Μαρτυρίες γύρω από τη γενοκτονία των Ελλήνων της Ελεβής (Τριπόλεως Πόντου). Αφήγηση Νικολάου Παύλ. Παυλίδη (Φιραρίδη)
Γεννήθηκα στην Ελεβή (Ελεού)* το 1898. Γονείς μου ο Παύλος και η Μαρούλα. Αδέλφια μου Νικόλαος, Σταύρος και Συμέλα. Ο χειμώνας στην περιοχή μας ήταν πολύ βαρύς.
Κρατούσε πολλούς μήνες, με χιόνια πολλά και ανεμοθύελλες. Στην κωμόπολή μας κατοικούσαν περίπου 400 ελληνικές οικογένειες. Οι δικοί μας, σε αντίθεση με τους άλλους, προόδευαν συνεχώς στο εμπόριο, στα γράμματα, στις επιστήμες και στις τέχνες. Από παιδιά, ακόμη, ακούγαμε πως οι Έλληνες πολεμούσαν με τους Βουλγάρους και με τους Τούρκους. Λόγω ηλικίας, δεν δίναμε σημασία. Οι γονείς μας συνέχεια συζητούσαν και κατέκριναν ορισμένα κράτη. Είναι οι λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις. Αυτές ορίζουν τα μικρά κράτη, και όποιο θέλουν το ενισχύουν, ανάλογα με τα συμφέροντά τους, και όποιο θέλουν το εξαφανίζουν. Το 1915 οι Τούρκοι μάζεψαν όλους τους Αρμένιους από την Ελεβή και με τον ψεύτικο ισχυρισμό ότι θα τους κάνουν ξεχωριστό κράτος, τους εξόντωσαν όλους. Πίσω από τους Τούρκους ήταν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, κυρίως αυτοί, και οι Αμερικανοί. Κι αυτό γιατί ήθελαν να βάλουν φραγμό στη Ρωσία, που κάθε τόσο πολεμούσε με τους Τούρκους. Με το πρόσχημα και με την προπαγάνδα ότι οι Τούρκοι θα συγκρουστούν με τους Ρώσους στη θάλασσα, Εύξεινο Πόντο ή Μαύρη Θάλασσα, εξανάγκασαν τους Έλληνες να αδειάσουν τα σπίτια τους και για ασφάλεια να συγκεντρωθούν στα βάθη της Τουρκίας. Έτσι μας έδιωξαν και τα σπίτια μας γέμισαν από Τούρκους. Γίναμε πρόσφυγες στον τόπο μας, εκεί όπου γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και ζούσαμε. Και όλα αυτά με την ανοχή των αγαπητών μας συμμάχων! Ήταν απόγευμα, όταν Τούρκοι τσανταρμάδες, καβάλα στ' άλογα, πέρασαν από το δρόμο που είχαμε τα εργαστήρια μας, τα χαλκουργεία, εμείς οι Έλληνες, και με άγριες φωνές μάς είπαν να φύγουμε γρήγορα για τα σπίτια μας. Κλείσαμε τα μαγαζιά μας και φύγαμε για τα σπίτια μας. Όταν έφτασα στο σπίτι, βρήκα τους γονείς μου και τα δύο αδέρφια μου να στέκονται έξω από αυτό. Τους έβγαλαν έξω και δεν τους άφηναν να πάρουν τίποτε, ούτε τροφή. Μετά ήρθαν τσέτες και τσανταρμάδες. Μας συγκέντρωσαν και μας έβγαλαν έξω από την Ελεβή (Ελεού). Άρχισε να βραδιάζει. Η φρούρησή μας ήταν αυστηρή. Ύστερα από πέντε μέρες ήρθε κοντά μας ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Ζήτησε να πάρει τα μικρά παιδιά για προστασία. Άλλοι τα έδωσαν κι άλλοι τα κράτησαν κοντά