Τα τραγούδια της Όφης του Πόντου † Ι. Παρχαρίδη - Ποντιακά Φύλλα Δεκέμβριος 1936 (Α Μέρος)
Τα τραγούδια τους οι Οφίτες ποιητές στιχοπλόκοι τα φτιάχνουν όπως είπαμε σε κάθε περίσταση. Στα παραθαλάσσια χωριά η γλώσσα που μεταχειρίζονται είναι η τουρκική ή η ανάμεικτη με ελληνικά, όμως στα μεσόγεια επικρατεί η ελληνική γλώσσα.
Τα τραγούδια της Όφης του Πόντου † Ι. Παρχαρίδη - Ποντιακά Φύλλα Δεκέμβριος 1936. Όταν κατεβαίνουν από τα χωριά συντροφιές-συντροφιές οι χωρικοί για την αγορά πάντα θα τύχει να συναντηθούν μέσα στο πλήθος δύο τρείς ποιητές στιχοπλόκοι, τότε δίνει και παίρνει το τραγούδι με τα δίστιχα τους να φανερώνουν το σκοπό για τον οποίο κατεβαίνουν στην αγορά. Ας δούμε μερικά εξ’ αυτών.
Ο ένας πάει να αγοράσει αλάτι: Έσ’ ‘σ πάγω σσο γιαλό, ας’ οσπίτ’ άλας να φέρω.
Ο άλλος αραβόσιτο: Εμείς τ’ άλας έχουμε, εγώ τσουπάδ’ ν’ επαίρω.
Μα ο πρώτος θα αγοράσει κι ένα σακάκι: Παλαίο έν’ το ζουπούνι μ’, ν’ αγοράζω έτερο.
Και συγχρόνως του κάνει εντύπωση το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων στην αγορά: Βαρέα καλαπαλούκ να γίνεται οσήμερο.
Τη στιγμή αυτή, περνούν πλάϊ από κάποιο ποτάμι: Ασ’ σο ποτάμ’ να πίνω, άτσαπς κρύο έν’ το νερό;
Και ο δεύτερος καθώς τον περιμένει, βλέπει να περνούν κάποια κορίτσια άγνωρα του: Πούθε είνε αγούτα τα πατσήδες ού ξέρω.
Τα βλέπει τότε και ο πρώτος και παρακαλεί κάποιο κορίτσι να σταθεί: Ε! πατσή εστά μόνο, σσα μάτι͜α σου ας τερώ.
Μα αυτό αντιπερνά χωρίς να τον προσέξει ενώ ο δεύτερος ρωτά μια άλλη κοπέλα γιατί η μαντήλα της δεν είναι καθαρή: Ε! πατσή οδιάντο έν’ το πετσκεμάλ’ σ’ λερό;
Κι ο πρώτος απαντά εξ’ ονόματος της κοπέλας: Τίλιαγο έν’ το πετσκεμάλ, ντο ζόρ’ έεις, ε μουχτερό;
Και τα δίστιχα τους δίνουν και παίρνουν έως ότου φτάσουν στο παζάρι. Το ίδιο γίνεται και όταν συναντηθούν δύο στιχοπλόκοι πηγαίνοντας στις ορεινές βοσκές, στα ξακουσμένα ποντιακά παρχάρια με τις αγελάδες τους. Ο ένας είναι γεμάτος χαρά που θα ξαναδεί τα αγαπημένα του παρχάρι:. Πολλά βακήτ εδιάβε, ούτσ’ είδα τα παρχάρα̤
Ο άλλος στεναχωριέται που τα γελάδια του με δυσκολία ανεβαίνουν στο βουνό: Τα ζά μ’ ού πορπατούνε, σσο καπάν’ ανέφαρα.
Μα και ο πρώτος δεν αντέχει πια: Βαρέα εκόπανε τσαί τ’ εμά τα ποδάρα̤.
Επιτέλους φτάνουν πάνω στο ραχοβούνι και ο δεύτερος είναι γεμάτος χαρά: Χάρ ου ξέρεις τίλιαο έν’ τ’ εμόνα η χαρά.
