Ο Όσιος Ιουλιανός ο εν τω Ευφράτη (Ερζερούμ) 18 Οκτωβρίου
Ο όσιος Πατήρ ημών Ιουλιανός ο εν τω Ευφράτη ποταμώ εν ειρήνη τελειούται
«Εκ του παρατρέχοντος ως όναρ βίου
Ιουλιανός άσμενος παρατρέχει»
Ο Όσιος πατήρ ημών Ιουλιανός ο εν τω Ευφράτη (Ερζερούμ). Ούτος ο Όσιος Πατήρ ημών, Ιουλιανός παραιτήσας τον Κόσμον και τα εν τω Κόσμω επήγεν εις τας όχθας του Ευφράτου ποταμού και εκεί ευρών σπηλαίον, διήγε την ζωήν του μοναστικώς. Τούτον ύστερον και άλλοι πολλοί μιμηθέντες μετέβησαν πλησίον εις εκείνο το σπήλαιον του Οσίου και κατεσκεύασαν καλύβας, γενόμενοι έως εκατόν τον αριθμόν συνηγωνίζοντο δε με τον Όσιο και τα αυτά φαγητά τα οποία έτρωγεν εκείνος έτρωγαν και αυτοί. Ούτος, ο θαυμάσιος απήντησέ ποτέ δράκοντα τον οποίον κατεξέσχισε και θανάτωσε με το σημείο του Τιμίου Σταυρού., Υπήγε δε και εις το Σίναιον Όρος και έκτισε εκκλησία πλησίον εις την πέτραν εκείνην εις την οποίαν ο νομοθέτης Μωσής είδε τον Θεόν, καθώς είναι δυνατόν να ίδη άνθρωπος. Η εκκλησία αύτη διατηρείται έως την σήμερον. Αλλά και όταν ο δυσσεβής Ιουλιανός υπήγεν εις την Περσίαν, πολλοί χριστιανοί φοβούμενοι μήπως επανελθών εκείθεν πολεμήσει πάλι την εκκλησία του Χριστού ο αλιτήριος, επρόστρεξαν εις τον Όσιον τούτο και παρεκάλεσεν αυτόν να τους λυτρώσει δια των προσευχών του από τας κακοτεχνίας εκείνου. Υπακούσας λοιπόν, ο αοίδιμος παρέτεινε την προσευχήν του εις δέκα ημέρας. Τούτου ένεκα ήκουσεν άνωθεν Θείαν φωνήν λέγουσαν ότι, όχι μόνον δια σε ο άγριος χοίρος του αμπελώνος Χριστού ο μιαρός και δυσσεβής Ιουλιανός κατ’ αυτήν την ώραν αποσφάττεται, αλλά και δια τας αγρυπνίας και παρακλήσεις πολλών Αγίων αδελφών. Ύστερον δε, αφού ο μακάριος Μελέτιος ο Αντιοχείας εδιώχθη από την Αντιόχειαν, επροσκάλεσαν τινές χριστιανοί τον Όσιον τούτον Ιουλιανόν όπως λάβωσι την ευχήν του και ευλογία και παρηγορηθώσιν από τας ψυχωφελείς νοµοθεσίας του. Ο δε Όσιος συγκατένευσε και να υπάγει. Πορευόμενος δε, υπεδέχθη εν τη οδοιπορία από μιαν γυναίκα φιλόθεον, ή τις είχεν επταετές πεδίον. Όταν δε εκάθησεν εις το δείπνον ο Άγιος, επειδή η μήτηρ ενησχολείτο εις την υπηρεσίαν της τραπέζης, εξέφυγεν ολίγον από τα βλέμματα της μητρός το παιδίον και κατά συμβεβηκός πίπτει εντός φρέατος. Η δε τιμία εκείνη γυνή αφού έμαθε το γεγονός χωρίς να αλλοιωθή τελείως, ή να ταραχθή, εκάλυψε το στόμιον του φρέατος και με μεγάλην πίστην και μεγαλοψυχίαν υπηρέτει τον Όσιον. Ενώ δε ο Άγιος εζήτει το παιδίον επανειλημμένως, η μήτηρ αυτού ω της θαυμαστής ανδρείας και πίστεως υπάτα με φρόνησιν τον Όσιον λέγουσα και προφασιζομένη ότι το παιδίον της ασθενεί, επειδή δε ο Άγιος επί μάλλον εζήτει το παιδίον, ίνα έλθη και αυτό εις την τράπεζαν να απολαύση την ευλογία του, δια τούτο εφανέρωσεν εις αυτόν το συμβεβηκός, Ο δε Όσιος πάραυτα ηγέρθη εκ της τραπέζης και από αποβαλών το σκέπασμα του πηγαδιού ω του θαύματος! βλέπει το παιδίον, το οποίον εχόρευεν υγιές εις το ύδωρ και οιονεί έπαιζε δια των χειρών, όθεν επρόσταξεν ένα εκεί ευρεθέντα ίνα το ανασύρη εκ του φρέατος. Αφ’ ού δε εξήλθεν το παιδίον, ηρωτάτο εάν έπαθε κανέν κακόν, εκείνο δε απεκκρίνετο, ότι δεν έπαθε τίποτα επειδή υπεστηρίζετο από τον γέροντα όστις ομίλει και εθώπευεν αυτό εντός του ύδατος.