τους. Ο Πατέρας μου άκουσε τη συμβουλή της επιτροπής. Έδωσε τα δύο παιδιά του, τον Σταύρο και τη Συμέλα. Ζήτησαν να πάρουν κι εμένα, αλλά εγώ δεν δέχτηκα. Ο λόγος ήταν ότι φοβήθηκα. ΄Ξενυχτήσαμε μακριά από την Ελεβή. Την άλλη ημέρα έφεραν κι άλλους Έλληνες από άλλα χωριά και πόλεις. Μας οδήγησαν μακριά από κατοικημένους χώρους, για να είμαστε εντελώς απομονωμένοι. Δεν βλέπαμε τίποτε άλλο, παρά μόνον γη και ουρανό. Πεινούσαμε και δεν βρίσκαμε v' αγοράσουμε τρόφιμα, κυρίως ψωμί, ούτε κανένα σκέπασμα. Σκέπασμα δεν είχε κανείς. Μέναμε όλοι οι ξεσπιτω μένοι και υποφέραμε από τη βαρυχειμωνιά. Έβλεπα τη μάνα μου, που έκλαιε συνέχεια και τον πατέρα μου πολύ σκεφτικό. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν. Τη δραματική μας κατάσταση ή τα δυο παιδιά του, που τα έδωσε στο Διεθνή Ερυθρό Σταυρό; Στην πορεία μας οι συνοδοί μας Τούρκοι δεν μας άφηναν σε κατοικημένα μέρη και δεν μας άφηναν, ακόμη, να βοηθήσουμε τους άρρωστους και τους ανήμπορους γέροντες. Μας έλεγαν, αυτούς θα τους μεταφέρουμε εμείς εκεί που θα πάτε. Δυστυχώς δεν τους ξαναείδαμε άλλο, γιατί τους άφησαν και πέθαναν μέσα στα δασωμένα φαράγγια από την πείνα και το κρύο ή τους αποτελείωσαν με άλλο τρόπο. Σε εκείνα τα παγωμένα φαράγγια έχασα τους γονείς μου, εκεί αποχωρισθήκαμε και δεν τους ξαναείδα άλλο. Τότε έσμιξα με παιδιά της ηλικίας μου, φίλους μου, που κάναμε παρέα στην Ελεβή. Όλοι ήσαν εξαντλημένοι για τους γνωστούς λόγους: πείνα, κούραση, κρύο. Όλοι αυτοί πέθαναν από χολέρα και οι Τούρκοι τους μετέφεραν με κάρα και τους ενταφίαζαν ομαδικά. Όλα αυτά τον Νοέμβριο του 1922. Ο Δεκέμβριος ήταν χειρότερος. Μας οδηγούν σαν πρόβατα για σφαγή, μέσα από δύσβατα, υψηλά και γυμνά βουνά, μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Μας έπαιρναν και τα λίγα χρήματα (γρόσια) που είχαμε και τα ρούχα μας. Η διαδρομή ήταν ατέλειωτη, δεν ξέραμε πού μας πάνε. Η πεδιάδα της Μαλάτειας ήταν στρωμένη με πτώματα Ελλήνων. Έβλεπα παντού πτώματα εκτοπιζομένων μέσα στα χιόνια. Φριχτό θέαμα! Τι δράμα, Θεέ μου, τι πόνος, τι σπαραγμός! Πολύ λίγοι άντεξαν το φριχτό αυτό μαρτύριο που είδα και έζησα.
Προσωπικά μαρτύρια
Ήταν απόγευμα. Ο ήλιος κρυμμένος μέσα στα μολυβόχρωμα σύννεφα. Με πλησίασαν δύο τσανταρμάδες, ο ένας μ' έπιασε από τον ώμο και μ' έβγαλε από τη φάλαγγα. Μετά ήρθαν δύο άλλοι και με ρώτησαν γιατί δεν πήγες στον τουρκικό στρατό, αφού έχεις την κατάλληλη ηλικία, ήμουν 24 χρόνων. Τους απάντησα ότι εγώ είμαι Ρωμιός. Με αγριοκοίταξαν κι άρχισαν να μου κάνουν διάφορες ερωτήσεις.
