Δίστιχα της Ξενητειάς (Ξενιτιάς) - Δημώδη Άσματα Πόντου - Ποντιακά τραγούδια

Σὴν ξενητειὰν ἀχπάσ̌κουμαι, ἄμον καρίπς καὶ ξένος....Σὴν ξενητειὰν ἀχπάσ̌κουμαι, ἄμον καρίπς καὶ ξένος,
καλλίον ἀϊγάπη μ’ θά ’τούνε, νὰ ἔμν’ ἀποθαμμένος.

Ντὸ εἶν’ ἀτά, πουλόπον μου, ντὸ εἶν’ ἀτά ντὸ φτᾶς με;
ἀχπάσ̌κουμαι σὴν ξενητειάν, πάω κι’ ἀροθυμᾶς-με.

Ἀνάθεμα καὶ τὰ μακρά, κ’ ὄθεν κ̌ί πάει λαλίαν,
τ όμμάτι͜α μ’ ἐσκοτείνεψαν κ’ ἀσὴν ἀρωθυμίαν.

Ἄν ἀποθάνω θᾶψτε ‘με σ’ ἔναν ψηλὸν βουνόπον,
ν’ ἀκούω θάλασσας βουήν, καὶ κεμεντζὲς λαλόπον.

Τὸ παπὸρ ντ’ ἔρθεν σὸ λιμάν, γιά τ’ ἐμὲν ἀρματοῦται,
μὴ λέτε α̤το τὴν κάλλην μου, μὴ κλαίει καὶ μὴ ματοῦται.

Ἐμὲν ἡ μάννα μ’ εἶπε ‘με, ἀπόψε ξάϊ μὴ κοιμᾶσαι,
αὔριον πᾶς σὴν ξενητειὰν κι’ ἡ νῦφε ἀρωθυμᾶ ‘σε.

Γομὰρ ἐγομαριάτζινα. ναϊλοὶ πού θά φορτοῦται,
ἄντραν ποὺ ἔχ̌’ σὴν ξενιτειάν, ἄς ρούζ καὶ ἄς σκοτοῦται.

Ἀνάθεμά ‘τον π’ ἔνοιξεν, τὴ ξενητειᾶς τὸ δρόμον,
ρωμαῖος ἀτὸς κ̌’ ἔτονε, νά̤ πίστ εἶχ̌εν νά̤ νόμον. Δημώδη άσματα Πόντου (Playlist)

Λεξιλόγιο
• Ἀχπάσκουμαι: Ξεκινώ, ετοιμάζομαι να φύγω.
• Καρίπς: Μόνος, κατάμονος, ορφανός
• Ἀροθυμῶ / Ἀρωθυμία: Πεθυμώ, νοσταλγώ / η νοσταλγία, ο έντονος πόθος.
• Ὄθεν: Όπου.
• Λαλίαν / Λαλόπον: Φωνή / γλυκιά φωνούλα.
• Βουνόπον: Μικρό βουνό, βουναλάκι.
• Κεμεντζὲς: Η ποντιακή λύρα.
• Παπόρ: Βαπόρι, καράβι.
• Ἀρματοῦται: Ετοιμάζεται, εξοπλίζεται.
• Κάλλην: Η αγαπημένη, η καλή (η μορφονιά).
• Ματοῦται: Ματώνει (η καρδιά της από τον πόνο).
• Ξάϊ: Καθόλου.
• Γομάρ / Ἐγομαριάτζινα: Φορτίο, γόμος / ετοίμαζα το φορτίο.
• Ναϊλοὶ: Αλίμονο, αλί σε εμένα/εκείνον.
• Ρούζ: Πέφτει.
• Ρωμαῖος: Ρωμιός, Έλληνας.
• Νά̤... νά̤...: Ούτε... ούτε... Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι

Ποντιακά τραγούδια – Δίστιχα της Ξενητειάς (Ξενιτιάς) - Δημώδη Άσματα Πόντου – Αθήνα 1948

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