Όταν δε υπήγεν ο Όσιος εις την Αντιόχειαν κατέβει εις το σπήλαιον εντός του οποίου εκρύπτετο ποτέ ο Απόστολος Παύλος τότε και πλήθος πολύ χριστιανών συνέδραμον εις το σπήλαιον δια να λάβουν την ευλογίαν του και ωφεληθώσιν εκ της διδασκαλίας αυτού. Ο δε Όσιος καταληφθείς από μιαν υπερβολική θέρμην, εκείτετο μόλις αναπνέων και σχεδόν διατελών άφωνος. Επειδή δε οι μετ’ αυτού όντες αδελφοί τον ηνώχλουν λέγοντες ότι, πολλοί χριστιανοί ίστανται έξω του σπηλαίου και περιμένουσι να εξέλθεις διά να λάβουν την ευλογία σου, απεκρίθη: Εάν συμφέρει εις εμέ η υγεία θέλει τη δώσει βεβαίως ο Θεός. Όθεν προσευχηθείς ο Όσιος απήλλαξεν αυτός εαυτόν από τον λαυρότατον εκείνον πυτερόν δια την ωφέλειαν του πλήθους των χριστιανών. Όταν δε ο Άγιος επορεύετο από την Αντιόχεια εις τα Βασίλεια της Κωνσταντινουπόλεως τότε ασθενής τις και κατάκοιτος, ήγγισε το ευτελές και πενιχρόν αυτού ιμάτιον και ω του θαύματος! ευθύς υγιής εγένετο και ηκολούθει τον Όσιον καθώς και ο πάλαι χωλός αναστάς ηκολουθεί τον Πέτρο και Ιωάννη τους αποστόλους. Ο δε ασθενής εκείνος όχι μόνον ιατρεύθη από την του σώματος ασθένειαν αλλά και από την της ψυχής αστήρικτος γαρ ών εις την Ορθόδοξον Πίστιν εστηρίχθη δια του Αγίου εν αυτή. Εν ώ δε επέστρεφεν ο Άγιος εις την ασκητικήν του καλύβην δια μέσου της πόλεως Κύρου, εκράτησαν αυτόν οι εκείσε χριστιανοί παρακαλούντες και λέγοντες: Δούλε του Θεού. ημείς περιμένομεν να έλθη αντί του Επισκόπου μας, ο δυσσεβής και ολέθριος Αστέριος. Λοιπόν πρόσμεινον παρ’ ημίν και βοήθησαν όσον δύνασαι μήπως εκείνος ήθελε μας διαστρέψει από την Ορθοδοξία με τη ρητορικήν και σοφιστικήν γλώσσα του. Ο δε άγιος υπακούσας επρόσμεινε και ποιήσας ευχήν ολονύκτιον ομού με ολίγους άλλους εθανάτωσεν τον Αστέριο με πληγήν θεόπεμπτον αφήσας εις αυτόν ζωήν μιας μόνης ημέρας και ταύτην οδυνηράν και επίπονον. Υποστρέψας λοιπόν ο Όσιος εις τους μαθητάς του και διελθών μετ’ αυτών αρκετά έτη, εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησεν. Τούτου του Οσίου Ιουλιανού τον βίον συγγράφη ο Θεοδώριτος εν’ αριθμώ β΄ της Φιλοθέου Ιστορίας. Λέγει δε ο Θεοδώριτος εκεί ότι ο ‘Οσιος ούτος πρότερον μεν έκτισε την καλύβην του εις την χώραν την καλουμένην Οσροηνών ή τις πάλαι ωνομάζετο Παρθυαίων και ότι οι εγχώριοι τιμώντες τούτον τον Όσιον απεκάλουν αυτόν Σάββαν ό δηλοί πρεσβύτην ελληνιστί. Αξιόλογον δε είναι και εκείνο το άλλο, το οποίον είπεν ο Όσιος τούτος παρά το Θεοδωρίτω ευρισκόμενον. Παρακληθείς γάρ ποτέ υπό των μαθητών του να κτίσει ένα μικρόν οίκον, επειδή δε εκείνοι εποίησαν αυτόν μεγάλον τούτου ένεκα βλέπων αυτόν ο Όσιος «Δέδοικα, έφη ώ άνδρες μη τα επί γης ευρύνοντες καταγώγια, σμικρύνομεν τα επουράνιαν και τοί ταύτα μεν εστί πρόσκαιρα, εκείνα δε αιώνια και πέρας λαβείν ου δυνάμενα. Αρμόζει δε ο ελεγμός ούτος και εις ημάς τους Μοναχούς του παρόντος αιώνος, διότι και ημείς μεγάλας επί γης κτίζοντες τας πρόσκαιρους κατοικίας σμικρύνομεν τα εν ουρανοί αιωνίους Μονάς». Περί τούτου του Ιουλιανού γράφει και ο Θείος Χρυσόστομος ομιλία εικοστή πρώτη εις την προς Εφεσίους λέγων: «Ίστε δήπου και ακηκόατε οι δε και εθεωρήσατε τον άνδρα, όν μέλλω νύν ερείν, Ιουλιανόν, λέγω τον θαυμάσιον. Ούτος ήν ανήρ άργοικος, ταπεινός και εκ ταπεινών, ουδέ όλως της έξωθεν παιδείας έμπειρος, αλλά της απλάστου φιλοσοφίας πεπληρωμένος. Τούτου εις τας πόλεις εμβάλλοντος (σπανίως δε τούτο εγίνετο), ούτε ρητόρων ούτε σοφιστών, ούτε άλλου τινός εισελαύνοντος, τοιαύτην τις εγίνετο συστροφή. Τί δε λέγω; ουχί πάντων Βασιλέων και το όνομα αυτού λαμπρότερον άδεται έτι και νυν;».
Η μνήμη του Οσίου πατρός ημών Ιουλιανού τιμάται από την Εκκλησία μας καθ’ έτος την 18ην μηνός Οκτωβρίου.
Πηγή: Μέγας Συναξαριστής του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου.
Αγιολόγιον Πόντου – Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
