• Home
  • Γλώσσα
  • Συντεκνία, Σύντεκνος, Συντέκ’σσα – συντέκνισσα. Ποντιακή διαλεκτολογία, Γλωσσικά ιδιώματα

Συντεκνία, Σύντεκνος, Συντέκ’σσα – συντέκνισσα. Ποντιακή διαλεκτολογία, Γλωσσικά ιδιώματα

συντεκνία,σύντεκνος,συντέκ’σσα,συντέκνισσα,ποντιακή,διαλεκτολογία,γλωσσικά,ιδιώματα,αδελφοσύνη,εσβήεν,τουρκόπουλλον,χατήρι,καπίτζ,ματσουκάτσα,ματσουκάτισσα Συντεκνία, ουσιαστικό εκ του σύντεκνος = η σχέση του αναδόχου προς τους γονείς του αναδεκτού = κουμπάρος/κουμπάρα/κουμπαριά. Παροιμία : Αδελφοσύνα̤ εσ’κώθεν κι η συντεκνία εκάτσεν (σημαίνει ότι πολλές φορές οι κουμπάροι είναι καλύτεροι από τους αδελφούς). Εσβήεν το κερίν, εσβήεν κι η συντεκνία = ότι, ο θάνατος του αναδεκτού συνεπάγεται τη διάλυση της πνευματικής συγγένειας (εσβήεν = έσβησε). Άσμα : Καλώς έρθες τουρκόπουλλον καλώς κι απόθεν έρθες, κι αν έρθες για την συντεκνά̤ν, εσέν’ σύντεκνον ‘φτάγω, κι αν έρθες για τον πόλεμον, έβγα ας πολεμούμε.

Σύντεκνος, συντέκ’σσα – συντέκνισσα. Παράδειγμα : Σύντεκνε ΄ς εμέτερα, σύντεκνε σ’ εσέτερα (λέγεται επί συνεχών αμοιβαίων επισκέψεων). Για τη σύντεκνου το χατήρι τιμούν και το γ͜αϊδούρι (λέγεται για κάποιον ανάξιο τιμής που τιμάται χάρι σε κάποιον άλλο). Ας πάγω ΄ς ση σύντεκνου μ’ τη χαμαιλέτε να παίρ’ με ολίγον καπίτζ’ (ας πάω στου κουμπάρου μου το μύλο για να μου πάρω λίγα αλεστικά – λέγεται ειρωνικά για τη διάψευση προσδοκίας ή ωφέλειας αλλά και για τη δημιουργία περισσότερης δαπάνης στις συναλλαγές κυρίως μεταξύ συγγενών και φίλων. Μ’ έρχουσ’νε σύντεκνε κι ας τ’ έρθες καλώς όρισες = λέγεται για την περίπτωση φιλοτιμίας απ’ την οποία αναγκάζεσαι να υποδεχτείς απρόσκλητο επισκέπτη.

"Συντέκ’σσα ματσουκάτ’σσα τα ψ̆όπα σ’ εχ̆ονάτσαν,
έπαρ’ ατα κι άμε δέβα πλάν, τ’ ομμάτα̤ μ’ ετσινάκ’σαν"

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