα ψηλά βουνά, όπου ήταν χτισμένα τα περισσότερα χωριά της περιοχής, κατέφευγαν πολλοί Έλληνες για να προστατευτούν από τις διώξεις των Τούρκων. ΣΟΥΡΜΑΙΝΑ Παραλιακή πόλη ανατολικά της Τραπεζούντας. Στα βουνά της, κατά τον Ξενοφώντα , ζούσαν οι Μάκρωνες . Εκεί λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία και ημιγυμνάσιο.
ΚΟΜΑΝΑ Αρχαία πόλη του Πόντου, κοντά στην Τοκάτη. Ο Στράβων την αναφέρει ως κέντρο λατρείας. Στα Κόμανα πέθανε από τις κακουχίες και τις στερήσεις ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος το 407.
ΟΙΝΟΗ Επίσης αρχαία πόλη του Πόντου, ανάμεσα στην Αμισό και στα Κοτύωρα. Από τον 5 ο αιώνα π.Χ. ήταν αποικία της αττικής Οινόης. Το 1914 λειτουργούσαν εκεί δημοτικά σχολεία, μία αστική σχολή και ένα παρθεναγωγείο . Το 1917 ο ελληνισμός της περιοχής υπέστη απερίγραπτους διωγμούς από τους Τούρκους. ΜΑΤΣΟΥΚΑ Επαρχία του νομού Τραπεζούντας, φημισμένη για τα μοναστήρια της: Παναγίας Σουμελά, Ιωάννη Προδρόμου του Βαζελώνα και Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα.
Είχε πρωτεύουσα το Τζεβισλούκ (Μάτσκα). Πρίν το 1914 ο ελληνικός πληθυσμός έφτανε τις 38.000. Είχε 70 χωριά εκ των οποίων 47 αμιγώς ελληνικά και στα υπόλοιπα είχε μικρή συμμετοχή σε πληθυσμό.
Στην εποχή των Κομνηνών αποτελούσε δουκάτο. ''Θάλαττα, θάλαττα'' φώναξαν οι Μύριοι του Ξενοφώντα από το βουνό Θήχης της Ματσούκας όταν αντίκρισαν τον Εύξεινο Πόντο.
![]()
Στη Ματσούκα πολέμησαν οι στρατηγοί του Βυζαντίου, οι περίφημοι Γαβράδες , και οι Μεγάλοι Κομνηνοί.
ΧΑΛΔΙΑ Περιοχή του ανατολικού Πόντου, όπου, κατά την αργοναυτική εκστρατεία, κατοικούσαν οι Χάλυβες . Ήταν η πρώτη περιοχή της Μικράς Ασίας που ασπάστηκε το Χριστιανισμό. Εκεί μόνασαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νανζιανζηνός. Όταν η Χαλδία πέρασε στην κατοχή των Τούρκων υπέστη μεγάλες καταστροφές.
ΑΘΗΝΑΙ Το παλιό όνομα της ποντιακής παραλιακής κωμόπολης Πάζαρ. Βρίσκεται στα σύνορα Ρωσίας-Τουρκίας στο νομό Ριζέ. Είναι γνωστή επίσης απο το όνομα που της έδωσαν οι κάτοικοι της Ατήνα Παζάρ (δηλ, αγορά της Αθήνας).
ΑΡΔΑΣΣΑ Έδρα της υποδιοίκησης Τορούλ που υπαγόταν στη διοίκηση Αργυρούπολης του νομού Τραπεζούντας. Στην εποχή του Βυζαντίου και μετά των Μεγαλοκομνηνών ήταν χωριό και αποτελούσε φρούριο στη σειρά των κάστρων του Μεσοχάλδιου. Στα χρόνια του μεσαίωνα ήταν μία από τις έξι ισχυρές θέσεις του θέματος της Χαλδίας με το όνομα Μεσοχάλδιον και υπήρξε έδρα επισκόπου που υπαγόταν στη μητρόπολη Νεοκαισάρειας. Μερικές δεκαετίες πριν τον ξεριζωμό ήταν μικρή κωμόπολη με διοικητήριο, δικαστήριο, σταθμό χωροφυλακής και ταχυδρομείο. Είχε αρκετά καταστήματα και πανδοχεία. Εκκλησία αφιερωμένη στη αγία Σοφία και στην κοίμηση της Θεοτόκου. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και το μικρεμπόριο.
