Έσπασεν η γη – Ανέκδοτο Ματσούκας του Δ. Παρασκευόπουλου
‘Σ ση Ματσούκαν το νέον έτος την ημέραν οι Ματσουκάτ’ έκ’σανε πολλά φοράς το «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου, ως δεξαμένην τον λόγον σου».
‘Σ ση Ματσούκαν το νέον έτος την ημέραν οι Ματσουκάτ’ έκ’σανε πολλά φοράς το «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου, ως δεξαμένην τον λόγον σου».
Έναν καιρόν έτον ένας χ̌όρα γυναίκα. Ατέ είχ̌εν ένα χάταλον. Το χάταλον ατς ετράνινεν και είπεν τη μάναν εθε. «Μάνα εγώ θα παίρω τη βασιλέα το κορίτσ’». Σκού και δέβα ψαλάφα ‘τεν». Η μάνα ‘θε σιφτά̤ν σον πρόσωπον εθε ‘κ̌ι τέρεσε.
Η Τσ̌ολόσ̌αινα ή Δζολόχ̌αινα ή Σολώχ̌αινα ήταν από τα μεγαλύτερα χωριά της κοιλάδας της Νίβαινας – Δέραινας του Μεσοχαλδίου. Υπαγόταν στην επαρχία Αργυρούπολης και είχε 150 οικογένειες ελληνικές και 20-30 τούρκικες, ενώ τα γύρω χωριά της περιοχής είχαν πολύ λιγότερους κατοίκους.
Να σαν εσάς ψηλά ραχ̌ά σην ξενιτά̤ν ‘κ̌ι πάτε
σεβτάν ‘κ̌’ αποχωρίουσ’νε σ’ έναν τόπον γεράτε
Το Γαράτσορε (ή Καράτσιορεν ή Γαρέτσιορεν) ήταν ένα αμιγές ελληνικό χωριό με εξήντα (60) ελληνικές οικογένειες, υπαγόμενο στην επαρχία του Ακ Δάγ του νομού Άγκυρας.
Αγαπητέ Φίλων,
Άπαντα ανεξαιρέτως τα δημοσιευόμενα στην «Ποντιακή Εστία» λαογραφικά ή ιστορικά με συγκινούν βαθύτατα ιδιαιτέρως όμως ως Κρωμναίον, η ιστορία της Κρώμνης του αλήστου μνήμης Αθανασίου Παρχαρίδη.