"Η Σοφίτσα" Λαογραφικά Σημειώματα - Ποντιακών Φύλλων - κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη (1937)

Έναν άστρον εξέβεν σην Ανατολήν...kι άλλ’ έναν κι άλλ’ εξέβεν σ’ Αρμανλού το χάν....Σοφίτσα μ' έξ' μ' εβγαίνειςΈνα από τα ωραιότερα και πιο συγκινητικά τραγούδια του Πόντου, που τραγουδήθηκαν κατά τα μακρά χρόνια της σκλαβιάς και ειδικά κατά τη φοβερή εποχή της τρομοκρατίας των Γενιτσάρων, είναι και το τραγούδι της Σοφίτσας.


Ποιος ραγιάς τολμούσε τότε να έχει όμορφη γυναίκα; Ποιος πατέρας δεν καταράστηκε χιλιάδες φορές το μεγαλύτερο θείο δώρο, την ομορφιά της αγαπημένης του κόρης, και δεν ευχήθηκε μέσα του να αποκτήσει κορίτσι άσχημο, κακοφτιαγμένο, ανάπηρο, που δεν θα διέτρεχε τουλάχιστον τον κίνδυνο να απαχθεί από τον σάτυρο φεουδάρχη, να ατιμαστεί από τον κτηνώδη γενίτσαρο; Πόσα σπαρακτικά οικογενειακά δράματα έχει να αναφέρει η ιστορία εκείνων των τρομερών χρόνων; Και τι δεν σοφίστηκε ο δούλος Έλληνας για να σώσει την οικογενειακή του τιμή, για να γλιτώσει τη σύζυγο, τη μνηστή, τη θυγατέρα... από την κτηνώδη βουλιμία των τυράννων του;
Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε ένα τραγούδι που κλείνει μέσα του όλον τον πόνο του ερωτευμένου, τον σπαραγμό του καταπιεσμένου, την πονηριά του δούλου που προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει τα γαμψά νύχια του δυνάστη. Και τραγουδά με παθητικό και θρηνητικό τόνο: «Έναν άστρον εξέβεν σην Ανατολήν, θολόν και ματωμένον κι ολοπόρφυρον.» (Ένα άστρο πρόβαλε από την Ανατολή). Ένα άστρο πρόβαλε από την Ανατολή. Ένας Γενίτσαρος φάνηκε στον ορίζοντα, στην περιοχή, άγριος, αιμοχαρής. Προειδοποιείται η ωραία Σοφίτσα, η μνηστή του νεαρού Ποντίου, για τον κίνδυνο που την απειλεί. Το τραγούδι ίσως το ακούει και ο ίδιος ο Γενίτσαρος που είναι παρών στον χορό. Αδιάφορο. Δεν καταλαβαίνει την σημασία του, ενώ η όμορφη κοπέλα καταλαβαίνει ότι κάποιος εχθρός παραμονεύει και θα προσπαθήσει να κρυφτεί. Και δεν είναι μόνο ένα το άστρο. Είναι πολλά.
«Κι άλλ’ έναν κι άλλ’ εξέβεν σ’ Αρμανλού το χάν,
κι άλλ’ έναν κι άλλ’ εξέβεν σο Ντεβέ-μποΐν,
κι άλλ’ έναν κι άλλ’ εξέβεν σο Καρά-Καπάν.»
(Κι άλλο ένα κι άλλο πρόβαλε στο χάνι του Αρμανλού, κι άλλο ένα κι άλλο στο Ντεβέ-μποΐν, κι άλλο ένα κι άλλο στο Καρά-Καπάν).
Ώστε πρόκειται για πολλαπλό κίνδυνο. Κι άλλος, κι άλλος Γενίτσαρος. Και επαναλαμβάνω «Γενίτσαρος», διότι αυτοί ήταν οι αγριότεροι, τους οποίους ήταν αδύνατον να αποφύγει κανείς. Πολλοί από αυτούς καταλάβαιναν την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα, και αν το τραγούδι δεν είναι διφορούμενο, θα καταλάβουν περί τίνος πρόκειται, και τότε αλίμονο!
«Σοφίτσα μ’ έξ μ’ εβγαίνης! και μη φαίνεσαι!..Ελέπνε-σε και τ’ άστρα και μαραίνεσαι!..» (Σοφίτσα μου μη βγαίνεις έξω! και μη φαίνεσαι!.. Σε βλέπουν και τα άστρα και μαραίνεσαι!..)