ΜΠΑΦΡΑ Πόλη Νοτιοανατολικά της Σινώπης. Ανήκει στον Δυτικό Πόντο. Στους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν Αλύα, ενώ ο Στράβωνας την αναφέρει ως Γαζηλών.
Απέχει 100 χλμ απο τη Σινώπη και 40 χλμ απο την Αμισό. Στα 1870 κατα μία αναφορά ο πληθυσμός της άγγιζε τους 8.000 απο τους οποίους 2.000 ήταν Έλληνες (Ελληνόφωνοι και Τουρκόφωνοι) Οι Παφραίοι διατηρούσαν σχολεία αρένων και θηλέων. Οι τουρκόφωνοι της Πάφρας έγραφαν την τουρκική με ελληνικούς χαρακτήρες, όπως οι κάτοικοι στην περιοχή Καισάρειας. Σύμφωνα με στατιστική της Μητρόπολης Αμάσειας, η επαρχία Πάφρας είχε μία πόλη, 116 αμιγώς ελληνικά χωριά, μία επισκοπική εκκλησία, 107 ναούς, την μονή της Παναγίας Μάγαρας, ένα ημιγυμνάσιο, 80 σχολεία αρένων, 17 θηλέων, 2 νηπιαγωγεία, και 4.500 μαθητές. Την εποχή εκείνη ο πληθυσμός υπολογίζετε σε 11.000 κατοίκους. Η Πάφρα παρήγαγε σιτάρι, κριθάρι, μήλα αχλάδια κ.ά. Ήταν ονομαστή όμως για τα περίφημα καπνά και το μαύρο χαβιάρι. Τα καπνά της εξήγαγε στις αγορές του Αμβούργου, Μασσαλίας, Λονδίνου, και Αλεξάνδρειας. Στην επαρχία Καζά η οποία ήταν υποδιοίκηση της Πάφρας, ο πληθυσμός ανερχόταν στις 85.000 με 90.000 κατοίκους εκ των οποίων τα 4/5 ήταν Ελληνορθόδοξοι. Πρώτος επίσκοπος της Αμάσεια όπου ανήκε η Πάφρα, ήταν ο Μελέτιος (600 μ.Χ. και τελευταίος ο εθνομάρτυρας Ευθύμιος Αγριτέλης ο οποίος έφερε τον τίτλο, « Επίσκοπος Ζήλων». Ο επίσκοπος Zήλων ήταν ο μοναδικός επίσκοπος που εκτελέστηκε απο τους τούρκους λόγω της συμμετοχής του στο αντάρτικο κίνημα της περιοχής του. Στην περιφέρεια Πάφρας δημιουργήθηκε ένα απο τα μεγαλύτερα αντάρτικα του Πόντου. Οι κάτοικοι της όμως πλήρωσαν μεγάλο τίμημα για την ανάμειξη τους σ' αυτό. Στις 3 Ιουνίου 1921 πολιορκείτε η ελληνική συνοικία απο όργανα του Τοπάλ Οσμάν. 570 άνδρες ηλικίας απο 15 ως 70 ετών συλλαμβάνονται και φυλακίζονται. Οδηγούνται αργότερα σε τρίωρη πορεία στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στο χωριό Κιόβτσε Σου. Εκεί τους λήστεψαν και τους έκαψαν. Ως εκ θαύματος διασώθηκαν δύο και κατέφυγαν στα βουνά. Στις 8 Ιουνίου 1921 ο Τοπάλ Οσμάν συλλαμβάνει άλλους 250 άνδρες κάθε ηλικίας και τους οδηγεί στο Σελαμελίκ στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, απέχουσα 4 ώρες πεζοπορία. Στο δρόμο εν μέσω ύβρεων και προπηλακίσεων συνοδεία πολλών χωροφυλάκων, τους ελήστεψαν και στους έσφαξαν χωρίς οίκτο. Κατόπιν τους έβαλαν μέσα στην εκκλησία και τους έκαψαν. Εξέχουσα θέση στην ιστορική μνήμη κατέχει το χωριό Καβάκ , 48 χιλιόμετρα από την Αμισό. Τον Ιούνιο 1921 οι Τούρκοι τουφέκισαν εκεί 701 Έλληνες από