«Λευκός Θάνατος» Με αφορμή την Γενοκτονία. Κείμενο της Νόρας Κωνσταντινίδου
Ο θάνατος φέρνει μια και μόνη ονομασία. Είναι θάνατος και τα επίθετα δεν του πρέπουν. Οι τούρκοι, ωστόσο, επινόησαν το «Λευκό θάνατο», στον οποίο στήριξαν τη μέθοδο εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού από τις εστίες του στον Πόντο.
Τι είναι «λευκός θάνατος;» Ορισμός δεν είναι εύκολο να δοθεί. Οι περιγραφικές εικόνες δεν μπορεί να είναι ακριβείς. Το στοιχείο της υπερβολής πάντα θα τις αδικεί, όσο οι λεκτικοί προσδιορισμοί θα κινδυνεύουν να θεωρηθούν αυθαίρετοι και ψευδείς. Γιατί στο θάνατο με αυτόν τον τρόπο, για τον οποίο γίνεται λόγος, το μοιραίο επέρχεται αναίτια και σε ανθρώπους νέους με λευκό ιατρικό παρελθόν - με σιδερένια υγεία δηλαδή. Η θανή τους δεν σχετίζεται με ποινικά παραπτώματα, η απονομή δικαιοσύνης δεν μεσολάβησε και το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτέλεσε κριτήριο αθωότητας. Όσο για τους αυτουργούς, δεν υπάρχουν. Τα πρόσωπα παραμένουν άγνωστα, απροσδιόριστα, λευκά. Η ενοχή των ενόχων είναι απροσδιόριστη, αναπόδεικτη. Δεν στοιχειοθετείται εύκολα το κατηγορητήριο. Η θεά της δικαιοσύνης πλανάται ή είναι ανήμπορη να αποδώσει δίκαιο σε έναν άγνωστο εγκληματία, έστω κι αν πρόκειται για έναν «εκ προμελέτης φονέα». Πρόκειται για «μαύρη» υπόθεση, στην οποία η διαλεύκανση θα αιωρείται και θα αμαυρώνει την εικόνα της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Χιλιάδες άτομα ρωτήθηκαν σχετικά με τον «λευκό θάνατο» και εκατοντάδες απαντήσεις δόθηκαν. Το θέμα δεν καλύφθηκε σε καμία περίπτωση και οι τριακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες των Ποντίων, που εξοντώθηκαν με τον πρωτοφανή αυτόν τρόπο, παραμένουν αδικαίωτοι. Ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες, ο Στάθης Καρβουνίδης, θα μπορούσε να δώσει μια πιο συγκεκριμένη περιγραφή του «λευκού θανάτου». Ανήκει στους επιζώντες, γνωρίζει γράμματα, αλλά κρατεί το στόμα του χρόνια, τώρα, κλειστό. Δεν απαντά σε κανέναν. Τρέμει κι αναριγά και στη θύμηση ακόμη εκείνων των ημερών. Οι λιγοστοί συγγενείς του, οι πάμπολλοι φίλοι του, οι γνωστοί του, αποφεύγουν συστηματικά να βάλουν στο στόμα τους αυτό το θέμα, όσο γνωρίζουν το μέγεθος της ανατριχίλας που θα του προκαλέσουν. Τα χρόνια πέρασαν. Ο Στάθης Καρβουνίδης δεν έχει αλλάξει την στάση σφίγγας που εξαρχής κράτησε. Στις 20 Ιουλίου 1974, η αυθόρμητη διήγησή του ξεπέρασε τα όρια του μύθου. Όσοι έτυχε να τον δουν από κοντά εκείνη την ημέρα, είδαν μαζί και το πρόσωπο του φόβου, της οργής, του πόνου. Έκλαιγε με λυγμούς ο γέροντας. Αφορμή και αιτία η εισβολή των τούρκων στην Κύπρο.
