Νιώτερος (κι όχι) Έταιρος κι η Λυγερή, του Σταύρου Κανονίδη. Ποντιακή Εστία 1952
Διαβάζοντας στην «Ποντιακή Εστία» τον Έταιρον και την Λυγερήν» αναρωτήθηκα αν είναι σωστή η γραφή που επικράτησε του τραγουδιού αυτού που και στιχουργικά και πιο πολύ και σαν ύφος και σαν διάθεση στέκει τόσο ξεχωριστά στη λαϊκή ποίηση της διαλέκτου μας.
Αν δεν κάνω λάθος, η λέξις «εταίρος» με το νόημα του όρου σύντροφος - φίλος δεν επιζεί στο ποντιακό ιδίωμα. Όπως δεν θυμάμαι να απαντά και σε κάποια άλλη από τις νεοελληνικές τοπικές διαλέκτους είτε στην κοινή δημοτική. Και στα παραδομένα κείμενα δεν το βρίσκουμε παρά σε δυο μονάχα, εδώ δηλαδή στον «Έταιρο και την Λυγερή» και στο άλλο στιχούργημα που είναι του ίδιου ποιητικού κλίματος και που θα το θυμηθούμε παρακάτω. Επέζησε στην ποντιακή το «έτερος», δηλαδή ο άλλος. Άκουα να το λένε οι γριές μας και ηχούσε κάπως παλιακά. Από τη μάνα μου άκουγα τη φράση «Έτερος Κορώνογλης» σαν να λέμε «Έτερος Καππαδόκης». Έταιρος όμως με την έννοια του «εταίρος» δεν άκουσα να λέγεται. Ούτε πάλι βλέπω πώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως το «έτερος» θα πήγαινε στην γραφή του τραγουδιού μας; Ποιος άλλος; τι άλλος; Αυτοί οι «άλλοι» που προϋποθέτουν τους δυο και σχηματίζουν τα τρίγωνα του χρόνου μας, θα υπήρχαν πιθανότατα και στην εποχή όπου ανάγεται το τραγούδι μας, αφού δεν υπάρχει «καινόν υπό τον ήλιον», χωρίς όμως τις τιμές της φιλολογικής προβολής. Καταλήγω λοιπόν πως ούτε εδώ ούτε στο άλλο, στο πιο γνωστό επίσης τραγούδι ας το τιτλοφορήσω «Κόρης όρομαν» η γραφή που επικράτησε δεν έχει εννοιολογικά θέση:
«Κορτσόπον είδεν όρομαν με παλληκάρ’ κοιμάται.
Όνταν σκούται από πουρνού κοιμάται μαναχ̌έσα.
Σκούται τσ̌αϊζ’ τα στρώματα, ταβίζ’ τα μαξιλάρα̤.
Μαξιλαρίτσα μ’ έκλερα, γεργάνα̤ μ’ απαρδάλα̤,
ντ’ εποίκατε τον έταιρον το νέον παλληκάρι;».
Ούτε εταίρος, ούτε έταιρος. Η λέξη η σωστή και στα δυο τραγούδια που η τριβή του χρόνου την έχει με την προφορική μετάδοση φθείρει και παραλλάξει είναι απλούστατα: νεώτερος, νιώτερος, νιούτσικος, όπως επίσης θα έλεγαν τον καιρό που γεννήθηκε το τραγούδι, νεαρός όπως θα λέγαμε σήμερα. Τα τραγούδια και τα δυο θα πρέπει να είναι σύγχρονα, του Δεκάτου Τετάρτου (14ου), είτε του Δεκάτου Πέμπτου (15ου) αιώνα. Χωρίς άλλο των προ της Αλώσεως χρόνων και λεκτικά και σαν έμπνευση σαν αίσθηση ζωής προπαντός δεν χωρούν στο κλίμα της σκλαβιάς. Το «τζαρκούλ» και το «τζα̤ρτζιάφ» εδώ δεν μπορούν να ξεγελούν. Είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με επικαθίσματα μεταγενέστερα τόσο συνηθισμένα στα δημοτικά κείμενα, όπου άλλος αποθησαυριστής από την απομνημόνευση δεν υπάρχει και όσο οι γενιές που παραλαμβάνουν από τους παλιότερους τον προφορικά παραδομένο λόγο αλλάζουν συχνά με νεότερους και οικειότερους τους παλιότερους, είτε τους αρχικούς τύπους, έτσι ωσάν να χαράζουν επάνω τους τα σημάδια της δικής τους παρόδου. Είναι τόσο συμπαθητικά και συγκινούν τόσο πολύ αυτά τα αποτυπώματα τον μελετητή. Ανιχνεύει κανείς ανάμεσα από αυτά τα ιστορικά συμβάντα. Βρίσκουμε τόσο πολλά τέτοια επικαθίσματα ακόμη και σε τραγούδια αδιαφιλονίκητα προ-αλωσιακά, όπως είναι του ακριτικού κύκλου:
«Μηδέν των Βάρδαν φοβούμαι μηδέ τον Νικηφόρον
μηδέ κι αυτόν τον σερασκέρ τον Μέγαν Ιωάννην» (Ο Πορφύρας).