τους εξόριστους της πρώτης αποστολής, γιατί θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στην ίδρυση της ανεξάρτητης δημοκρατίας του Πόντου. Στο Καβάκ συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες μουσικούς της Αμισού και τους διέταξαν να παίξουν τον εθνικό ύμνο της Τουρκίας. Όμως, οι ηρωικοί Πόντιοι έπαιξαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, οπότε οι Τούρκοι τους σκότωσαν όλους και τους έριξαν σε ξεροπόταμο. Τα βράδια μάζευαν τους Έλληνες που συλλάμβαναν και αφού τους σκότωναν έριχναν τα σώματά τους στο ποτάμι. Σύμφωνα με την παράδοση στο ποτάμι αυτό αντί για νερό έτρεχε αίμα. Στην περίπτωση της Πάφρας όπως και σε όλο τον Πόντο, ο λόγος, η φιλία και οι συμφωνίες των Τούρκων κράτησαν ελάχιστα, ίσα που τα βάρβαρα υποκείμενα να απολαύσουν τις κατακτήσεις τους και να χορτάσουν τα βρωμερά τους πάθη. Οι υποσχέσεις, οι συμφωνίες, οι συνθήκες, οι ένθερμοι λόγοι των Τούρκων ποτέ δεν επαληθεύτηκαν, τουλάχιστον σε ότι αφορά το Ελληνικό Έθνος. Από την εμφάνιση της απολίτιστης αυτής φυλής, που η μοίρα, μας έδεσε μαζί της, όσες προσπάθειες κι αν έγιναν παλαιότερα από τους Βυζαντινούς, από τους Κομνηνούς της Τραπεζούντας αλλά και αργότερα από τους υπεύθυνους κυβερνήτες της Ελλάδας, ποτέ δεν παγιώθηκαν σχέσεις φιλίας και καλής γειτονίας ανάμεσα στις δύο Εθνότητες και αυτό εξαιτίας της εύπλαστης και υστερόβουλης πολιτικής των Τούρκων. Συνολικά κατα την περίοδο 1914-1922 σκοτώθηκαν ή εξοντώθηκαν στις εξορίες ή δολοφονήθηκαν ή κάηκαν περισσότεροι απο 30.000 Παφρηνοί, ανάμεσά τους 84 ιερωμένοι και 30 δάσκαλοι. Ξακουστός οπλαρχηγός καπετάνιος της Πάφρας ήταν ο Αντών πασάς. Νοτιότερα απο την Έρπαα ο Κοτσά Αναστάς αρχικαπετάνιος, που θεωρείται ως ο Κολοκοτρώνης του Πόντου. Ολίγο ανατολικότερα, στη Σαμψούντα, έδρασε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Οι καπετάνιοι, Ιστίλ αγάς και Βασίλ' Ουστάς.
ΓΑΛΙΑΝΑ ή ΓΑΛΙΑΙΝΑ Τμήμα της περιοχής του Πόντου που άρχιζε απο τον Διπόταμο, δηλαδή απο το σημείο που ενώνονταν οι δύο βραχίονες του πυξίτη ποταμού.
Το όνομα της κατά ορισμένους προέρχεται απο τη λέξη γάλα, λόγω της ενασχόλησης των κατοίκων της με την κτηνοτροφία. Κατ' άλλους απο τη λέξη «κάλλια» που σημαίνει μεταλλεία. Τέτοια μεταλλεία όντως βρίσκονταν στο όρος Μανόη. Άλλα μεταλλεία υπήρχαν και στα παρχάρια Γελέφ και Ζεμπερέκ. Στη Γαλίανα βρίσκεται το ονομαστό της ``Τρίχας το Γεφύρι``. Στα μέσα του 19 ου αιώνα είχε γύρω στους 3 000 κατοίκους, απο αυτούς οι 1950 ήσαν φανεροί, οι 500 κρυφοί και οι άλλοι 550 μουσουλμάνοι. Στα 1922 αριθμούσε 4500 κατοίκους.