- Πώς λέγεσαι;
- Νικόλαος Φυραρίδης του Παύλου.
- Από πού είσαι;
- Από την Ελεβή.
-Φιράρ ογλού (παιδί δραπέτη, φυγάδα), λέει ο τσανταρμάς.
Με έδεσαν τότε, χέρια και πόδια, με ένα μακρύκανο όπλο, με ξάπλωσαν μέσα στα χιόνια και άρχισαν να με δέρνουν αλύπητα. Πλήγωσαν όλο το σώμα μου. Από το πολύ το ξύλο έχασα τις αισθήσεις μου και δεν ήξερα πια πού με χτυπούν. Με εγκατέλειψαν γιατί πίστεψαν ότι δεν είμαι ζωντανός. Αργότερα συνήλθα κάπως. Είμαι τώρα λυμένος, αλλά αδύνατος να αντιδράσω. Η νύχτα έρχεται με τσουχτερό κρύο. Στο μεταξύ, περνούν από εκεί άλλοι εξόριστοι. Μερικοί ήρθαν κοντά μου και άκουσα να λένε «σκοτωμένος έν'». Άλλοι έλεγαν «πιάστε και σ'κώστ' ατον. Σουκ' σούκ', παίδα. Τα κατσία τ' ολήμαυρα είν', άσκεμα εντώκαν ατόν. Φαίνεται καν'νάν 'κ' έχ̌', κανείς σαγάπ' 'κ̌' εβγαίν' ατον. Σουκ', παίδα, σουκ', εμείς φεύομε, μ' απομέντς ατουκά μαναχός, θα παγώντς. Οι τσανταρμάδες π' εντώκαν εσε, έφυγαν. Σουκ' κι έλα ταράγ' με τ' εμάς να γλυτώντς. Εζαλάλωσαν τον παιδάν τοι σκύλ' και τοι γαϊδάρ' τα νελέτα̤. Με βοήθησαν οι συμπατριώτες μου, ας είναι καλά. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, όλα τα έβλεπα θολά και σκοτεινά. Με τη βοήθεια εκείνων άρχισα να κάνω βήματα με μουδιασμένα πόδια. Μια προσφυγοπούλα με κρατάει από το χέρι και με ρωτάει αν πονώ. Μου είπε πως έχασε τους γονείς της και είναι μόνη μέσα σ' αυτόν τον χαλασμό. Δεν ήθελε να χωρίσουμε, γιατί φοβόταν το κορίτσι μονάχο. Μου είπε, ακόμη, ότι είναι από τη Μεσουτιέ και πως οι Τούρκοι κατέστρεψαν την κωμόπολη, αφού λεηλάτησαν όλα τα ελληνικά μαγαζιά. Κατά την πορεία μας, μας πλησίασαν πρόσωπα άγνωστα, άντρες ντυμένοι καλά για το κρύο, και μας ρώτησαν από πού είμαστε και ότι σε λίγες μέρες θα φτάσουμε στη Συρία. Και πράγματι, σε τρεις ημέρες φτάσαμε στα σύνορα της Συρί ας. Τότε μας ανέλαβε ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Μαζί ήταν και δημοσιογράφοι που έπαιρναν από εμάς πληροφορίες. Έγραφαν τα ονόματα εκείνων που περνούσαν στο έδαφος της Συρίας. Εγώ φοβήθηκα να δώσω το πραγματικό μου επίθετο, του Φυραρίδη. Αυτό μου το συμβούλεψαν εκείνοι που με βοήθησαν. Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
-Νέπε Νίκολα, γράψον Παυλίδης.