«Και το γα̤γούζιν τ’ άλογον λαλεί κι απολογάται» (Η αρπαγή της γυναίκας του Ακρίτα).
Έκαψα το τζα̤ρτζάφι μου φυτίλα̤ σήν καντήλαν» (Ελένε κι ο Κωνσταντής).
«Και τα τζαγγία τ’ κόκκινα και το τζα̤ρκούλ’ν ατ’ μαύρον» (Το Φραγκόπουλον).
Όσο τα μελετώ τώρα μου έρχεται στο νου πως επρόφεραν κι επροφέραμε: «Πέρνιξο ‘με νέτερε, το τσα̤ρκούλ’ ιμ’ δίγω ‘σε». Και τούτο βέβαια δεν είναι απόδειξις για την άποψη που υποστηρίζω γιατί το -ν- μπορεί να είναι απλώς ευφωνικό, είτε να χρησιμοποιείται με το κλητικό επιφώνημα (έ) ή (νέ), όπως λέμε Νέπαι και Νέπραι κ.ά. Εννοιολογικά όμως το νιώτερος είναι στη θέση του, ενώ δεν είναι – δεν αρμόζει ούτε το έτερος ούτε το εταίρος. Στον μικρό τόμο ελληνικών δημοτικών τραγουδιών του δέκατου πέμπτου (15ου) και δέκατου έκτου (16ου) αιώνα που έχει εκδώσει το 1913 στο Παρίσι ο Περνό, βρίσκουμε πολλά που και λεκτικά και κατά το ύφος και κατά το πνεύμα θυμίζουν τα δυο Ποντιακά για τα οποία μιλάμε εδώ. Τώρα ο ίδιος χαριτωμένος τόνος, ανάλαφρης ξεγνοιασιάς ο ίδιος παιχνιδιάρικος και κάπως απόκοτος ερωτισμός που ξαφνιάζει, μοιάζουν να έρχονται από άλλο κόσμο γελαστό, άφρονα, χαρούμενο, αρυτίδωτο, νεανικό που δεν είδε να βαραίνει επάνω του η νύχτα του εθνικού πάθους. Σε ένα από τα δημοτικά αυτά του τόμου του Περνό με τον τίτλο «Ρημάδα κόρης και νιου» βρίσκουμε να επαναλαμβάνεται πολλές φορές η επίδικη λέξις:
« Ο νιώτερος ζητά φιλί κι η κόρη δαχτυλίδι………..
« Όντεν η αλήθεια, νιώτερε φανερωθεί για ψόφα…..
« Κι ασ’ σήν την είδε ο νιώτερος γλυκά εχαιρέτησέ την….
« Κι ο νιώτερος πεισματικά…….»