ΓΟΥΡΟΥΧ Ορεινή περιοχή σε υψόμετρο 800 μέτρων ανατολικά της Κερασούντας και σε απόσταση 75 χλμ απο αυτήν. Ήταν κατάφυτη απο δάση έλατου και οξιάς. Το κλίμα της ήταν εξαιρετικά υγιεινό. Υπήρχαν στην περιοχή Γουρούχ, τρία χωριά. Η Σίλλη, το Γιατμούς, και το Ενεγιάτ, χωριά τα οποία αξιοποιήθηκαν αρκετά λόγω του δημόσιου δρόμου που τα διέσχιζε και οδηγούσε απο την Κερασούντα στη Νικόπολη. Στην περιοχή ήταν ανεπτυγμένη η γεωργία και η κτηνοτροφία. Διοικητικά υπαγόταν στην υποδιοίκηση Νικοπόλεως ενώ εκκλησιαστικά στην Μητρόπολη Κολωνίας. Οι κάτοικοι της, υπέστησαν φοβερά μαρτύρια απο τις ορδές του Τοπάλ Οσμάν και ελάχιστοι επέζησαν. Σήμερα τα τρία αυτά χωριά της περιοχής Γουρούχ έχουν σκεπαστεί απο δάσος.
ΑΚ ΝΤΑΓ ΜΑΤΕΝ Κωμόπολη της ομώνυμης επαρχίας του Ακ Ντάγ Ματέν Διοικητικά υπαγόταν στην Άγκυρα, ενώ εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Χαλδίας Είχε 8 000 κατοίκους απο τους οποίους 5 000 Έλληνες. Προέρχονταν απο την Αργυρούπολη και η γλώσσα του λαλούσαν ήταν το ιδίωμα της Χαλδίας με λίγες παραλλαγές. Είχε τέσσερις μεγάλες ενορίες : α) Άνω μαχαλά ή Ταχμαζάντων β) Σταμπούλογλού μαχαλάς γ) Γατσάγ δ) Τσάρση μαχαλάς. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη μεταλλουργεία, τη χαλκουργία, το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Η επαρχία Ακ Ντάγ Ματέν είχε 30 ελληνικά χωριά πολύ ανεπτυγμένα σε τέχνες και γράμματα. Η μετανάστευση των αργυρουπολιτών στην περιοχή του Ακ Ντάγ Ματέν έγινε στα 1832 λόγω οικονομικών δυσκολιών και επιβίωσης, που αντιμετώπιζαν στην Αργυρούπολη. Μαζί τους ήρθαν αρκετές οικογένειες και απο το Σταυρίν που ήταν κρυπτοχριστιανοί. Κατα την περίοδο 1920-1921 το Ακ Δαγ Ματέν ήταν το στρατηγείο των κεμαλικών και στην πόλη αυτή δικάστηκαν και καταδικάστηκαν οι αντικεμαλικοί, μεταξύ των οποίων ο Δήμαρχος του Ακ Δαγ Ματέν Σουκρή Εφέντης. Τα δεινοπαθήματα των Ελλήνων του Ακ Ντάγ Ματέν άρχισαν το 1876 όταν κάποιοι Σταυριώτες κρυπροχριστιανοί φανέρωσαν την πίστη τους. Τότε άρχισαν οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εξορίες, τα βασανιστήρια, οι σφαγές, οι αρπαγές των περιουσιών, οι ατιμάσεις των γυναικών. Ακ Νταγ Ματέν, η επαρχία με τις τραγικές μνήμες από τα απερίγραπτα μαρτύρια του ελληνισμού ανάμεσα στο 1876 και το 1922. Ονομαστά είναι τα παλικάρια του Ακ Ντάγ Ματέν που αγωνίστηκαν μπροστάρηδες για την ελευθερία, οι, Πεχλιβάνεν Γεώργιος Αμαραντίδης, Νικόλ' Εφέντης, και Πούλος. Με τη ανταλλαγή των πληθυσμών οι κάτοικοι του Ακ Δαγ Ματέν εγκαταστάθηκαν στην πλειοψηφία τους στην Αριδαία του νομού Πέλλας.
ΙΜΕΡΑ Κωμόπολη του Πόντου στην περιοχή της Αργυρούπολης. Ήταν συνεχόμενη με την Κρώμνη και βρισκόταν στα ΒΑ της Τραπεζούντας.