- Οι τούρκοι πατούν την Κύπρο, έλεγε. Βάι, ν'αϊλί εμάς ν'αϊλί! «Λευκός Θάνατος» Με αφορμή την Γενοκτονία. Κείμενο της Νόρας Κωνσταντινίδου
Όταν πέρασε η πρώτη αντίδραση, έδειξε διάθεση για κουβέντα. Ήθελε να περιγράψει τους τούρκους με τα μελανότερα χρώματα, για να επιστήσει την προσοχή όλων στα δεινά που επρόκειτο να βρουν τον ελληνικό λαό και το έθνος γενικότερα. Πάνω στην συζήτηση, μπήκε στη μέση η συγκεκριμένη ερώτηση:
- Τι είναι, θείε Στάθη, «λευκός θάνατος»;
Η απάντηση δόθηκε αντάμα με πολλά δάκρυα. Απρόσμενα άνοιξε την καρδιά του και άφησε τους περίεργους να δουν τους κρυψώνες, όπου φύλαγε τις καταχωνιασμένες σκέψεις του. Έβγαλε στο φανερό τις προσωπικές του εμπειρίες και έκανε αυθόρμητα μια αφήγηση συνεχόμενη, σαν εξομολογητικό μονόλογο. Ίσως δεν θα μάθει ποτέ ο ίδιος αν πίστεψαν ή δεν πίστεψαν, όσοι τον άκουσαν τότε, την αλήθεια της ιστορίας του. Η γενοκτονία αλά τούρκα θα παραμένει απίστευτο γεγονός και ο «λευκός θάνατος» αδικαίωτος.
- Με ρωτάτε να σας εξηγήσω τι είναι ο «λευκός θάνατος». Είναι ο θάνατος που ακολουθεί ύστερα από την επιτήδεια κακοποίηση του ανθρώπινου οργανισμού ή τη σταδιακή φθορά της υγείας. Φέρνει όλα τα στοιχεία του φυσιολογικού θανάτου κι όμως δεν είναι φυσικός. Πώς γίνεται αυτό; Ρωτήστε τους τούρκους, εκείνοι έχουν την αποκλειστική εφεύρεση και το κοπιράιτ. Μόνον που δεν πρόκειται να απαντήσουν, γιατί, αν δώσουν εξηγήσεις, θα προδοθούν. Θα καταστρέψουν το πλάνο της λήθης που τους βολεύει. Επιθυμούν τη σιωπή και θέλουν να εφησυχάζουμε στην σιωπή. Να μη θυμάται κανείς πώς εικοσάχρονα παλικάρια γέρασαν μέσα σε μια νύχτα και πώς οδηγήθηκαν στον άλλο κόσμο την άλλη μέρα. Φλυαρώ και αναμασώ τα ίδια και τα ίδια με μια γλώσσα ποτισμένη στο φαρμάκι. Γεννήθηκα το 1904, πάνω που φαίνονταν στον ορίζοντα κάποιες πολιτικές για αλλαγές. Το 1908, αν θυμάστε, οι τούρκοι εμφανίζονται με νέο πρόσωπο. Στ' αυτιά μου ακόμη αντηχεί η εναγώνια απορία των πατεράδων μας, ανάμεικτη με ελπίδες, για ένα καλύτερο αύριο, όπως άφηνε να πιστέψουμε το κίνημα των νεοτούρκων. Το 1913 είμαι εννέα χρονών. Στην καθημερινή μας ζωή διαγράφονται πλέον καθαρά οι θανατηφόρες συνέπειες από την υποχρεωτική συμμετοχή των νέων στα καταναγκαστικά έργα ή στις πορείες χωρίς προορισμό. Μπροστά στον επικείμενο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οι τούρκοι βρήκαν αφορμή να μας εξορίσουν. «Μετατόπιση λόγω συνθηκών», την είπαν. Εκτόπιση και γενοκτονία ήταν, για να μην «προσβάλλουμε» τις λέξεις. Μας έστειλαν στα μεσόγεια, όπως έλεγαν την ενδοχώρα. Πεντακόσια χιλιόμετρα ήταν η απόσταση. Ξεκινήσαμε από το ορεινό χωριό μας, το Παπαχώρι ομαδικά. Το χωριό μας ανήκε στην περιφέρεια Παϊπούρτ. Φτάσαμε στο σημείο εκκίνησης κι από εκεί μπήκαμε στην πορεία για το Σεβάζ (Σεβάστεια). Εγώ, δεκάχρονο αγοράκι τότε, είχα μια μεγάλη στεναχώρια και μια εξίσου μεγάλη χαρά. Αφήσαμε στο σπίτι τον παππού μας κι αυτό ήταν πόνος. Δεν θέλησε να μας ακολουθήσει. «Είναι ντροπή, είπε, να περιφέρω στα μεσόστρατα την αγάπη μου για τη λιγοστή ζωή που μου απέμεινε, την στιγμή που άλλοι, νεότεροί μου, πεθαί νουν». Πήραμε, όμως, μαζί μας τον πατέρα μας κι αυτό ήταν για μένα χαρά. Πρώτη φορά θα τον είχαμε κοντά μας εγώ, η μάνα μου, οι τρεις αδελφές μου, η Πελαγία, η Ανάστα και η Παρέσα, η γιαγιά μας και η λυκογιαγιά μας. Ο πατέρας μου δεν έδειχνε ευχαριστημένος. Με το κεφάλι σκυφτό ακολουθούσε.
