• Home
  • Λαογραφία
  • Δημώδη Άσματα
  • Αρνί μ’ τα μάγλα σ’ να φιλώ – Συντέκ’σσα Ματσουκάτ’σσα. Δημώδες άσμα περιφέρειας Κρώμνης, Τραπεζούντας Πόντου

Αρνί μ’ τα μάγλα σ’ να φιλώ – Συντέκ’σσα Ματσουκάτ’σσα. Δημώδες άσμα περιφέρειας Κρώμνης, Τραπεζούντας Πόντου

Μάγλα,μάγουλα,συντέκ’σσα,ματσουκάτ’σσα,δημώδες,άσμα,κρώμνης,τραπεζούντας,πόντου,γώγος,πετρίδης,βουκούμαι,μερακλίν,εγκαλιόπο,γριντζίλια,βαρυκοπίας,ανθρωπία,ψόπα,εχονάτσαν,ετσινάκ’σαν,σελεκόπο,ταγιάν,ταγιανίζω,εχολιάστα,σύντεκνος,συντέκ΄σσα,ματσούκαΑρνί μ’ τα μάγλα σ’ να φιλώ
τα χ̆είλι̤α σ’ να βουκούμαι
σο μερακλίν τ’ εγκαλιόπο σ’
να κείμαι και κοιμούμαι

Παρακολουθείστε το σχετικό μας βίντεο

Αοίκα μάγλα που φιλεί
πως να μη γλείφτ’ τα χ̆είλι̤α τ’ ;
πως να μη δάκ’ τη γλώσσαν ατ’
και ματών’ τα γριντζίλι̤α τ’

Τη Ματσούκας τα χώματα
όλα̤ βαρυκοπίας
συντέκ’σσα έλα μ’ εμέν’
ποίσον την ανθρωπία σ’

Συντέκ’σσα ματσουκάτ’σσα
τα ψ̆όπα σ’ εχ̆ονάτσαν
έπαρ’ ατα κι άμε δέβα πλάν,
τ’ ομμάτα̤ μ’ ετσινάκ’σαν

Το σ̆ελεκόπο μ’ ένα βαρύν
ασήν ταγιάν* εκάτσα
εχολιά̤στα ασοι Κρωμέτ’ς
επέρα ματσουκάτ’σσα