Χτισμένη στους πρόποδες του όρους Θήχης σε υψόμετρο 1.500 μ. απο όπου οι μύριοι του Ξενοφώντα αντίκρισαν τη Θάλασσα, τα δε βουνά της αποτελούν συνέχεια των βουνών της Ζύγανας. Είχε υγιεινό κλίμα και πλούσια βλάστηση. Λέγεται ότι χτίστηκε απο φυγάδες που ήρθαν στην περιοχή μετά την άλωση της Τραπεζούντας. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Λόγω της δυσμορφίας του ορεινού όγκου όμως συχνά αναγκάζονταν να ξενιτευτούν. Εκκλησιαστικά η Ίμερα ανήκε στη μητρόπολη Χαλδίας. Πρίν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο είχε 300 ελληνικές οικογένειες Πριν τη μετανάστευση στη Ρωσία οι κάτοικοί της έφταναν τις 500 περίπου οικογένειες. Χωριζόταν σε πέντε ενορίες : Τσακαλενάντων - Ζητράντων - Καθημερεσίων - Γιαννάντων - Ζουβατσάντων, και σε άλλες τρεις λίγο απομακρυσμένες απο το κέντρο της : Μανδριά - Λειβάδι - Θωμάντων . Κάθε ενορία είχε δικό της ναό. Λίγο πιο επάνω απο την κωμόπολη ήταν το βυζαντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη που ήταν και τόπος παραθερισμού των κατοίκων της Τραπεζούντας αλλά και καταφύγιο των χριστιανών όταν τους εκδίωκαν οι τούρκοι. Οι κάτοικοι της Ίμερας ήταν εξαιρετικά φιλοπρόοδοι.
ΝΙΚΟΠΟΛΗ - ΓΑΡΑΣΑΡΗ Αρχαία πόλη του πόντου που οι ελληνοπόντιοι ονόμαζαν Γαράσαρη. Παλαιότερα ονομαζόταν και μαυρόκαστρον.
Χτίστηκε απο τον Πομπήιο το 66 π.Χ., σε ανάμνηση της νίκης του επι του Μιθριδάτη του Στ΄, όπως αναφέρει ο Στράβωνας Το 1870 αριθμούσε 500 ελληνικές οικογένειες Στο χωριό Λίτσασα της Νικόπολης, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που σώζεται ως σήμερα, ακόμα είναι γραμμένα τα ονόματα των Ελλήνων στους τοίχους, στο γυναικωνίτη και στο ιερό. Ονόματα και ημερομηνίες. Τα έγραψαν για να αφήσουν τα ίχνη τους, λίγο πρίν την ανταλλαγή. Παραθέτω την παρακάτω στατιστική για τον Πόντο, πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Έχουμε 697.000 Έλληνες Χριστιανούς που κατοικούσαν σε 11 πόλεις , 41 κωμοπόλεις και 1.013 χωριά. Στην εκπαίδευση διατηρούσαν 7 ημιγυμνάσια , 3 γυμνάσια , 1 λύκειο, 1.047 σχολαρχεία και δημοτικά σχολεία, με 75.950 μαθητές και ακόμη 1.236 δασκάλους και καθηγητές. Την Ορθοδοξία υπηρετούσαν 1.459 κληρικοί ο δε αριθμός των εκκλησιών ανήρχετο στις 1.131. Τέλος στις μεγάλες πόλεις οι Πόντιοι διατηρούσαν , φιλανθρωπικά ιδρύματα , φιλόπτωχες αδελφότητες και πολλά άλλα κοινωφελή ιδρύματα, τα οποία προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αδιακρίτως σε Έλληνες και ξένους.
ΜΠΑΛΤΣΑΝΑ Χωριό στα ΒΑ της Νικόπολης κατοικούμενο απο 100 περίπου οικογένειες, με πλήρες δημοτικό σχολείο και 2 εκκλησίες. Οι κάτοικοι του ασχολούνταν με τη γεωργία,κτηνοτροφία, μελισσοκομική και υλοτομία.
