Παιχνίδια της Σάντας του Στάθη Αθανασιάδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία Οκτ. 1963 (β)

Σαντά ενορία Πινιατάντων 1912 τα αδέρφια Τριανταφυλλίδη. Ελευθέριος αριστερά & Κωνσταντίνος δεξιάΑρασί-κεσί. Για τέρμα ορίζεται μια πέτρα, ένα δέντρο ή καρφώνεται ένας πάσσαλος. Οι παίκτες παρατάσσονται σε 2 ζυγούς (δύο γραμμές) η μια αντίκρυ στην άλλη.

Κάθε παίκτης του ενός ζυγού πρέπει να φυλάει τον αντικρινό του από τον άλλο ζυγό να μην καταλάβει το τέρμα το οποίο λεγότανε «αμάν» (η αμάν). Πρέπει να παρακολουθεί τις κινήσεις του. Αν κάποιος του ενός ζυγού καταλάβει το τέρμα πριν ο αντικριστός του προφθάσει να τον χτυπήσει, κερδίζει ολόκληρη την παρτίδα. Και αλλάζουν οι ζυγοί θέσεις. Αν πάλι κάποιος μπορεί να κάνει μια περιστροφή γύρω από τον αντικρινό του, τον θέτει εκτός μάχης.

Απτουρμά. Το παίζουν μεγάλα παιδιά. Ένα παιδί παίρνει φόρα και πηδάει και σημειώνει μια γραμμή στο σημείο που έφθασε. Το ίδιο κάνει και το δεύτερο και όλα τα παιδιά. Το παιδί που έκανε το μικρότερο πήδημα είναι η μάνα. Χαράζουν μια γραμμή πάνω στην οποία πατάει η μάνα, σκύβει, τεντώνει τα πόδια και στηρίζει τα χέρια στα γόνατα. Πηδά ο πρώτος τη μάνα και στο σημείο που φτάνει μετατοπίζεται η μάνα. Όλοι οι άλλοι πρέπει να πηδήσουν τη μάνα πατώντας στην πρώτη γραμμή και στηρίζονται κατά το πήδημα τα χέρια τους στη ράχη της μάνας. Έρχεται πάλι η σειρά του πρώτου. Πηδά και στο σημείο που έφθασε μετατοπίζεται η μάνα. Πηδούν και οι άλλοι όχι με μεγάλη δυσκολία. Ξαναπηδά ο πρώτος και στο σημείο που έφτασε μετατοπίζεται η μάνα. Τώρα το πήδημα γίνεται δύσκολα, κάποιος θα χάσει. Αυτός θα γίνει η καινούργια μάνα η δε παλιά μάνα παίρνει τη θέση του πρώτου παίκτη.

Τα γλώσσας (Πένες γραψίματος). Α΄ παραλλαγή. Το έπαιζαν λίγα παιδιά. Από μικρή απόσταση, κάθε παίκτης πετούσε από μια πένα στον τοίχο. Οι πένες έπεφταν στο έδαφος σε απόσταση μικρή ή μεγαλύτερη από τον τοίχο, εκείνος του οποίου η πένα έπεφτε μακρύτερα από τις πένες των άλλων μαζεύετε όλες τις πένες και τις πετούσε ψηλά. Όσες από αυτές έπεφταν ανάσκελα τις έπαιρνε. Τις άλλες τις έπαιρναν το δεύτερο παιδί του οποίου η πένα είχε την μεγαλύτερη απόσταση από τον τοίχο ύστερα από την πένα του πρώτου. Τις πετούσε στον αέρα κι αυτός με τη σειρά τους και έπαιρνε όσες έπεφταν ανάσκελα. Τις υπόλοιπες έπαιρνε ο τρίτος και εξακολουθούσε το παιχνίδι έως ότου τελείωναν οι πένες και ξανάρχιζα από την αρχή.

