Περιπέτεια από την ζωή του τελευταίου Μητροπολίτου Θεοδοσιουπόλεως Παϊσίου. Κείμενο του ιατρού Γ. Χιαλή
Μιαν ημέρα του Μαΐου κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, δυο ρασοφόροι πήγαιναν πεζοί επάνω στον δημόσιο δρόμο που διέσχιζε τα λεκανοπέδια του Αράξου ποταμού της Αρμενίας κοντά στα ρωσικά σύνορα. Νεαρός, σχεδόν αμούστακος προφανώς διάκος ο ένας, γέρος σεβάσμιος ο άλλος ο οποίος από το σταυρό και το εγκόλπιο που είχε κρεμασμένα στο λαιμό του φαινόταν πως ήταν Μητροπολίτης.
Περιπέτεια από την ζωή του τελευταίου Μητροπολίτου Θεοδοσιουπόλεως (Ερζερούμ) Παϊσίου Πέρασαν τα στενά του Ζιβίν και μπήκαν στο ρωσικό έδαφος κοντά στο Καραουργάν. Ένας Ρώσος αξιωματικός ζήτησε και θεώρησε τα διαβατήριά τους. Σάστισε όταν διάβασε στο διαβατήριο του γέρου θεωρημένον από το ρωσικό προξενείο: «Παϊσιος Ορθόδοξος Μητροπολίτης Θεοδοσιουπόλεως» και έσκυψε και φίλησε το χέρι του, διότι οι Ρώσοι τότε ήταν ευλαβείς και έπειτα τους άφησε ελεύθερους. Τι ζητούσε ο μακαρίτης ο Παΐσιος στη Ρωσία; Πριν από τον πόλεμο του 1877 ζούσαν στην περιφέρεια Ερζερούμ 20.000 περίπου Έλληνες Πόντιοι. Αυτοί αποτελούσαν το ποίμνιο του Μητροπολίτη Θεοδοσιουπόλεως υπαγόμενου εις τον θρόνο της Αντιόχειας. Επειδή όμως κατά τον πόλεμο εκείνο εξεδήλωσαν τον ενθουσιασμό και τη συμπάθειά τους προς τους Ρώσους διότι τους θεωρούσαν ελευθερωτές, επειδή ήταν ορθόδοξοι, όταν οι Ρώσοι εκκένωσαν την περιφέρεια του Ερζερούμ και αποσύρθηκαν στα νέα σύνορα τους, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, όλοι οι ορθόδοξοι κάτοικοι των μερών εκείνων εγκατέλειψαν τα χωριά τους και ακολουθούσαν τους Ρώσους, φοβούμενοι τα αντίποινα των τούρκων. Η ρωσική κυβέρνηση τους εγκατέστησε στα προσαρτημένα εδάφη στην περιφέρεια Κιούμρης, Αρδαχάν, Καρς και Σαρήκαμις. Ο Παΐσιος μετά την αποχώρηση του ποιμνίου του, περιέπεσε σε έσχατη ένδεια. Λίγες δεκάδες Ελλήνων Ποντίων που είχαν μείνει στο Μπαϊμπούρτ και στο Χαλβά Ματέν και ολίγοι εμπορευόμενοι Τραπεζούντιοι και Αργυρουπολίτες εγκατεστημένοι στο Ερζερούμ αποτελούσαν από τότε το ποίμνιό του. Εγκρατής και λιτοδίαιτος αλλά και ακάματος φρουρός των θρησκευτικών και εθνικών συμφερόντων δεν εγκατέλειψε την έδρα του μέχρι τέλους της ζωής του. Σκοπός του κουραστικού ταξιδιού του στον Καύκασο ήταν να επισκεφτεί τους πατριώτες που αποτελούσαν το άλλοτε ποίμνιό του με την ελπίδα να επιτύχει κάποια οικονομική ενίσχυση από αυτούς. Απο το Σαρίκαμις μέχρι του οποίου οι Ρώσοι είχαν επεκτείνει την σιδηροδρομική γραμμή αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι μέχρι την Τιφλίδα με το τρένο για να κάμει πρώτα μια τυπική επίσκεψη στον Αρχιεπίσκοπο Τιφλίδας και πάσης Υπερκαυκασίας τον οποίο ειδοποίησε τηλεγραφικώς. Στο σταθμό της Τιφλίδας ένας αρχιμανδρίτης με ένα διερμηνέα τον περίμεναν. Όταν έφτασε το τρένο τον εζήτησαν στα βαγόνια της πρώτης και δευτέρας θέσεως και επειδή δεν τον βρήκαν εκεί αποφάσισαν να φύγουν. Τη στιγμή όμως εκείνη είδαν