Λεξιλόγιο :
*μάγλα = μάγουλα
*χ̆είλι̤α = χείλη
*βουκούμαι / βούκα = μπουκιά (λατ.λέξη bucca). Παραδείγματα : Έφαγα έναν βούκαν ψωμίν. Παροιμία : Πρώτον βούκαν π’ έρπαξεν καμμίαν ‘κ̆ εκομπώθεν (όποιος προλαβαίνει να φάει δε μένει ζημιωμένος). Γνωμικό : Τέρ’ το παιδίν σ’ και φά μικρόν βούκαν, τέρ’ τον άντρα σ’ και φά τρανόν βούκαν (σημασία : η γυναίκα απολαμβάνει μεγαλύτερη περιποίηση απ΄τον άντρα της παρά απ’ τα παιδιά της). Άλλο παράδειγμα : Έναν βούκαν μωρόν = Πολύ μικρό βρέφος. Απ’ τη βούκα δημιουργείται και το ουσιαστικό βουκέα = ίχνος δαγκώματος – δαγκωματιά.
*κείμαι = ξαπλώνω
*δάκ’ / δάκω = δαγκώνω
*γριντζίλιν, γριντζίλι̤α, γρουντζούλ’ = το ούλο, τα ούλα του στόματος. Παράδειγμα : Μασά με τα γριντζίλα̤ = μασά με τα ούλα. Επίσης έχει τη σημασία του χόνδρου : Τ’ ωτίν γρουντζούλ’ έν’ = το αυτί, χόνδρος είναι.
*βαρυκοπίας = σύνθετη λέξη βαρύς κόπος, εννοεί τους δρόμους που περπατώνται πολύ δύσκολα, τη γη που έχει μεγάλες διακυμάνσεις και αγριότητα λόγω του μεγάλου υψόμετρου.
*ανθρωπία = ανθρωπιά με την έννοια της καλοσύνης, δλδ να κάνει το καλό, να συγκατανεύσει στην επιθυμία του νέου, να συναινέσει.
* Συντεκνία, ουσιαστικό εκ του σύντεκνος = η σχέση του αναδόχου προς τους γονείς του αναδεκτού = κουμπάρος/κουμπάρα/κουμπαριά. Παροιμία : Αδελφοσύνα̤ εσ’κώθεν κι η συντεκνία εκάτσεν (σημαίνει ότι πολλές φορές οι κουμπάροι είναι καλύτεροι από τους αδελφούς). Εσβήεν το κερίν, εσβήεν κι η συντεκνία = ότι, ο θάνατος του αναδεκτού συνεπάγεται τη διάλυση της πνευματικής συγγένειας (εσβήεν = έσβησε). Άσμα : Καλώς έρθες τουρκόπουλλον καλώς κι απόθεν έρθες, κι αν έρθες για την συντεκνά̤ν, εσέν’ σύντεκνον ‘φτάγω, κι αν έρθες για τον πόλεμον, έβγα ας πολεμούμε.
Σύντεκνος, συντέκ’σσα – συντέκνισσα. Παράδειγμα : Σύντεκνε ΄ς εμέτερα, σύντεκνε σ’ εσέτερα (λέγεται επί συνεχών αμοιβαίων επισκέψεων). Για τη σύντεκνου το χατήρι τιμούν και το γ͜αϊδούρι (λέγεται για κάποιον ανάξιο τιμής που τιμάται χάρι σε κάποιον άλλο). Ας πάγω ΄ς ση σύντεκνου μ’ τη χαμαιλέτε να παίρ’ με ολίγον καπίτζ’ (ας πάω στου κουμπάρου μου το μύλο για να μου πάρω λίγα αλεστικά – λέγεται ειρωνικά για τη διάψευση προσδοκίας ή ωφέλειας αλλά και για τη δημιουργία περισσότερης δαπάνης στις συναλλαγές κυρίως μεταξύ συγγενών και φίλων. Μ’ έρχουσ’νε σύντεκνε κι ας τ’ έρθες καλώς όρισες = λέγεται για την περίπτωση φιλοτιμίας απ’ την οποία αναγκάζεσαι να υποδεχτείς απρόσκλητο επισκέπτη.
*ταγιάν / ταγιανεύω, ταα̤νεύω, ταενεύω, απ’ το τουρκικό tayanmak = αντέχω, υπομένω, φθάνω, εξαντλείται η υπομονή μου, εγγίζω, προσπελάζω. Παραδείγματα : Επήγεν κι εταένεψεν ‘ς σην πόρταν τ’ εγκλεσίας. Ο Χάρον εταγιανεύτεν ‘ς σην πόρταν κι όλ’ τη νύφεν ετέρεσεν (παροιμία : Λέγεται απ’ τους οικείους του γαμπρού που δείχνουν τη δυσμένεια τους για τη νύφη).
Ταγι͜ανίζω, ταα̤νίζω, ταενίζω, απ’ το τουρκικό tayandim αορίστου του tayanmak δημιουργείται ο ιδιωματισμός ταγιανεύω & ταγιανίζω που σημαίνει φτάνω, καταφθάνω (ίσως και ακουμπώ εκεί που έχω φτάσει) λ.χ. Πάει πάει και ταενίζ’ ΄ς ση Κάστρονος την πόρταν. Με τη σημασία του υπομένω (παράδειγμα) : Πολλά κακά έρθαν ΄ς σο κιφάλι μ’ άλλο κ̆ επορώ να ταενίζω = πολλά κακά με βρήκαν δε μπορώ άλλο να υπομένω. Με τη σημασία του αντέχω (παράδειγμα) : Το παρότ’ ‘σ άψιμον καικά κ̆ι ταενίζ’ = το μπαρούτι κοντά στη φωτιά δεν αντέχει – λέγεται για να δηλώσει την ευκολία στη συνεύρεση μεταξύ των νέων κοριτσιών κι αγοριών.
*ψ̆ή – ψ̆όπον = ψυχή – ψυχούλα
*εχ̆ονάτσαν, χ̆όνιν = χιόνα – χιόνι, χιονίστηκαν
*εχολιά̤στα (χολή) = πικράθηκα

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