Με πόσο πόνο ο ερωτευμένος απευθύνεται προς το λατρευτό του όν, την Σοφίτσα, να μη βγαίνει έξω από το σπίτι και να μη φαίνεται στους δρόμους, διότι θα την δουν τα άστρα (μήπως το άστρο και το φεγγάρι δεν ήταν τα σύμβολα του ισλαμισμού;), οι αγάδες, οι φεουδάρχες, οι γενίτσαροι, και θα μαραίνεται. Το ωραίο λουλούδι θα φυλλορροήσει, θα μαραθεί. Και προσθέτει:
«Ελέπ’-σε και ό ήλον!. Λάς μαραίνεσαι!..» (Θα σε δει και ο ήλιος! Ας μαραίνεται!..)
Θα σε δει και ο ήλιος. Και ήλιος για τη γυναίκα, κατά την ποντιακή αντίληψη, είναι ο άνδρας της. Στα μοιρολόγια οι γυναίκες κλαίγοντας τον άνδρα τους λέγουν:
«Ήλε μ’, ήλε μ’, ήλε μ’, ήλε μ’! ναί ήλεμ’ και ημέρα μ’!»
(Ήλιε μου, ήλιε μου, ήλιε μου, ήλιε μου! ναι ήλιε μου και ημέρα μου!)
Η παροιμία λέει: «Ο ήλο μ’ έκαμεν, κι’ ο ήλο μ’ έφαγεν», δηλαδή ο άνδρας μου κέρδισε κι ο ίδιος τα σπατάλησε.
Λοιπόν και εδώ ο τραγουδιστής θέλει να πει ότι: μπορεί να σε δει και ο άνδρας σου (ή ο μνηστήρας σου) και... καταλήγει με μια πικρή αποστροφή: «Λάς μαραίνεσαι!» = είθε να μαραθεί κι αυτός! Σαν να θέλει να πει ότι προκειμένου να σε δουν τα άστρα και να μαραθείς, καλύτερα ας πεθάνει κι αυτός! Ο φρόνιμος σύζυγος με την προειδοποίηση αυτή θέλει να κρατήσει την όμορφη γυναίκα του κλεισμένη μακριά από τα βέβηλα μάτια των δυναστών, για να μην πάθει ό,τι έπαθε ένας άλλος δυστυχισμένος, ο Γιαννούλης, του οποίου την γυναίκα ο Γενίτσαρος, καταφέρνοντας να τη δει, τον μακαρίζει για την ομορφιά της καλής του:
«Π’ έειχ̌’ς έμορφον την κάλην κι αντιχαίρεσαι!» (Που έχεις όμορφη την καλή σου και τη χαίρεσαι!). Και όταν έξαλλος ο σύζυγος σκοτώνει τη γυναίκα του, στρέφεται με πόνο προς αυτήν και την προσκαλεί να φορέσει τα χρυσαφικά της και να μπει στον χορό:
«Ας ελέπνε-σε οι Γενίτσαροι, λάς μαραίντανε!..»
(Ας σε έβλεπαν οι Γενίτσαροι, ας μαραίνονταν!..)
Μαύρα και δυστυχισμένα χρόνια της σκλαβιάς! Έναν άστρεν εξέβεν ή Σοφίτσα μ΄ έξ' μ' εβγαίνεις - Κώστας Σιαμίδης & Γιώργος Στεφανίδης

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μεταφορά στην δημοτική γλώσσα του πρωτοτύπου κειμένου του αειμνήστου δασκάλου μας κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη με τίτλο «Η Σοφίτσα» από την ενότητα Λαογραφικά Σημειώματα των Ποντιακών Φύλλων του 1937. Παρακάτω ακολουθεί το πρωτότυπο σε πολυτονικό σύστημα γραφής της καθαρεύουσας ελληνικής γλώσσας:
Ένα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα καὶ συγκινητικώτερα τραγούδια τοῦ Πόντου, ποὺ ἐψάλησαν κατὰ τοὺς μακροὺς τῆς δουλείας χρόνους καὶ εἰδικῶς κατὰ τὴν φοβερὰν ἐποχὴν τῆς τρομοκρατίας τῶν Γενιτσάρων εἶνε καὶ τὸ τραγούδι τῆς Σοφίτσας.