ΤΟΝ(Γ)ΙΑ (Θοανία) Περιοχή στα ΝΔ της Τραπεζούντας στα νότια των Πλατάνων πέρα απο τον ποταμό Καλάνεμα. Πρίν την ανταλλαγή κατοικούσαν 2000 ελληνόφωνες εξισλαμισμένες οικογένειες
ΑΡΤΑΧΑΝ Πόλη του δυτικού Καυκάσου σε απόσταση 60 χλμ από το Κάρς. Ως το 1878 ανήκε στην οθωμανική αυτοκρατορία και κατόπιν πέρασε στα χέρια των Ρώσων με τη συνθήκη του Βερολίνου. Ελληνικοί πληθυσμοί μετοίκησαν στην περιοχή του Αρταχάν από τον πόντο μετά το 1878 όπου δημιούργησαν ακμαίες κοινότητες. Η περιοχή του Καυκάσου και του Κάρς είχε επιλεγεί από τους Έλληνες σαν τόπος μετανάστευσης λόγω της υπαγωγής των περιοχών αυτών στην ομόθρησκη Ρωσία. Εκπατρισμοί άρχισαν για τους Έλληνες και στο Αρταχάν την περίοδο 1917-1925 λόγω του Ελληνοτουρκικού πολέμου και της Οκτωβριανής επανάστασης. Οι Ελληνικές οικογένειες του Αρταχάν εγκαταστάθηκαν στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, στα Πορόϊα Συντικής Σερρών, στην Αθήνα και στη Μυτιλήνη. Ήταν Ιανουάριος του 1919 και κράτησε ως τον Δεκέμβριο του 1920.
ΟΦΗΣ Ή, η Οφία, ή ο Οφιούς. Περιοχή περί τον Όφι ποταμό, ανατολικά της Τραπεζούντας. Κύριο χαρακτηριστικό του πληθυσμού της ήταν ο ομαδικός εξισλαμισμός του κατά το 17 ο αιώνα, καθώς και η καθαρότητα (και αρχαιοπρέπεια) του γλωσσικού ιδιώματος που μιλούσαν οι Οφλήδες. Η έλλειψη μοναστηριών στην περιοχή συντέλεσε με την σειρά της σε αυτή την τραγική για τους Οφλήδες, κατάληξη, να εξισλαμισθούν μετά απο βασανιστήρια, διώξεις και αλλεπάλληλες δοκιμασίες. Τον Όφη διαρρέουν και οι ποταμοί Καλοπόταμος και Μπαλτατζή Ντερέ, (Ψυχροπόταμος). Η περιοχή χαρακτηρίζεται από λόφους, βουνά, χαράδρες και λαγκάδια. Ο Όφης αποτελείτο από 65 χωριά που τα κατοικούσαν Έλληνες χριστιανοί που εξισλαμίστηκαν στα μέσα του 17 ο αιώνα δια της βίας. Περί το 1866 οι Οφλήδες κάτοικοι του Όφη έφταναν τις 15.000 ψυχές. Τα ονόματα των χωριών τους μαρτυρούν την γνήσια Ελληνική τους καταγωγή : Αληθινός, Κοντού, Μεσοχώρι, Ξένος, Γοργορά, Όκαινα, Παλαχώρι (Παλαιοχώρι), Σαχάρω, Υψηλή, (απο όπου καταγόταν η οικογένεια των Υψηλάντηδων), Φωτεινός. Τα δέ επώνυμά των Οφλήδων δηλώνουν επίσης της αρχαιοελληνική τους καταγωγή : Αντώνογλου, Γιάννογλου, Φώτογλου, Παπάζογλου, Μαντάνης, Μερτζάνης κ.ά Οι εξισλαμισθέντες Οφλήδες διατήρησαν μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών την Ποντιακή τους λαλιά και τα πατροπαράδοτα έθιμα. Φύλαξαν με σεβασμό τα κειμήλια όπως, ευαγγέλια-ιερά βιβλία-ιερά άμφια-χειρόγραφα-θυμιατήρια-σταυρούς-εκκλησιαστικά σκεύη. Διέφεραν κατά πολύ και απο όλους τους άλλους μουσουλμάνους τόσο στον χαρακτήρα όσο και στον πολιτισμό. Οι Οφλήδες ήταν ήρεμοι άνθρωποι και ασχολούνταν με τα γράμματα και τις τέχνες με ιδιαίτερη κλίση στις θεολογικές σπουδές. Οι μουσουλμανικές ιερατικές σχολές του Όφη ήταν απο τις καλύτερες. Σε παλιά χειρόγραφα οι περιοχές Κάνεως και Όφεως σημειώνονται ως επισκοπές Τραπεζούντος. Συνολικά εξισλαμίστηκαν περί τις 65.000 Έλληνες Οφλήδες.