Ξεκινήσαμε πολλοί. Στην αρχή της διαδρομής, συνέχεια πληθαίναμε, γιατί μας ακολουθούσαν οι συμπατριώτες μας από τα χωριά, από τα οποία περνούσαμε. Από το Σου Σεχίρ κι ύστερα, πήραμε να λιγοστεύουμε. Οι καθημερινοί θάνατοι αποδεκάτιζαν το καραβάνι μας. Η πείνα, οι κακουχίες, οι κακοπάθειες και οι λογιών - λογιών αρρώστιες που μας συνόδευαν, έκαναν το «θαύμα» τους. Στην οικογένειά μας πέθανε πρώτη η αδελφή μου η Πελαγία, τρία χρόνια μεγαλύτερη από μένα. Ύστερα χάσαμε τον πατέρα μας και όλοι έμειναν να ρωτούν και να ξαναρωτούν πώς γίνεται και τα πλατάνια δεν μπορούν ν' αντέξουν στους αγράνεμους. Με αυτή την ερώτηση στο στόμα, πέθανε αμέσως μετά η μάνα του πατέρα μου, η γιαγιά μου, καλύτερα. Στο Σεβάζ τα πράγματα ήταν σκούρα. Η πόλη, πάνω που φθάσαμε, κηρύχτηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. «Μπήκε σε καραντίνα», μας έλεγαν. Δεν μας επέτρεπαν γι' αυτό να μπούμε στην πόλη. Ο τύφος που μας βρήκε εξαιτίας της κακής διατροφής και της έλλειψης καθαριότητας, ήταν η πρόφαση να μας θεωρούν ανεπιθύμητους. Μείναμε στις παρυφές της πόλης, κοντά στα πρώτα σπίτια, χωρίς ούτε ένα αποκούμπι. Δίχως στέγη, δίχως φαγητό. Μας έλειψε και το νερό για πολλές ημέρες, δεν ξέρω πόσες. Ξέρω μόνον πως πέθανα κι αναστήθηκα, χωρίς αυτό να είναι σχήμα λόγου. Τρεις μέρες έμεινα σφιχταγκαλιασμένος με «θανατερή λαβή» στην αγκαλιά της νεκρής γιαγιάς μου. Η γιαγιά μου, η λυκογιαγιά μου, καλύτερα - ήταν μάνα της γιαγιάς μου - ξεπερνούσε τα εκατό χρόνια. Ωστόσο, άντεξε στην πορεία, σ' αυτήν που ο πατέρας μου, η αδελφή μου Πελαγία κι άλλοι δεκάδες νέοι και ακμαίοι δεν άντεξαν. Ίσως γιατί καθημερινά, κάνοντας τη μαμή, πάλευε με το χάρο που θέριζε τα νεογέννητα που ξεγεννούσε στη διαδρομή μαζί με τις μάνες που τα έφερναν στον κόσμο, χωρίς, βέβαια, ο άσπλαχνος «θεριστής» να χαρίζεται στα έμβρυα και στις εγκυμονούσες. Έφτασε η γραία «μαμή» έξω από το Σεβάζ. Εκεί τη βρήκε ο τύφος, όπως κι άλλους πολλούς. Η μητέρα μου και οι δύο αδελφές μου ήταν γερές κι από την πρώτη στιγμή αγωνίζονταν να εξασφαλίσουν τον «άρτον τον επιούσιον». Έφευγαν το πρωί και γύριζαν το βράδυ με μια χούφτα αποφάγια. Εγώ έμεινα με την άρρωστη γιαγιά μου κάτω από τη ρίζα ενός δέντρου. Τι ακριβώς ακολούθησε δεν είναι στις δυνατότητές μου να εξηγήσω. Θυμάμαι μόνον ότι κρύωνα πολύ και πεινούσα πολύ. Η γιαγιά μου με είχε μόνιμα στην αγκαλιά της. Στην αρχή νόμιζα πως ήθελε να με προστατέψει, να μη ξοδιάζω τις δυνάμεις μου άσκοπα. Ύστερα υπολόγισα πως ήθελε να με ζεστάνει και να ζεσταθεί. Τώρα καταλαβαίνω πως ήταν γαντζωμένη επάνω μου, γιατί φοβόταν το θάνατο. Γνώριζε τον χάροντα, έτσι που τον είδε και τον έβλεπε τώρα πέντε και ... δέκα φορές την ημέρα. Έβλεπε καθαρά πως ερχόταν να την πάρει. Έψαχνε στήριγμα και βρήκε το κορμί μου πρόσφορο. Εγώ ένιωθα σιγουριά και μέχρι σ' ένα σημείο ζεστασιά στην αγκαλιά της. Αυτό το θυμάμαι. Από κάποια στιγμή, όμως, κι έπειτα άρχισα να κρυώνω, να φοβάμαι και τελικά να χάνομαι. Τέλος, για να μην πολυλογώ, με βρήκαν οι αδελφές μου μισοπεθαμένο στην αγκαλιά της λυκογιαγιάς μου που ξεψύχησε. Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (playlist)