δύο κληρικούς με ξεθωριασμένα ράσα που έβγαιναν από τα βαγόνια της τρίτης θέσεως. Τους πλησίασαν και ο διερμηνέας ερώτησε: «Μήπως έχετε καμιάν είδησιν από τον Άγιο Θεοδοσιουπόλεως;» «Πέ ατον, εγώ είμαι», είπε ο Παΐσιος. Αμέσως τους έβαλαν σε ωραία άμαξα και τους οδήγησαν στην Μητρόπολη. Είχε ήδη βραδιάσει. Ο Αρχιεπίσκοπος ετοίμασε μεγαλοπρεπή υποδοχή, διέταξε να ανάψουν όλα τα ηλεκτρικά και να βάλουν στο τραπέζι τα πολυτιμότατα σκεύη με τις εκλεκτότερες ζακούσκες. Για να δώσει μεγαλύτερη επισημότητα στην υποδοχή κάλεσε στο δείπνο και τον μέγα Δούκα Αντιβασιλέα του Καυκάσου. Ο Παϊσιος μπροστά στη λάμψη των φώτων και τη μεγαλοπρέπεια του μεγάρου σταμάτησε στην είσοδο εκστατικός. Ύστερα από λίγο άρχισε να μονολογεί κουνώντας το κεφάλι: «Για τερέστεν που ζούνε αούτοιν αδακές. Και εγώ…εταλαιπωρήθην και κατεκάμφθην, ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου. Έκϊκιτι παλαιά χρόνα̤. Οι καλοί αρθώπ’ για τη Θεού την εγάπ’ «επρίσθησαν, επειράσθησαν, περιήλθον εν μηλωταίς και εν αιγίς δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, εν ερημίαις πλανώμενοι εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης. Αούτοιν πα ξάϊ ομοιάζ’νε εκεινούς; Τι λέγει; Είπεν ο Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος περίμενε στο κεφαλόσκαλο. Ο διερμηνέας του εξήγησε μερικά από τα λόγια του Παϊσίου. Δεν πειράζει τώρα άλλαξαν οι καιροί. Πες του ας ορίσει επάνω. Μετά τον εν Χριστώ ασπασμό, εκάθισαν στο τραπέζι. Ο Παΐσιος στη ζωή του δεν είχε δοκιμάσει ποτέ από τα εκλεκτά εδέσματα τις περίφημες ζακούσκες που υπήρχαν στο τραπέζι, ούτε τη βότκα και το κρασί Καχετίνσκι. Κι επειδή δεν βρήκε ελιές στο τραπέζι άρχισε να τρώει ψωμί και τυρί. «Πες του να φάει», είπε ο Αρχιεπίσκοπος στο διερμηνέα. Εγώ είπεν: Φαγίν κ̌ι θέλω. Πέ ατον: Θα δί’ με την άδειαν να γυρίζω την επαρχίαν ατ’; Ευχαρίστως είπεν ο Αρχιεπίσκοπος. Είναι ελεύθερος να πάει όπου θέλει. Την άλλη μέρα ο Μέγας Δούκας για να τον διευκολύνει στην περιοδεία του, του δώρισε ένα αμάξι πολυτελέστατο με ένα ζευγάρι μαύρα άλογα. Ο καημένος ο Παϊσιος αφού σκέφτηκε πολύ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα καταντούσε γελοίος αν περιόδευε με τέτοιο αμάξι δυσανάλογο με τη φτώχεια και τη δυστυχία του και αφού το πούλησε έκαμαν την περιοδεία τους καθώς και την επιστροφή στο Ερζερούμ πεζοί, όπου έζησε έως τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στην αυλή της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Ερζερούμ βρισκόταν προ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το μνήμα του με την απλή και απέριττη επιγραφή: «Ενθάδε κείται». Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο (συνεχίζει την αφήγηση ο ιατρός κ Χιαλής) υπηρετών στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Σεμπίν Καραχισάρ, σε μια επίσκεψη μου στον αοίδιμο Μητροπολίτη Κολωνίας Σωφρόνιο έτυχε να διηγηθώ αυτή την ιστορία. Ήταν μαζί μερικοί πρόκριτοι του τόπου και ένας γέρος παπάς. Ο παπάς αυτός κάθε λίγο βεβαίωνε τη διήγηση μου λέγοντας: «Σωστά. Αέτς έτον, άμον ντο λέει ατό, εθαρρείς εντάμαν έτον». Και κάθε τόσο δάκρυζε. Στο τέλος της διηγήσεως τον ερώτησα: «Πάτερ, συγκινήθηκες; Βλέπω την ξέρεις φαίνεται, και εσύ την ιστορία». Και πώς να μην εξέρ’ ατο; Ο δά̤κον που έτονε με τον Δεσπότ΄εγώ έμουν. Ν’ αγιάζ’ η ψ̌ή ατ’ πολλά καλός έτον. Άμα ατότες εποίκεν έναν τρανόν λάθος, ντο επούλτσεν το φαϊτόν με τ’ άλογα. Κ̌’ έτονε σωστόν απέσ’ ‘ς σο Τυφλίς μάνι-μάνι να πουλεί ατα. Είπα τον, ας πάμε στην τουρκίαν και εκεί πουλείς ατα, άμα ‘κ̌ έκ’σε ΄με. Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ομόνοια εις Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη) 1905
Λεξιλόγιο:
• Ζακούσκα: (zakuska) αναφέρεται είτε σε μια σειρά από κρύα ορεκτικά και σνακ στην ρωσική και βαλκανική κουζίνα, είτε σε μια συγκεκριμένη πάστα λαχανικών (zacuscă), ιδιαίτερα δημοφιλή στη Ρουμανία και τη Μολδαβία. Και τα δύο είναι γνωστά ως μέρος ενός εορταστικού τραπεζιού.
• Φαϊτόν – παϊτόν = παϊτόνιν, άμαξα
Περιπέτεια από την ζωή του τελευταίου Μητροπολίτου Θεοδοσιουπόλεως Παϊσίου. Κείμενο του ιατρού Γ. Χιαλή. Πηγή: Ποντιακή Εστία - Δεκέμβριος 1951
Ως τελευταίος Μητροπολίτης Θεοδοσιουπόλεως αναφέρεται ο Παΐσιος Γερασιμίδης (1817-1895), ο οποίος ανήκε στο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1817 και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Παύλος ή Ιεροκλής Γερασιμίδης. Ο κατά κόσμον Παύλος Γερασιμίδης ή Ιεροκλής γεννήθηκε στο χωριό Πολλά Μανδρία της Αργυρούπολης του Πόντου το 1817. Το 1835 επισκέφθηκε χάριν προσκυνήματος την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά. Θελχθείς από τον μοναχικό βίο δεν επέστρεψε στο σπίτι αλλά παρέμεινε στην Ιερά Μονή Χουτουρά όπου το ίδιο έτος εκάρη μοναχός. Το 1836 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Επίσκοπο Νικοπόλεως Χριστοφόρο. Στις 22 Ιουνίου 1837 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Χαλδίας Θεόφιλο. Το 1845 έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Διετέλεσε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Χουτουρά και Έξαρχος της Πατριαρχικής Εξαρχίας Χουτουρά από το 1845 μέχρι το 1852 οπότε και παραιτήθηκε. Στη συνέχεια μετέβη στη Βλαχία, στο Άγιον Όρος και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη. Στις 4 Αυγούστου 1857 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Μητροπολίτης Παλμύρας από τον Πατριάρχη Αντιοχείας Ιερόθεο. Ως Μητροπολίτης Παλμύρας εστάλη στις αρχές του 1859 στην υπαγομένη στο Πατριαρχείο Αντιοχείας Ιερά Μονή Αγίου Σπυρίδωνος στην Ουγγροβλαχία, όμως ο Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Νήφων αντιτάχθηκε στην εγκατάστασή του εκεί. Τον Ιούνιο του 1859 εξελέγη Μητροπολίτης Θεοδοσιουπόλεως. Εκοιμήθη στο χωριό του το 1895. Τον Οκτώβριο του 1901 τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Ιερά Μονή Χουτουρά.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
