Το αγιασμένο χέρι της Ευγνωσίας Σαρηγιαννίδου από την Τσολόσαινα της Χαλδίας του Πόντου
Η Ευγνωσία Σαρηγιαννίδου ήταν κόρη του Χατζηεγνατίου καί τής Δεύτελας Σαρηγιαννίδου και θεία του Χρύσωνα Σαρηγιαννίδη, δηλαδή ήταν αδελφή του πατέρα του. Πέθανε σε ηλικία 18 ετών κάτω από περίεργες συνθήκες και μάλιστα την Κυριακή που επρόκειτο να τελεστεί ο γάμος της.
Η παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά (συνολικά σε πέντε γενιές) και έφθασε ως τις μέρες μας λέει πως μια ημέρα που η Ευγνωσία με την μάνα της παρασκεύαζαν βούτυρο στο ξυλάγκ παρουσιάστηκε μπροστά τους μια φτωχή γριούλα και τις πλησίασε κοιτάζοντάς τες ικετευτικά. Το αγιασμένο χέρι της Ευγνωσίας Σαρηγιαννίδου από την Τσολόσαινα της Χαλδίας του Πόντου. Η μητέρα της πειράχτηκε από την παρουσία της και την παρατήρησε με θυμό: «Έ…μη στέκ’ς απάν’ ‘ς σο ξυλάγκ!» και για να την ξεφορτωθεί παράτησε μια στιγμή τη δουλειά της και πήγε μέσα να φέρει και να της δώσει κάτι σαν ελεημοσύνη. Στο διάστημα όμως εκείνο η κόρη της, η Ευγνωσία συγκινημένη από τη φτώχεια της γριάς, έχωσε βιαστικά το χέρι της μέσα στο ξυλάγκ ρπαξε μια χούφτα βούτυρο, το έδωσε στη γριούλα και μάνι-μάνι σκούπισε το βουτυρωμένο χέρι της για να μην το καταλάβει η μάνα της όταν γυρίσει και της μπήξει τις φωνές. Τη στιγμή όμως εκείνη με έκπληξη είδε πως ένα από τα ασημένια βραχιόλια που φορούσε κόπηκε ξαφνικά στη μέση και το ένα κομμάτι του έπεσε κάτω, το δε άλλο στερεώθηκε σφιχτά στον καρπό της ώστε χρειάστηκε πολύς κόπος και πολλά χτυπήματα για να το βγάλουν. Το γεγονός εκείνο το απέδωσαν σε «μάτιασμα» καθώς η Ευγνωσία είχε πάει τις μέρες εκείνες στον τουρκικό μαχαλά του χωριού και ένας τούρκος την πλησίασε και άρχισε να της λέει λόγια παράξενα που δεν μπορούσε να τα εξηγήσει: «Μουσατάϊ, κάτσαϊ γράψον τον πατέρα σ’ άς έρται εβγάλια̤. Έϊ γιαβρούμ κάθε βράδον, κάθε βράδον πέρ’ ας σο κρεβάτ’ και σκών’ και σύρ’ ατό». Ύστερα από εκείνο το «μάτιασμα» και μετά από την καλή πράξη που έκανε η Ευγνωσία στη φτωχή εκείνη γριούλα και ενώ ήταν έτοιμη να παντρευτεί την Κυριακή, πέθανε ξαφνικά χωρίς κανένα άλλο λόγο που να δικαιολογεί το θάνατό της. Οι γονείς της, οι συγγενείς της και όλοι οι Τσολόσαινα τη θρήνησαν και στη συνέχεια τη μετέφεραν και την έθαψαν κάτω από μια καρυδιά όπου βρίσκονταν και οι άλλοι τάφοι των Σαρρηγιαννάντων. Ακολούθησαν τα «τριήμερα» τα «εννιάμερα» και όταν έφτασε η μέρα να κάνουν και τα «σαράντα», οι γονείς της δοκίμασαν και άλλη μια ανέλπιστη έκπληξη. Ήρθε στο σπίτι τους απροσκάλεστος ο τούρκος συγχωριανός τους Μουστάμπεης που μιλούσε και ποντιακά, χτύπησε την πόρτα, μπήκε μέσα και άρχισε να λέει στον πατέρα της: «Άκουσε Χατζηεγνάτιε θα σου εκμυστηρευτώ κάτι που με βασανίζει και δεν έχω δεν το έχω πει σε κανέναν εδώ και σαράντα ημέρες. Έβλεπα κάθε νύχτα ένα παράξενο φως πάνω στην καρυδιά των τάφων σας, αλλά το κρατούσα μυστικό ως τώρα. Τη νύχτα όμως που μας πέρασε αυτό το μυστήριο φως με άρπαξε από το κρεβάτι και με πέταξε χάμω. Συγκαιρινά άκουσα και μια παράξενη φωνή να με ρωτά «γιατί δεν πας να το πεις;».
Έτσι αναγκάστηκα σήμερα να σηκωθώ πρωί-πρωί και να έρθω να στο πω». Η ιστορία του Μουστάμπεη ανησύχησε τον Χατζηεγνάτιο. Την εκμυστηρεύτηκε στον παπά του χωριού και τράβηξαν ίσια στο δεσπότη του Κιουμουσχανά του τα είπαν και εκείνου και τον παρακάλεσαν να έρθει και εκείνος στο χωριό τους για να ξεδιαλύνουν το παράξενο φαινόμενο από κοντά. Έτσι και έγινε. Πήγε ο δεσπότης στην Τσολόσαινα και με ψαλμούς και θυμιατά τραβήξανε όλοι μαζί στους τάφους των Σαρηγιανάντων. Εκεί άνοιξαν τον τάφο της Ευγνωσίας, την ξέθαψαν και απόμειναν όλοι απολιθωμένοι καθώς στις σαράντα μόλις ημέρες που πέρασαν από την ημέρα που τη θάψανε το κορμί της Ευγνωσίας είχε λιώσει ολότελα, ενώ το χέρι που είχε ελεήσει τη γριά ήταν ανέπαφο εκτός από το βραχιόλι της το ασημένιο που μετουσιώθηκε σε χάλκινο. Πήραν λοιπόν το χέρι της και το δώσανε σε ένα χρυσοχόο να το τοποθετήσει μέσα σε μία ασημένια λειψανοθήκη, αλλά προτού προλάβει εκείνος να το κατασκευάσει, πρόλαβε ο Τσολοσαινίτης Κογιεμτζής και έκλεψε το μεγάλο της δάχτυλο. Έτσι το χέρι εκείνο όταν τοποθετήθηκε στη λειψανοθήκη είχε ένα δάκτυλο λειψό. Το πήραν και το πήγανε ύστερα στην εκκλησία και το βάλανε σε αγίασμα και αργότερα το παρέλαβαν οι γονείς της στο σπίτι τους και το έβαλαν στο εικονοστάσι τους πλάι σε μια καντήλα που έκαιγε συνέχεια. Το πήρε ύστερα η επόμενη γενιά και στην τρίτη γενιά το είχανε τα τρία αδέλφια ο Χρύσων, ο Κυριάκος και ο Ιγνάτιος Σαρηγιαννίδης. Το έπαιρναν με τη σειρά ο καθένας τους στο σπίτι του, το κρατούσαν ένα χρόνο κάτω από την κανδήλα που έκαιγε μέρα νύχτα στο εικονοστάσι και το παρέδινε κατόπιν στον επόμενο. Το 1918 με την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τον Πόντο, το πήρε ο Χρύσων Σαρηγιαννίδης μαζί του στη Ρωσία και από εκεί το έφερε με την ανταλλαγή στην Ελλάδα. Το είχε στην αρχή στο σπίτι της κόρης του της Κυζιρίδαινας στο χωριό Γερακαριό του Κιλκίς, αλλά αργότερα το πήγε στην Αθήνα και το παρέδωσε στον γιο του τον Θόδωρο Σαρηγιαννίδη και από εκείνον το παρέλαβε ο εγγονός του, ο γιος του Θεόδωρου, ο Χρύσων Σαρηγιαννίδης που το φυλάει μέχρι σήμερα σαν ιερό οικογενειακό προσκύνημα. Χαλδία Τσίτη, Τζίζερε, Τσιμερά, Τσολόχενα, 12Ελάτια, Έδισσα, Επανωχώρ, Εφραιμάντων, 7Ραχία - Γεωγραφικόν Λεξικόν Χαλδίας 25ο: Τσ̆ορκόν (Τσορκόν), Τσιμπρικά & Τσολόχ̆αινα (Τσολόχενα) - Γερακαρειό ή Γερακάριο (Δογάντζα ή Τογάντζα) Κιλκίς (Τα προσφυγικά χωριά του νομού Κιλκίς)
Αναστασία Α. Ακριτίδου - Παναγίτσα Εδέσσης
Το αγιασμένο χέρι της Ευγνωσίας Σαρηγιαννίδου από την Τσολόσαινα της Χαλδίας του Πόντου. Της Αναστασίας Α. Ακριτίδου από την Παναγίτσα Εδέσσης. Ποντιακή Ηχώ 1982.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
