«Τοξεύω» Μία ωραία λέξις που χρησιμοποιείται με δυο έννοιες. Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία - Παντελής Η. Μελανοφρύδης
«Τοξεύω» Μία ωραία λέξις που χρησιμοποιείται με δυο έννοιες.
Πρώτη:
Τοξεύω = κτυπώ κάποιον με το τόξον (το οποίο αργότερα αντί τοξάρ’ έγινε σαϊτα ή αλεποσάϊτον. Στο δημοτικό τραγούδι:
«…σον ουρανόν έβγαινα τ’ άστρα ‘τόξευα,
τη ήλτ’ς και τη φεγγάρους κι’ ούλτς εμάγευα».
ο Πόντιος δεν τοξεύει όπως ο Ηρακλής μόνον τον ήλιο, τοξεύει τους ήλιους, τα φεγγάρια και τα άστρα. Και όλα αυτά όταν τον οιστρηλατεί ο «ανίκητος μάχαν», έρως.
«Ας είχα την σαϊτα μ’ κι’ αργυρόν τοξάρ’
ή ας είχα την σαϊτα μ’ κι’ έναν άλογον,
ας είχα και την κάλη μ’ έξ’ - εφτά χρονών»
Αυτά κάνει η συναίσθηση της δυνάμεως «η σαϊτα, το τοξάρ’» η έπαρσις του πλούτου «κι έναν άλογον» όταν συμπληρούται με τον έρωτα. Τοξεύω Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία Παντελής Η. Μελανοφρύδης
Δεύτερη:
Τοξεύω τα μαλλία. Όπως ο παπλωματάς με το τοξάρ’ χτυπά και ξεδιαλύγει τα μαλλιά (ενώ άλλο είναι το ξάνω και λανάριζω). Μεταφορικώς σημαίνει χτυπώ κάποιον.
Ετόξεψα ‘τον = τον έδειρα, τον κατέκοψα.
«Ναίκουτσ̌η μελαχροινή
άνοιξον τα χ̌έρα̤ σ’ κι’ έλα!
τόξεψον τα χ̌όνα̤ κι’ έλα»
Κατάκοψε, καταπάτησε τα χιόνια και έλα.
Το Τοξάρ’ = είναι και το τόξον της λύρας (του μουσικού οργάνου του Πόντου) αλλά και το τοξάρι των παπλωματάδων. «Η λύρα μ’ έν’ κοκκύμελον, το τοξάρ’ ιμ’ ελαίαν».
«Τοξεύω» Μία ωραία λέξις που χρησιμοποιείται με δυο έννοιες. Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία - Παντελής Η. Μελανοφρύδης – Πηγή: Ποντιακή Εστία 1952. Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