ΟΥΤΣ ΠΟΥΝΑΡ' (Τρείς βρύσες) Χωριό στους πρόποδες του όρους Νεπιεντάγ της Πάφρας. Ο πληθυσμός του ήταν αμιγώς Ελληνικός μάλιστα είχε εκκλησία και σχολείο. Το 1917 το Ούτς πουνάρ' έχασε 250 ψυχές όταν μετά από καταδίωξη υπο των Τούρκων κλείστηκαν στη μονή της Παναγίας του Οτ Καγιά (Μάγαρα Παχατσάχ Παναγιασί) του όρους Νεπιέν. Οι Τούρκοι περικύκλωσαν τη μονή. 60 πολεμιστές μη θέλοντας να παραδοθούν στα χέρια των άπιστων έθεσαν τέλος στη ζωή τους. 520 ψυχές παραδόθηκαν συνολικά μεταξύ τους γυναίκες και παιδιά. Από το Ουτς πουνάρ' καταγόταν κι ο επικεφαλής της μάχης του Οτ Καγιά ο οπλαρχηγός Χατζηγιώργης Καραβασίλογλου.
ΧΕΡΡΟΙΑΝΑ ΚΑΙ ΧΕΡΙΑΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΙΑΝΗ Το όνομα τμήματος της Χαλδίας τουρκιστί Σεiράν δηλαδή, τόπος αξιοθέατος. Τα χερροίανα καταλαμβάνουν ένα μέρος της λεγόμενης απο τους βυζαντινούς, Μικράς Αρμενίας Τα χερροίανα είχαν ως έδρα υποδιοίκησης τη Γάρατσα που περιελάμβανε 72 ελληνικά χωριά.
ΠΛΑΤΑΝΑ Πόλη και λιμάνι Δυτικά της Τραπεζούντας
Στη θέση των σημερινών Πλατάνων ήταν κτισμένη η αρχαία Ερμώνασσα η οποία ονομάστηκε Φαρνακία επι βασιλείας Φαρνάκη του Α΄. Κατοικείτο απο 2000 κατοίκους μισοί εκ των οποίων ήσαν χριστιανοί. ΚΕΛΚΙΤ Ορεινό χωριό της περιοχής Αργυρούπολης οι κάτοικοι του οποίου ήσαν μεταλλωρύχοι στην πλειοψηφία τους, Το Κελκίτ ήταν έδρα ομώνυμης υποδιοίκησης του νομού Κιμισχανάς δηλαδή της Αργυρούπολης.
Κιθάραινα: ορεινό θέρετρο κοντά στην Τραπεζούντα, φημισμένο για τις ιαματικές πηγές του.
Κολχίς: έτσι αναφέρεται στις ελληνικές πηγές το δυτικό τμήμα της Ιβηρίας από την αρχαιότητα και εξής. Πρόκειται για το τμήμα της χώρας που βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο και που λόγω της γεωγραφικής του θέσης ήταν πάντα ανοικτό στην επικοινωνία με τον ελληνικό και ελληνόφωνο κόσμο από την Αρχαιότητα (ο μύθος την ορίζει ως προορισμό της Αργοναυτικής Εκστρατείας) και καθ' όλη τη Βυζαντινή και τη Μεταβυζαντινή περίοδο.
Κολώνεια - Sebinkarahisar : πόλη της Μικράς Ασίας, χτισμένη πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους δρόμους που οδηγούσαν στα ανατολικά. Σημαντικό στρατιωτικό κέντρο κατά τη Βυζαντινή περίοδο.
Λίμνια: βυζαντινή πόλη στα παράλια του Εύξεινου Πόντου (σε μεταγενέστερους χρόνους έπαψε να είναι παραλιακή, λόγω των προσχώσεων των παρακείμενων ποταμών). Υπήρξε σημαντικό εμπορικό λιμάνι.