Ποῖος ῥαγιᾶς ἐτολμοῦσε τότε νὰ ἔχῃ ὤμορφη γυναῖκα; Ποῖος πατέρας δὲν κατηράσθη χιλιάκις τὸ μεγαλύτερο θεῖο δῶρο, τὴν ὠμορφιὰ τῆς ἀγαπημένης κόρης του, καὶ δὲν ἠυχήθη ἐνδομύχως ν’ ἀποκτήσῃ κορίτσι ἄσχημο, κακοφτιαγμένο, ἀνάπηρο, ποὺ δὲν θὰ διέτρεχε τοὐλάχιστον τὸν κίνδυνο ν’ ἀπαχθῇ ἀπὸ τὸν σάτυρον φεουδάρχην, ν’ ἀτιμασθῇ ἀπὸ τὸν κτηνώδη γενίτσαρον; Πόσα σπαρακτικὰ οἰκογενειακὰ δράματα ἔχει ν’ ἀναφέρῃ ἡ ἱστορία τῶν τρομερῶν ἐκείνων χρόνων; Καὶ τί δὲν ἐσοφίσθη ὁ δοῦλος Ἕλλην γιὰ νὰ σώσῃ τὴν οἰκογενειακήν του τιμήν, γιὰ νὰ γλυτώσῃ τὴν σύζυγον, τὴν μνηστήν, τὴν θυγατέρα... ἀπὸ τὴν κτηνώδη βουλιμίαν τῶν τυράννων του; Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἔχομεν ἕνα τραγούδι ποὺ κλείνει ὅλον τὸν πόνον τοῦ ἐρωτευμένου, τὸν σπαραγμὸ τοῦ δυναστευομένου, τὴν πονηρία τοῦ δούλου ποὺ προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπον ν’ ἀποφύγῃ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας τοῦ δυνάστου. Καὶ τραγουδεῖ μὲ παθητικὸν καὶ θρηνώδη τόνον:
«Ἕναν ἄστρον ἐξέβεν σὴν Ἀνατολὴν, θολὸν καὶ ματωμένον κι ὁλοπόρφυρον. Διπάτ' Έναν άστρεν εξέβεν. Σοφίτσα μ', Χρύσανθος Θεοδωρίδης & Γεωργούλης Κουγιουμτζίδης
Ἕνα ἄστρο ἐπρόβαλεν ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν. Ἕνας Γενίτσαρος ἐφάνηκε στὸ στερέωμα, στὴν περιφέρειαι, ἄγριος, αἱμοχαρής. Προειδοποιεῖται ἡ ὡραία Σοφίτσα, ἡ μνηστὴ τοῦ νεαροῦ Ποντίου γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ τὴν ἀπειλεῖ. Τὸ τραγούδι ἴσως τὸ ἀκούει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γενίτσαρος ποὺ εἶνε παρὼν εἰς τὸν χορόν. Ἀδιάφορον. Δὲν καταλαβαίνει τὴν σημασίαν του, ἐνῷ ἡ ὤμορφη κοπέλλα καταλαβαίνει ὅτι κάποιος ἐχθρὸς καραδοκεῖ καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ κρυβῇ.
Καὶ δὲν εἶνε μόνον ἕνα τὸ ἄστρον. Εἶνε πολλά.
Κι ἄλλ’ ἕναν κι ἄλλ’ ἐξέβεν σ’ Ἀρμανλοῦ τὸ χάν,
κι ἄλλ’ ἕναν κι ἄλλ’ ἐξέβεν σὸ Ντεβὲ-μποΐν, 
κι ἄλλ’ ἕναν κι ἄλλ’ ἐξέβεν σὸ Καρὰ-Καπάν. Έναν άστρεν εξέβεν -Σοφίτσα μ' έξ' μ' εβγαίνεις - Συμβολικό δημώδες άσμα Πόντου
Ὥστε πρόκειται περὶ πολλαπλοῦ κινδύνου. Καὶ ἄλλος, καὶ ἄλλος Γενίτσαρος. Καὶ ἐπαναλαμβάνω «Γενίτσαρος», διότι αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἀγριώτεροι, τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο δυνατόν ν’ ἀποφύγῃ τις. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐννοοῦν τὴν ἑλληνικὴν ὡς μητρικήν των γλῶσσαν, καὶ ἄν δὲν εἶνε τὸ ἆσμα διφορούμενον, θὰ ἐννοήσουν περὶ τίνος πρόκειται, καὶ τότε ἀλλοίμονον!