Εκεί στα σύνορα τουρκίας — Συρίας άλλαξα το πατρικό μου επίθετο. Κι αυτό για να μην έχω το ίδιο πρόβλημα που είχα λίγες μέρες πιο μπροστά. Περάσαμε στο έδαφος της Συρίας με την κοπέλα που με συνόδευσε, την Καλ λιόπη Κωνσταντίνου Αναστασιάδου και της Μάρθας. Από τότε δεν χωρίσαμε ποτέ. Οι Γάλλοι, που είχαν αποικία τη Συρία, μας έκαναν καραντίνα και μετά μας πήγαν στην πόλη Περότη. Άλλους τους έστειλαν στο Χαλέπι. Το φαγητό μας ήταν ρέγκες από τους Άγγλους και λαγάνες (λαβάσα) από τους Αμερικάνους. Μας έδιναν ακόμη χαρούπια (ξυλοκέρατα). Μετά από λίγες ημέρες πέρασε επιτροπή από όλα τα αντίσκηνα και ρώτησε αν κανείς έχει συγγενείς στην Αμερική. Η σύντροφός μου Καλλιόπη είπε ότι έχει αδελφό στο Κάντον Οχάιο. Έγραψαν γράμμα και σε λίγο χρόνο η Καλλιόπη πήρε ένα δέμα με ρούχα και μερικά δολάρια. Στην πόλη Περότη μείναμε δυόμισι χρόνια, οπότε έγινε η συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και τουρκίας. Τότε ήρθαμε με το γαλλικό βαπόρι «Πακέ» στην Ελλάδα, στο λιμάνι του Πειραιά. Εκεί, στο λιμάνι, περίμεναν πολλοί με κλάματα στα μάτια, για να μάθουν για τους δικούς τους. Εγώ συνάντησα τους θείους μου, αδέλφια του πατέρα μου (Φυραριδαίους) με τις οικογένειές τους. Μου έκαναν την πρόταση να μείνω κοντά τους, στην Κοκκινιά — Ταμπούρια. «Η τέχνη σου» ήμουν χαλκουργός «εδώ έχει πέραση και δεν είναι για το χωριό». Η σύντροφός μου, η Καλλιόπη, έμαθε πως η μάνα της με το μικρό γιο της Χαράλαμπο ζει στη Μακεδονία, στο χωριό Ακίντζαλη (Μουριές), για δε τον πατέρα της ότι αγνοείται η τύχη του. Συμφωνήσαμε να πάμε στο Ακίντζαλη να γνωρίσω τη μέλλουσα πεθερά μου και μετά να γυρίσουμε πίσω, στους θείους μου. Από τους θείους μου έμαθα ότι τ' αδέλφια μου Σταύρος και Συμέλα ζούνε και είναι σε κρατικό ίδρυμα προστασίας παίδων. Η Συμέλα πήγε στο γυμνάσιο και έγινε προϊσταμένη στον Πειραιά και αργότερα πήγε στην Πάτρα. Ο αδελφός μου Σταύρος Φυραρίδης, όταν έμαθε πως είμαστε σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας, στη Ροδώνα, ήρθε και μας βρήκε. Οι θείοι μου, που από μένα έμαθαν πως έχασα τους γονείς μου κατά την πορεία προς το άγνωστο, με κάλεσαν για δεύτερη φορά, το 1935, να πάω κοντά τους. Πήγα τότε στον Πειραιά και κάθισα μαζί τους ένα μήνα. Είδα ότι η δουλειά τους πάει καλά και αποφάσισα να εγκατασταθώ μόνιμα στον Πειραιά. Γύρισα και το είπα στη σύζυγό μου, την Καλλιόπη. Δεν έφερε καμία αντίρρηση, μάλιστα χάρηκε πολύ. Μερικοί συγχωριανοί μου, όταν έμαθαν την απόφασή μας, αντέδρασαν. Δεν άφησαν σε κανέναν να αγοράσει τα χωράφια μας. Έτσι μείναμε για πάντα στο χωριό.
* Ελεβή (Ελεού), κωμόπολη κοντά στην Τρίπολη. Απείχε από αυτήν γύρω στα 10 χιλιόμετρα. Παρουσίαζε μεγάλη εμπορική κίνηση. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία.
Μαρτυρίες γύρω από τη γενοκτονία. Αφήγηση: Νικολάου Παύλ. Παυλίδη (Φιραρίδη). Καταγραφή Παύλος Σωκράτης Νικολ. Παυλίδης (γιος)
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