Η νεκρή είχε σκουληκιάσει και τα σκουλήκια περπατούσαν πάνω της, αλλά και πάνω στο σταφιδιασμένο κορμί μου. Επόμενο ήταν, αφού οι αδελφές μου άργησαν να επιστρέψουν. Πέθανε η μάνα μας κι έπρεπε να την κλάψουν και να τη θάψουν. Ήθελαν χρόνο να βρουν το δρόμο της παρηγοριάς και να απαντήσουν στην επίμονη ερώτηση που τις καταδίωκε! Πώς έγινε και δεν αντιλήφθηκαν τον τύφο, τη φρικτή μεταδοτική αρρώστια που βρήκε τη μανούλα μας και σίγουρα γυρόφερνε και τις ίδιες, πριονίζοντας τις δυνάμεις τους! Από αυτή την οδυνηρή περιπέτεια της ζωής μου- να παραμείνω, δηλαδή, αγκαλιασμένος με τη γιαγιά μου που σκουλήκιασε - κουβαλώ από τότε ένα κου σούρι αξεπέραστο στη ζωή μου: Δεν μπορώ να δω πράγματα που τρεμουλιάζουν, όπως δεν μπορώ να αντέξω την όποια ανατριχίλα στην όψη άλλων ανθρώπων. Την συνέχεια δεν την γνωρίζω. Με κουβαλούσαν αναίσθητο ημέρες. Γι' αυτό και δεν μπορώ να εξηγήσω πώς επιστρέψαμε στο Παπαχώρι, στο σπίτι μας. Στο δρόμο της επιστροφής χάσαμε την Παρέσα, τη μικρότερη αδελφή μας. Μέσα στη γενική συμφορά, η αιώνια γενετήσια επιθυμία πρόβαλε τις αξιώσεις της. Βρήκε το ταίρι της. Πάνω στην αποβολή του μωρού που είχε στα σπλάχνα της, εξαιτίας της ανελέητης ταλαιπωρίας, πέθανε. Ήταν δεν ήταν δεκάξι χρόνων. Στο χωριό μας κλάψαμε και τον παππού μας, που τον βρήκαμε σκελετωμένο στην αυλή μας, με την εικόνα του σπιτιού μας στη θέση της καρδιάς του. Ύστερα από λίγες ημέρες μάθαμε και τον θάνατο του Ηλία, του γαμπρού μας. Ήταν ο σύζυγος της αδελφής μας, της Παρέσας. Τον σκότωσαν οι τσέτες. Πάνω σε αυτόν τον νέο πόνο, η αδελφή μου η Ανάστα ζήτησε να με αγκαλιάσει. Ήθελε να ακουμπήσει τον πόνο της στον ώμο μου. Την απώθησα έντρομος και έντρομη κατάλαβε κι εκείνη πως για όλη μου τη ζωή δεν θα μπορούσα να δεχθώ το άγγιγμα άλλου ανθρώπου. Αυτός είναι κι ο λόγος που έμεινα άγαμος. Η οδύσσειά μας, ωστόσο, δεν τελειώνει ούτε εδώ. Ύστερα από δυο ημέρες φύγαμε, αφού στο χωριό μας βρήκαμε τα σπίτια μας έρημα και λεηλατημένα. Ως και τα παραθυρόφυλλα και οι πόρτες των σπιτιών μας είχαν εξαφανιστεί. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο. Μόνον ντουβάρια, χωρίς σκεπές, και εκκλησίες δίχως τρούλους. Οι τούρκοι καρπώθηκαν ως και την οικοσκευή μας. Επομένως, τόπος για να σταθούμε δεν υπήρχε πια. Αποφασίσαμε να φύγουμε. Καταφύγαμε στην Τραπεζούντα. Φυσικά, ο δρόμος ήταν μακρινός, αλλά οι μεγάλοι κάτι έχουν ακούσει για την προστασία του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου κι αυτό μας έφθανε. Ξεκινήσαμε για άλλη μια φορά. Βαδίζουμε όλοι μαζί, όσοι