Σοφίτσα μ’ ἔξ μ’ ἐβγαίνῃς! καὶ μὴ φαίνεσαι!..Ἐλέπνε-σε καὶ τ’ ἄστρα καὶ μαραίνεσαι!..
Μὲ ποῖον πόνον ὁ ἐρωτευμένος ἀπευθύνεται πρὸς τὸ λατρευτόν του ὄν, τὴν Σοφίτσαν, νὰ μὴ βγαίνῃ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ νὰ μὴ φαίνεται στοὺς δρόμους, διότι θὰ τὴν ἰδοῦν τὰ ἄστρα (μήπως τὸ ἄστρο καὶ τὸ φεγγάρι δὲν ἦσαν τὰ σύμβολα τοῦ μωαμεθανισμοῦ;), οἱ ἀγάδες, οἱ φεουδάρχαι, οἱ γενίτσαροι, καὶ θὰ μαραίνεται. Τὸ ὡραῖο λουλούδι θὰ φυλλορροήσῃ, θὰ μαραθῇ. Καὶ προσθέτει:
Ἐλέπ’-σε καὶ ὅ ἥλον!. Λὰς μαραίνεσαι!..Θὰ σὲ δῇ καὶ ὁ ἥλιος. Καὶ ἥλιος διὰ τὴν γυναῖκα κατὰ τὴν Ποντιακὴν ἀντίληψιν εἶνε ὁ ἄνδρας της. Εἰς τὰ μοιρολόγια αἱ γυναῖκες κλαίουσαι τὸν ἄνδρα λέγουν: «Ἦλε μ’, ἦλε μ’, ἦλε μ’, ἦλε μ’! ναί ἦλεμ’ καὶ ἡμέρα μ’!
Ἡ παροιμία λέγει: «Ὁ ἥλο μ’ ἔκαμεν, κι’ ὁ ἥλο μ’ ἔφαγεν», δηλ. ὁ ἄνδρας μου ἐκέρδισε καὶ μόνος τὰ ἐσπατάλησε.
Λοιπὸν καὶ ἐδῶ ὁ τραγουδιστὴς θέλει νὰ πῇ ὅτι: ἠμπορεῖ νὰ σὲ ἴδῃ καὶ ὁ ἄνδρας σου (ἢ ὁ μνηστήρ σου) καί... καταλήγει μὲ μίαν πικρὰν ἀποστροφήν:
Λὰς μαραίνεσαι! = εἴθε νὰ μαραθῇ καὶ αὐτός!
Ὡσὰν νὰ θέλῃ νὰ πῇ ὅτι προκειμένου νὰ σὲ δοῦν τὰ ἄστρα καὶ νὰ μαραθῇς, καλλίτερα ἄς πεθάνῃ καὶ αὐτός!
Ὁ φρόνιμος σύζυγος μὲ τὴν προειδοποίησιν αὐτὴν θέλει νὰ κρατήσῃ τὴν ὤμορφη γυναῖκα του κλεισμένη μακρυὰ ἀπὸ τὰ βέβηλα μάτια τῶν δυναστῶν, γιὰ νὰ μὴ πάθῃ ὅ,τι ἔπαθεν ἄλλος δυστυχισμένος, ὁ Γιαννούλης, τὸν ὁποῖον ὁ Γενίτσαρος, κατορθώσας νὰ ἴδῃ τὴν γυναῖκά του, μακαρίζει γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς καλῆς του.
Π’ ἔχς ἔμορφον τὴν κάλην κι ἀντιχαίρεσαι!
Καὶ ὅταν ἔξαλλος ὁ σύζυγος σκοτώνει τὴν γυναῖκα του, στρέφεται μὲ πόνον πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν προσκαλεῖ νὰ φορῇ τὰ χρυσᾶ της καὶ νὰ μπῇ στὸν χορό: Ἄς ἐλέπνε-σε οἱ Γενίτσαροι, λὰς μαραίντανε!.. Μαῦρα καὶ δυστυχισμένα χρόνια τῆς δουλείας! Δημώδη άσματα των Ελλήνων του Πόντου

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