• Home
  • Λαογραφία
  • Δημώδη Άσματα
  • Όλες οι μαύρες κι άσκεμες κι όλες τουϊνού χαμένες / Ναυτικό τραγούδι της Οινόης και της Κερασούντας του Πόντου σε δύο ποιητικές παραλλαγές

Όλες οι μαύρες κι άσκεμες κι όλες τουϊνού χαμένες / Ναυτικό τραγούδι της Οινόης και της Κερασούντας του Πόντου σε δύο ποιητικές παραλλαγές

Οινόη Πόντου, άποψη της πόλης το 1954Από τα τραγούδια της Οινόης του Πόντου που έχω μαζέψει (και είναι ο τόμος των μνημείων του λόγου της πατρίδας μου που καταρτίστηκε με τον μεγαλύτερο κόπο), καταπιάνομαι από σήμερα να δημοσιεύσω κάμποσα.

Όλες οι μαύρες και άσχημες Ο μελετητής πρέπει να έχει υπόψη του εκ των προτέρων ότι η διάλεκτος της Οινόης ανήκει στη Δυτική Μεγάλη ομάδα των πάρα πολλών και αρκετά διάφορων αναμεταξύ τους διαλέκτων του Πόντου και πως η δυτική ομάδα που λέω κοντά στους αναρίθμητους πρωτόγονους τύπους που διαφύλαξε πλησιάζει σε βαθμό απίστευτο στη νεοελληνική κοινή, ιδιαίτερα τα έμμετρα της δυτικής μεγάλης ομάδας των διαλέκτων του Πόντου, όπως και άλλοτε έλαχε να γράψω διαφέρουν τόσο λίγο από την κοινή μας λαλιά που έρχεται ώρα και το άμαθο αυτί και το αγύμναστο μάτι ξεγελιούνται με τον ευκολότερο τρόπο από αυτήν την καταπληκτική ομοιομορφία και ομοιοτυπία, γιατί τα περισσότερα από δαύτα ξετυλίγονται και με φόρμες επείσακτες. Κάνω αρχή λοιπόν με τρία Ναυτικά Τραγούδια (κι έχει τέτοια πλήθος η Οινόη με την μεγάλη στα παλιά τα χρόνια ναυτική ζωή της και θα ακολουθήσουν αργότερα και άλλα) και δεν παραθέτω κανένα άλλο σχόλιο.
Όλες οι μαύρες και άσ̌κεμες κι όλες τουϊνού χαμένες
παίρνουν άντρους και χαίρουνταν, χ̌ειμόν και καλοκαίρι
Κι ογώ η ροδοκόκκινος πήρα το ναύτη άντρα
τον ναύτην και τον ναύκεργον και τον καραβοκύρη
Όλοι ανιβαίνουν και ντρανούν ο ήλιος πως γυρίζει
κι εγώ ανεβαίνω και ντρανώ καράβιν κατιβαίνει
Κάνω τα σύννεφα πανιά και τα νησιά καράβια
και του βοριά τα κύματα άρμενα και αρμενίζουν.
Βγάλω το μαντηλάκι μου και γνέβω το καράβι
«έλα καράβι προς γιαλό, έλα και προς λιμιόνα»
Ουδέ καράβιν ήτανε ουδέ πανιά ‘ρμένιζαν
Με παίρνει το παράπονο στο σπίτι μου δι͜αβαίνω,
χτυπώ, σφάλλω τις πόρτες μου και διπλομανταλώνω
Κι απόψι τα μεσάνυχτα και πριν τ’ αλαχτορίου
Ετσ̌ίριξαν τα πόρτες μου θαρρώ καλός μου ήρθε
«Σύρτε σκλαβάδοι, ανοίξετε και φέρτε τον κοντά μου».
Βάλει σκαμνίν καθίζει ατον κρασί να τον κεράσει
Κι εκεί που τον εκέρασε και τον γλυκομιλούσε
του λέει με παράπονο και πόνο στην καρδιά της:
«Οπ’ έχει κόρη όμορφη, θέλει να την παντρέψει
κάλλιο να δώσει χάροντα, παρά τον ναύτην άντρα
το ναύτη και τον ναύκεργον και τον καραβοκύρη».
Πηγή: Χρονικά του Πόντου – Νιώτικα Ναυτικά Τραγούδια – Τεύχη 5-6 Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1944 – Δ/ντής Άκογλου Ξενοφώντας (Ξένος Ξενίτας). Στο ηχητικό ντοκουμέντο του βίντεο μου με εκδότη παραγωγός το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών από Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο της Μέλπως Μερλιέ το τραγούδι καταγράφεται ως σκοπός της Κερασούντας. Ομάδα Κερασουντίων τραγουδιστών με συμμετέχοντες τους Λεπτουργό Αχιλλέα και Βαλαβάνη Γεώργιο καταγράφονται στο Θέατρο Αλάμπρα στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου του 1930. Οινόη Πόντου (Unye). Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Οινόης του Πόντου. Αρχείον Μέλπως Μερλιέ.

Οινόη Πόντου. Άποψη του προβλήτα και της πόλεως στις αρχές του 1900Ατελή μορφή του τραγουδιού με διαφορετικούς στίχους παραλλαγμένους μας παραδίδει ο Π. Θ. Ιωακειμίδης με τίτλο Δημοτικά Ελληνικά Τραγούδια στον Πόντο στο περιοδικό Ποντιακά Φύλλα τεύχος 2ο σελ. 23. Ακολουθεί μια μικρή εισαγωγή του ιδίου καθώς και το ποιητικό κείμενο: Στον Πόντο, εκτός από τα λαϊκά τραγούδια στην Ποντιακή γλώσσα υπήρχαν πλήθος τραγούδια για όλες σχεδόν τις εκδηλώσεις της ζωής και στη δημοτική ελληνική γλώσσα με μερικές γλωσσικές διαφορές. Χωρίς αμφιβολία, αυτά τα τραγούδια μεταδίδονταν στον Πόντο από δω από την Ελλάδα και μας δείχνουν την επικοινωνία και την ψυχική ομογένεια των Ελλήνων του Πόντου και της κυρίως Ελλάδας.

Όλες οι μαύρες και άσχημες και όλοι του νιού χαμένοι,
έχουν άντρους και χαίρονται χειμό και καλοκαίρι,
κι εγώ ή ροδοκόκκινος πήρα τον ναύτην άντρα,
τον ναύτην και τον ναύτερο και τον καραβοκύρη.
Κι όλοι ανιβαίνουν και ντρανούν τον ήλιο πως γυρίζει,
κι εγώ ανιβαίνω και ντρανώ καράβι κατιβαίνει.
Κάνω τα σύννεφα πανιά και τα νησιά καράβια,
και του βοριά τα κύματα άρμενα και αρμενίζουν.
Σύρω το μαντηλάκι μου και γνέθω το καράβι.
-Που πας καράβι στα ψηλά; κατέβα στο λιμιόνα.
Την νύχτα τα μεσάνυχτα και πριν να ξημερώσει,
σίγουν κτυπούν τις πόρτες μου, Να κι ο καλός μου ήλθε.
-Τρέξετε δούλοι ανοίξετε και πάρτε τον κοντά μου.  Κερασούντα Πόντου (Giresun). Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Κερασούντας του Πόντου.

Λεξιλόγιο
Ντρανούν = κοιτάζουν
Γνέθω = κάνω νεύμα
Λιμιόνα = λιμάνι
Σκλαβάδοι = δούλοι – υπηρέτες
Αλαχτόρια = πετεινοί / αλέκτορες

Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