Φουμίζω, Μανέα, Κουκάρα. Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτων
Φουμίζω
Ερμηνεία: δυσαρεστούμαι, θυμώνω, δυστρωπώ. Εκ του φού-φού που εκφέρει ο θυμωμένος απ’ τα ρουθούνια του.
Ετυμολογία: α) εκ του Φημίζω (διάλεκτος Καστελλόριζου: φουμίζω=φημίζω). Φουμίζω = θίγομαι και θυμώνω, όπως χολούται μια προσωπικότητα, ένας φημισμένος = κάνω τον φημισμένο, εξ ού το: «λέγει φούμαρα» & β) Επίσης με την έννοια του θυμώνω (εκ του λατινικού Fumus = καπνός), θυμός.


Σην Τραπεζούντα σον Άη-Βασίλ’ την Εγκλησία, απ’ αδά’ κι εξήντα χρόνα̤ πρωτοψάλτες έτονε ο Γιορδάνη’ς ο Κωνσταντινάντες ο Σουρμενίτες. Ένα Κερεκή σην Εγκλησία εγίνοντονε Δεσποτιακό λειτουργία. Ο Γιορδάνης αρχίνεσε να δεβάζ’.
Ένα σπάνιο εύρημα (υπόμνημα), εις την άχραντον εικόνα της Παναμώμου Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας Της Σουμελιωτίσσης
Το χωριό Γιέιτσα του Καρς και το οδοιπορικό των κατοίκων της. Εργασία του εκπαιδευτικού κ. Ιωάννη Νικ. Κασκαμανίδη.