Νεώτερος λοιπόν. Όχι εταίρος, ούτε έταιρος. Αυτά για την ορθή γραφή. Μια όμως και δόθηκε αφορμή ας τα ξανακοιτάξουμε τα δύο τούτα τραγούδια που ο τολμηρός ερωτισμός και όλη τους η υφή, η γεύση τους θα έλεγα φαίνεται τόσο άμοιαστη και παράταιρη μέσα σε όλη τη λαϊκή μας ποίηση, όπου τα στοιχεία που λέγω παραπάνω δεν αφθονούν καθόλου. Η αξία της λαογραφικής αποθησαύρισης δεν εξαντλείται με τον γλωσσικό και τον αισθητικό πλούτο που διασώζει, δεν είναι λιγότερο πολύτιμη για τα ιστορικά στοιχεία που διαφυλάττει και μας τα αποκαλύπτει με τον ιδιαίτερα βαθύ και συγκλονιστικό της τρόπο, που δεν τον φτάνει κανείς αφηγηματικός ιστορικός. Στα δυο τούτα τραγούδια, όπως και στα όμοια τους των άλλων ιδιωμάτων, θεωρώ να προβάλλει ο νέος κόσμος που η παρουσία του θέτει ορόσημα και διαχωρίζει ανάμεσα των μέσων χρόνων και του φανερώματος της νέας εποχής, που το χάραμα της πρωτοσημειώνεται στον ελληνικό μας χώρο, αλλά που δεν ήταν γραφτό να πάρει εδώ την τέλεια του άνθηση. Τι είναι τα σημάδια αυτού του νέου κόσμου; Όχι βέβαια ο κυνισμός, γιατί αυτό προϋποθέτει πείρα και κόρον, ενώ εδώ πρόκειται για κόσμο που η γοητεία του βρίσκεται στην απειρία, στην ανωριμότητα, στην αποκοτιά, στην ορμή και στη δύναμη και στη δίψα του για τις χαρές της ζωής με μια λέξη είναι ένας κόσμος νεανικός, έτοιμος να παίζει με όλες τις φλόγες σαν την πεταλούδα που πρωτοάνοιξε τα φτερά της και χύνεται να τα τσουρουφλίσει στο φως. Δικοί μας φυγάδες θα τις μεταφέρουν τις καταβολάδες αυτού του καινούργιου κόσμου στην Ιταλία και από εκεί θα κάμουν τον κύκλο της Ευρώπης, μπολιάζοντας τον ένα έπειτα από τον άλλο, όλους τους λαούς με το όνομα «Αναγέννηση».
« Όπου πάμε εμείς θα σπείρουμε μιαν Ελλάδα και μια νειότη», δεν το είπε έτσι ο ποιητής;
Όμως και στον Ποντι(α)κό και στο σκλαβωμένο γενικά ειρηνικό κόσμο οι τόνοι τούτοι δεν θα μετακουστούν για αιώνες. Με τον χειμώνα που κατέβασαν τα τουρανικά υψίπεδα, το δέντρο του γένους θα τινάξει όλο το κάλλος του άνθους του και θα μπει στη μεγάλη του ώρα για να πλάσει τον καρπό του, τον καρπό του λυτρωμού.
Υστερόγραφο. Στην Κρώμνη η παραλλαγή που ξέραμε του «Νιώτερου και της Λυγερής» δεν τελείωνε έτσι όπως τελειώνει αυτή που δημοσίευσε η ποντιακή εστία και που είναι ευρέως γνωστή. Ακολουθούσαν άλλοι δυο στίχοι αυτοί που ήσαν σαν επωδός χορού που έκλεινε τον διάλογο των δρώντων προσώπων:
«Δόστ’ ατόν αγρόμπιλα και ξερά - ξερά μουρμούτζα̤
λάσ̌’ τρώει ατά, λάσ̌’ μωδιά, λάσ̌’ την κόρην λησμονά».
Είναι αναγελαστικοί βέβαια οι δυο στίχοι για τον νιώτερο αλλά και καλόκαρδοι. Νιώτερον (κι όχι) Έταιρον κι η Λυγερή του Σταύρου Κανονίδη 1952
Σταύρος Kανονίδης
Νιώτερος κι όχι Έταιρος κι η Λυγερή, του Σταύρου Κανονίδη. Πηγή: Ποντιακή Εστία 1952 Έταιρον κι η Λυγερή. Δημώδες άσμα Πόντου
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