Παπαδοχωρίτες έχουμε απομείνει. Πόσους αφήσαμε άταφους στα ορμία και τα ορμόχ̌ειλα; Μη ρωτάτε! Χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, με το φόβο της επίθεσης των τσετέδων μόνιμα παρόντα, θα βγάλετε λογαριασμό πόσοι φθάσαμε, τελικά, στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Κομνηνών. Εγώ έχασα τη μοναδική αδελφούλα μου αυτή τη φορά, όταν ξέκοψε από την πορεία για να πάει προς νερού της. Την άρπαξαν οι τσέτες και γλιτωμό δεν είχε, όπως δεν είχε καμία από τις γυναίκες που μας ακολουθούσαν. Καταλάβατε τι είναι «λευκός θάνατος»; Ναι; ναι! Απορώ γιατί δεν τελείωσα ακόμη! Από τους συνοδοιπόρους μου, μόνον καμιά δεκαριά έφθασαν μαζί μου στην Τραπεζούντα. Μας υποδέχθηκαν με δάκρυα οι Έλληνες της πόλης και μας οδήγησαν σε μια αποθήκη. Εκεί ανταμώσαμε με άλλα ανθρώπινα «αποκαΐδια», από άλλα χωριά. Μας έφεραν ψωμί οι Τραπεζούντιοι, νερό και αρκετά για την περίπτωσή μας τρόφιμα. Φάγανε οι ταλαίπωροι με βουλιμία κι εγώ ήθελα να κάνω το ίδιο. Πεινούσα και ήθελα να φάω το μερίδιό μου. Μόνον που η δική μου όρεξη κόπηκε, πάνω που έβαλα στο στόμα μου την πρώτη μπουκιά. Δεν πήρα δεύτερη. Γιατί; Οι θεονήστικοι σύντροφοι σε εκείνη την αποθήκη, στη θέα του φαγητού, δεν άντεξαν. Στο πρόσωπό τους ζωγραφίστηκε όλη η εικόνα του νηστικού, με τα διεσταλμένα μάτια, τα υγρά ρουθούνια, τα σαλιωμένα χείλη και τα πηγούνια να τρεμουλιάζουν, κροταλίζοντας τα δόντια. Απρόσμενα μου ξύπνησαν μνήμες που θα ήθελα πολύ να ξεχάσω. Συνειρμικά πλέον, έφερα στο μυαλό μου το εφιαλτικό αίσθημα που με κυνηγούσε. Έφαγαν λαίμαργα και χόρτασαν τα άδεια στομάχια τους. Έδιωξαν την πείνα τους κι αποκοιμήθηκαν. Εγώ έκλεισα τα μάτια για να μην βλέπω πώς έτρεμαν τα χέρια τους, τα χείλια τους, τα πηγούνια, τα μάτια από τη λαχτάρα της τροφής, που για πολλές ημέρες στερήθηκαν. Ανίσχυρος, αποκοιμήθηκα. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, τα ξανάκλεισα τρομαγμένος. Με ώθησε το ένστικτο της αυτοπροστασίας. Δεν ήθελα να βλέπω, γιατί όλοι γύρω μου ήσαν νεκροί. Χορτάτοι προσκάλεσαν τον θάνατο και με γεμάτο στομάχι διάβηκαν το κατώφλι αυτού του κόσμου.
Με βρήκαν την άλλη μέρα ως τον μοναδικό επιζώντα ανάμεσα σε νεκρούς. Αυτή τη στιγμή τους μακαρίζω. Όχι, βέβαια, γιατί δεν επέζησαν για να γνωρίσουν εφιάλτες, αλλά και γιατί δεν ζουν για να δουν τους τούρκους να εισβάλουν στην Κύπρο. Βέβαια, η «πολιτισμένη ανθρωπότητα» δεν θα τους επιτρέψει να εφαρμόσουν τον «λευκό θάνατο» αυτή τη φορά. Έχουν, όμως, τον τρόπο οι άπιστοι να μεθοδεύσουν άλλης μορφής τεχνάσματα για έναν καλά μελετημένο «λευκό θάνατο». Καταλάβατε; Δεν καταλάβατε!
«Λευκός θάνατος» είναι... Τα δάκρυα και οι λυγμοί τρώνε τις λέξεις!
«ΛΕΥΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ» Με αφορμή τη Γενοκτονία της Νόρας Kωνσταντινίδου
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