Μαγκλαβίτα : στο χωριό Μαγκλαβίτα, έξω από την Τραπεζούντα, εντοπίζεται σπηλαιώδης ναός, από τις τοιχογραφίες του οποίου σήμερα σώζονται ελάχιστα πράγματα. Ο ναός έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, καθώς ταυτίζεται με τη Μονή του Στύλου που αναφέρουν οι πηγές κατά το 12ο και 14ο αιώνα, ενώ η ονομασία του παραπέμπει στη λέξη "μαγγλαβίται", τίτλο των παλατινών φρουρών του Βυζαντινού αυτοκράτορα κατά το 10ο και 11ο αιώνα. Εξάλλου, η σωζόμενη στο ναό επιγραφή τον συνδέει με αξιωματούχο της βυζαντινής αυλής του 10ου-11ου αιώνα και έχει εκφραστεί η σκέψη ότι ιδρύθηκε από αξιωματικό, ακόλουθο του Βασιλείου Β΄, που βρέθηκε στην Τραπεζούντα το χειμώνα του 1022/3, δηλαδή μετά την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας στο βορειοανατολικό τμήμα του βυζαντινού συνόρου.
Μιθραίον ή Μινθρίον: Με την ονομασία αυτή αναφέρουν το βουνό που υψώνεται στη νοτιοανατολική πλευρά της πόλης ο χρονικογράφος Μιχαήλ Πανάρετος και ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Ιωσήφ Λαζαρόπουλος.
Ρίζαιον: πόλη στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Οι οχυρώσεις της αποδεικνύουν τη στρατιωτική σημασία της κατά τη Βυζαντινή περίοδο.
Τρίπολις : πόλη των παραλίων του Εύξεινου Πόντου. Η οχυρή θέση της και τα μεταλλεία χαλκού, σιδήρου και κυρίως αργύρου την ανέδειξαν σε σημαντική πόλη κατά τη Βυζαντινή περίοδο.
Χερσών: πόλη στη χερσόνησο της Κριμαίας στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Ιδρύθηκε ως ελληνική αποικία. Στους Βυζαντινούς χρόνους γνώρισε περιόδους μεγάλης ακμής και οικονομικής ευρωστίας παρά τις απειλές ποικίλων εχθρών που κατά καιρούς αντιμετώπισε. Μετά το 1204 αναγνώρισε την κυριαρχία της Τραπεζούντας. Καταστράφηκε από τους Μογγόλους στο τέλος του 14ου αιώνα
ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ Ξακουστές είναι όλες οι ελληνικές πόλεις του Πόντου - κάθε μία απ' αυτές συνδέεται με τι εθνικές ιστορικές παραδόσεις και με την ελληνορθόδοξη χριστιανική πίστη. Και όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, δοκίμασαν, σε διάφορες εποχές, τη βαρβαρότητα του Τούρκου δυνάστη.
Ενδεικτικά αναφέρονται επίσης: Η φιλόδοξη Θοανία ( Τόνγια ), η πόλη του Όφη, που από το χωριό της Υψηλή κατάγονταν οι Υψηλάντες, τα Πλάτανα με το βυζαντινό κάστρο ( του Ήλ' το κάστρο ) και τον πυρρίχιο χορό τους, τα Άδρασα πού ήταν έδρα της Χαλδίας, η Τρίπολη , γνωστή από τον Όμηρο για τα πλούσια μεταλλεία της, η Ριζούντα που ταυτίζεται με το νότιο τμήμα της αρχαίας Κολχίδας, η Πουλαντζάκη , όπου μόνασε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, η Πάφρα με τα εκλεκτά καπνά της, η Νικόπολη που οφείλει το όνομα της στη νίκη του Πομπηίου κατά του Μιθριδάτη ΣΤ΄, η Τοκάτη (ή Ευδοκίας ) που ιδρύθηκε επί αυτοκράτορα Ηρακλείου (η κόρη του λεγόταν Ευδοκία),
|
| Last Updated on Sunday, 27 March 2011 18:08 |





Περιοχές & Πόλεις



























