Posted in Δημώδη Άσματα
Κρώμν’ τα ραχ̆ία σ’ είν’ ψηλά και τα νερόπα σ’ κρύα,
τα παλληκάρα̤ σ’ άξια τραγωδούν μερακλία.
Print
Posted in Γλώσσα
Συντεκνία, ουσιαστικό εκ του σύντεκνος = η σχέση του αναδόχου προς τους γονείς του αναδεκτού = κουμπάρος/κουμπάρα/κουμπαριά. Παροιμία: Αδελφοσύνα̤ εσ’κώθεν κι η συντεκνία εκάτσεν (σημαίνει ότι πολλές φορές οι κουμπάροι είναι καλύτεροι από τους αδελφούς). Εσβήεν το κερίν, εσβήεν κι η συντεκνία = ότι, ο θάνατος του αναδεκτού συνεπάγεται τη διάλυση της πνευματικής συγγένειας (εσβήεν = έσβησε). Άσμα: Καλώς έρθες τουρκόπουλλον καλώς κι απόθεν έρθες, κι αν έρθες για την συντεκνά̤ν, εσέν’ σύντεκνον ‘φτάγω, κι αν έρθες για τον πόλεμον, έβγα ας πολεμούμε.
Print
Posted in Γλώσσα
Tαγιάν, ταγιανεύω, ταα̤νεύω, ταενεύω, απ’ το τουρκικό tayanmak = αντέχω, υπομένω, φθάνω, εξαντλείται η υπομονή μου, εγγίζω, προσπελάζω. Παραδείγματα : Επήγεν κι εταένεψεν ‘ς σην πόρταν τ’ εγκλεσίας. Ο Χάρον εταγιανεύτεν ‘ς σην πόρταν κι όλ’ τη νύφεν ετέρεσεν (παροιμία: Λέγεται απ’ τους οικείους του γαμπρού που δείχνουν τη δυσμένεια τους για τη νύφη).
Print