Την ίδια χαρά έχει τώρα και ο πρώτος μα συλλογιέται το γυρισμό και λέει: Μετά ποίο καρδία να πάγω κατέφαρα;
Οι ίδιες σκηνές γίνονται και στα χωράφια την ώρα της δουλειάς καθώς πέφτει το τσαπί μέσα στο βαρύ το χώμα οι στίχοι αναπηδούν σαν τα βωλάρια κάτω από το κοφτερό εργαλείο: Πολλά ούτσ’ επόμεινε, τ’ αποσκάλ’ μ’ τσορούται.
Και για να τονίσει πιο πολύ την αξία της δουλειάς του: Τ’ εμόνα το λιχτρί τέρ’ πόσο βαθέα χούται.
Και ο άλλος λέει: Τ΄εμόνα παλαίο έν’ πολλά ού πάει, τσακούται.
Και σε λίγο ο ένας κόβει έναν μεγάλο βόλο και δεν μπορεί να τον ξεσηκώσει: Χαού’ς το βώλ’ τρανό έν’ κολάϊα ούτσ’ εσκούται.
Και η συνέχεια είναι ατελείωτη. Και παραπέρα στις βουνοπλαγιές οι χορτοθεριστάδες καθώς γερνούν το δρεπάνι ανάμεσα στα ψηλά χόρτα δεν παύουν να μιλούν με τα τραγούδια τους:
Αντά ‘χουμ σα τσ̌αϊρι͜α τσαι θερίζω χ̆αίρουμαι.
Πάντα θέλω ‘γω πάντα σα τσ̌αϊρι͜α νάχουμαι.
Απέτι θέλεις τσ’ εσύ, ο δραπάν’ μ’ αφίνουμε.
Μα πλησιάζει κιόλας να βραδιάσει:
Έσ’ ι’ βραδυνιάουμεστ’ να πάμε διαβαίνουμε.
Τίλαια τα τσ̌αϊρι͜α ως τ’ οσπίτ’ να φέρουμε;
Φέρετε τα χορέμι͜α τα γομάρι͜α ας δένουμε.
Πολύ συχνά όμως είναι και τα ερωτοτράγουδα:
Τα πατσήδας βαρέα εγαπώ, ού ξέρεις ‘με
Τσ’ εγώ αγαπώ ατα χαέ εσύ μ’ ελέπεις ‘με
Εγώ ούτσ’ ινιανεύω ‘σε μ’ εθαρρείς κομπώνεις ΄με
Τα πατσήδα̤ς εξέρουν εσύ μ’ εγνωρίζεις ‘με
Ατσάπς που είσαι σεβτά μ’ που τσ̌αιχι͜ά περιμένεις ‘με;
Εμένα άλλο μόνο εσύ πα να βρίσκεις ‘με.
Μα δεν είναι πάντοτε τα θέματα των τραγουδιών τους τόσο χαριτωμένα. Πολλές φορές λογομαχούν, αλληλοβρίζονται, αλληλοκατηγορούνται με την ίδια ευκολία που αλληλοεπαινούνται.
Όφις - Οφιούς - Οφιούντα του Πόντο. Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτισμός, Γεωγραφία, Ήθη, Έθιμα, Γλώσσα.
Η συνέχεια στο επόμενο…
Τα τραγούδια της Όφης του Πόντου - Πηγή: Ποντιακά Φύλλα – Τεύχος 10ο Δεκέμβριος 1936 σελ. 6-7 (από μελέτη του † Ι. Παρχαρίδη). Τραγούδι της Όφης και παραλλαγή της Κρώμνης του Πόντου
Λεξιλόγιο
Βαρέα = πολλά / καλαπαλούκ = πλήθος / πατσήδες = κοπέλες / μόνο = λίγο / οδιάντο = γιατί / μουχτερό = γουρούνι / βακήτ, τουρκ. = καιρός / καπάν’ = ραχοβούνι / χάρ’ = τώρα / αποσκάλ’ = η εργασία που ξεκινά κανείς / τσορούται = τελειώνει / λιχτρί = δίκελλα / νάχουμαι = έρχομαι / χορέμια = χορτοδέματα / ινιανεύω = πιστεύω
Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