Β΄ παραλλαγή. Λάχνιζαν (τραβούσαν λαχνό) ποιος θα παίξει πρώτος δεύτερος κ.τ.λ. Τοποθετούσαν καταγής από μια πένα μπρούμητα. Ο πρώτος έπαιρνε το πενόξυλο, χτυπούσε τη μύτη της πένας για να τη γυρίσει. Αν γύριζε ανάσκελα, την έπαιρνε, χτυπούσε τη δεύτερη έπειτα την τρίτη κτλ Συνέχιζε ο δεύτερος. Όταν τελείωναν οι πέννες έπαιζαν εκ νέου από την αρχή.

Φύλακας. Δεν θυμάμαι πώς το ονομάζουμε το παιχνίδι. Με λάχνισμα έβγαινε η μάνα που διάλεγε το φύλακα της. Η μάνα καθόταν επάνω σε μια πέτρα κρατώντας την άκρη σχοινιού ως δυο μέτρα, του οποίου την άλλη άκρη βαστούσε ο φύλακας. Τα άλλα παιδιά προσπαθούσαν να πλησιάσουν και να χτυπήσουν τη μάνα. Ο φύλακας χωρίς να αφήσει την άκρη του σχοινιού, έτρεχε πότε εδώ και πότε εκεί να τα εμποδίσει. Όποιο παιδί άγγιζε αυτό γινόταν μάνα.

Το ραβδίν. Όσα παιδιά και αν ήταν, βαστούσαν από ένα ραβδί το φούχτωναν (το βαστούσαν με την παλάμη) με το δεξί χέρι από τη μία άκρη, απαγγέλλοντας φωναχτά: «’Ε, ραβδίν» Κολλητά στο δεξί χέρι φούχτωναν με το αριστερό λέγοντας: «Καλόν ραβδίν». Έπειτα πάλι με το δεξί: «Τη Σάτονος», μετά με το αριστερό: «Τη Πάτονος» με το δεξί: «Τη δα̤βολίτς-ιμ’ το ραβδίν». Αν ήταν μακρύ το ραβδί δεν έφταναν στην άλλη άκρη του και άρχιζαν από την αρχή: «Έ, ραβδίν, καλόν ραβδίν…» ωσότου έφθαναν στην άκρη. Το τελευταίο φούχτωμα έλεγε αν το ραβδί ήταν καλό, ή τη Σάτονος κ.τ.λ.

Πίν' αγάς. Όταν πίνει από τη βρύση κάποιος ο άλλος απαγγέλει πολλές φορές φωναχτά: «Πίν’ αγάς, πίν’ ο σ̌κύλλον, πίν’ τ’ Αλή-πασ̌ά το χτήνον». Αν εκείνος που πίνει το νερό τελειώνει τη στιγμή που ο άλλος απαγγέλει: «Πίν’ αγάς», τότε αυτό σημαίνει ότι θα γίνει αγάς. Αν τελειώνει όταν απαγγέλλει: «πίν’ ο σ̌κύλλον» λένε ότι είναι σκύλος κ.τ.λ.

Tο τρέξιμον. Είναι παραλλαγή κυνηγητού που παίζεται από δυο παιδιά. Ορίζουν σημάδια για το ξεκίνημα και για το τέρμα. Και τα δυο παιδιά στέκονται αντιμέτωπα επάνω στο σημάδι του ξεκινήματος. Απλώνουν τα δεξιά τους χέρια, λαχνίζουν ή συμφωνούν χωρίς λάχνισμα ποιος θα είναι κυνηγός και ποιος το κυνήγι. Το κυνήγι χτυπά τη παλάμη του στην παλάμη του κυνηγού, γυρίζει και φεύγει σαν αστραπή. Αν προφτάσει να αγγίξει το τέρμα χωρίς να το χτυπήσει ο κυνηγός, τότε νικάει. Αν όμως ο κυνηγός τον χτυπήσει τότε αλλάζουν θέση. Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα.

Παιχνίδια της Σάντας του Στάθη Αθανασιάδη (Β΄μέρος) - Πηγή: Ποντιακή Εστία Οκτώβριος 1963

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh