Μέτρα και σταθμά στον Πόντο του κ. Παντελή Μελανοφρύδη

Παντελής Ηλία Μελανοφρύδης ο διδάσκαλος εξ Αδύσσης Πόντου Πρόκειται για ένα κεφάλαιο που ελάχιστα απασχόλησε έως τώρα τους φίλους συνεργάτες της Π.Ε. {Ποντιακής Εστίας}. Ομολογούμε ότι το πολύπλευρο αυτό θέμα χρειάζεται «δήλιον κολυμβητήν» και δυστυχώς ο γράφων εκτός του θράσους του να καταπιάνεται με θέματα που χρήζουν ποικίλων γνώσεων και πολλής μελέτης, δεν διαθέτει παρά μόνο την ανάμνηση των ονομάτων των μέτρων και σταθμών.

Εντούτοις θεωρούμε σκόπιμο την ανακίνηση του θέματος αυτού με την πεποίθηση ότι άλλοι οι οποίοι κατέχουν περισσότερα στοιχεία θα συμβάλουν στην πλήρη ανάπτυξή του. Κάνω δε προκαταβολικώς την διευκρίνηση ότι γράφω τα μέτρα και σταθμά της Χαλδίας και πιο ιδιαίτερα του Τορούλ. Σε άλλες περιοχές όπως Χερίαναν, Γαράσαρη, Κερασούντα, Σούρμενα κ.τ.λ. υπήρχαν διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Μέτρα και σταθμά στον Πόντο, του κ. Παντελή Μελανοφρύδη

Σταθμά
1. Η Οκά = 400 δράμια. «Η οκά τετρακόσια τράμα̤ έχ̌’», (ημ’σόν οκά, λογαρκή), εκατόν δράμια κτλ
2. Η Πατουμάν = έξι οκάδες. «Επήραμε έναν πατουμάν κρομμύδα̤».
3. Το Γαντάρ’ = καντάρι (44 οκάδες)
4. Το Τούχτ’ = μέτρο βάρους σε χρήση από τις υφάντρες σαλιών για το ζύγισμα μάλλινων νημάτων. «Έναν τούχτ’ ράμματα». Ισοδυναμούσε περίπου με 50 δράμια και υποθέτω ότι ήταν παραφθορά του «όγδοον» (όγδοον – τούχτ’ της οκάς).
5. Το Ξάϊ = Ρωμαϊκό και Βυζαντινό βάρος που ισοδυναμούσε με το 1/16 της ουγγιάς. Υποδηλώνει πάντως ελάχιστη ποσότητα. «Έναν ξάϊ = ολίγον ποσόν», αλλά και χρονικώς «έναν ξάϊ = λιγάκι», «Ανάμ’νο με ένα ξάϊ = περίμενε με λιγάκι», «Ξαϊτσαν = ελάχιστη ποσότητα», «Ξαϊτσαν ‘κ̌’ εδώκαμε», «Ξάϊ ‘κ̌΄ έχω = δεν έχω διόλου». «Εγώ ξάϊ ‘κ̌ι θέλω = Εγώ δε θέλω καθόλου». Στη Βυζαντινή εποχή αποτελούσε ελάχιστο βάρος για το ζύγισμα μυρωδικών ή πολύτιμων πραγμάτων.

Μέτρα σιτηρών
1. Το Κότ’ (κοτύλη). Κατασκευαζόταν από ξύλο ελάτης και πολλές φορές για περισσότερη ακρίβεια στο χείλος του έφερε σιδερένια στεφάνη. Κατά τόπους είχε διαφορετική περιεκτικότητα. Στην περιφέρεια Τορούλ ένα κότ’ σιτάρι (αναλόγως της ποιότητάς του) είχε βάρος 9 έως 10 οκάδες, στη Γαράσαρη και Καύκασο 24 οκάδες, στην Κρώμνη 6 οκάδες. Τα χωράφια ήταν εινός κοτού, δύο κ.ο.κ. αναλόγως της εκτάσεως. Εινός κοτού χωράφι ήταν ίσο σχεδόν με ένα στρέμμα. Φράσεις: «Το κεφάλ’ν ατ’ άμον κότ’ = κοτοκέφαλος, χοντροκέφαλος, άμυαλος. Ας σο κότ’ αφκά εξέβεν = είναι άγνωστος, δεν ξέρουμε την προέλευσή του». «Κότα̤-κότα̤ εδάνειζα κι αντίκοτα ‘κ̌’ επαίρνα, λέγει στον Παράδεισον η Ελένη = δηλαδή, Δάνειζα σιτάρι με το κότι και τα χάριζα, δεν έπαιρνα αντίκοτα «πληρωμή». «Κοτι͜άζω = μετρώ με το κότ’».
2. Το χ̌οινίκ (χοίνιξ) Μέτρο σιτηρών που ισοδυναμούσε με το Κοιλόν = 2,5 κότι͜α που ήταν σε χρήση στο εσωτερικό του Πόντου.
3. Το Μόδ’ (μόδιον), Μέτρο χωρητικότητας, σιτηρών και υγρών και ουχί εν χρήσει στον Πόντο. Απαντάται στη φράση: «χ̌ίλι͜α μόδα̤» την οποία έλεγαν αν τύχαιναν στο άλμεγμα αγελάδας για να μην την βασκάνουν.
4. Το Ψωμι͜άρ’ = ποσότητα ίση με 16 κότι͜α. «Εποίκαμε έναν ψωμι͜άρ’ κοκκία» «Έσπειραμε δύο ψωμά̤ρα̤».
5. Το Καπίτσ’ (η αρχαία καπίθη) το δικαίωμα του μυλωνά για το άλεσμα σίτου από κάθε κότι. Το βάρος του κυμαινόταν από 100 έως 150 δράμια. «Επήγαμε έλεσαμε είκοσ’ κότι͜α κοκκία κι επήρε μας είκοσ’ καπίτσι͜α».
6. Βουρέα ή βούρα = χούφτα. «Εδώκεν ατον έναν βουρέαν λεφτοκάρυ͜α. Δός κι εμέν’ έναν βούραν». Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Π. Η. Μελανοφρύδη: χ̆έρι͜α, βούρα και δάχτυλα
7. Γοσ̌ι͜ά ή γοσ̌έα = το περιεχόμενο των δύο παλαμών ενωμένων. «Εδώκεν ατον έναν γοσ̌έαν αχράδα̤».
Μέτρα υγρών
1. Η Οκά – ημ’σόν οκά, 100 τράμα̤
2. Η Λογαρκή = μισή οκά. «Εγόρασαμε έναν λογαρκήν ελάδ’ έναν λογαρκήν κάζ’…»

Μέτρα μήκους
1. Το Αρσ̌ίν ή πήχυς. Ένας πήχυς = 0,75 μέτρα
2. Η Ενταζα̤ - ενταζές = 0,65 μέτρα
3. Η Αγκώνα – αγκώνας = Το μήκος από τον αντίχειρα μέχρι τον αγκώνα. Μέτρο για τη μέτρηση εγχώριων σαλίων. «Πόσα αγκώνας σ̌άλ’ εποίκες;».
4. Η Οριαία – οργυιά = το άνοιγμα των δύο χεριών, μήκους περίπου δύο μέτρων. Με οριαίας μετρούσαν σωρούς από άχυρα. «Πόσα οριαίας αχ̌ύρα̤ εχρειάζετο ένα μεγάλο ζώο για να ξεχειμωνιάσει». «Χ̌ιλόργυιος = έκφραση για πανύψηλο βράχο».
5. Η Πιθαμή (σπιθαμή). «Έναν πιθαμήν ‘ς σο μάκρος έν’»
6. Το Λυκόχασμαν (το άνοιγμα του στόματος του λύκου;). Το άνοιγμα του αντίχειρα και του δείκτη. «Έναν λυκόχασμαν κι άλλο εθέλ΄νεν το σ̌άλ’ να γίνεται πέντε αγκώνας». Πιθαμή – λυκόχασμαν – κοντούλα = εκφράσεις για κοντά κορίτσια. Παντελή Μελανοφρύδη / Ποντιακά Ανάλεκτα / Προσέγγιση στην Ποντιακή Διάλεκτο

Μέτρα και σταθμά στον Πόντο, του κ. Παντελή Μελανοφρύδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1963 τ166-168

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