Η Τσ̌ολόσ̌αινα (Τσολόσενα) ή Δζολόχ̌αινα ή Σολώχ̌αινα (Bahçelik) της Χαλδίας του Πόντου

Τσολόχαινα Τσολόσενα Χαλδίας Πόντου Συγγενείς της οικογένειας ΓαζελερίδηΗ Τσ̌ολόσ̌αινα ή Δζολόχ̌αινα ή Σολώχ̌αινα ήταν από τα μεγαλύτερα χωριά της κοιλάδας της Νίβαινας – Δέραινας του Μεσοχαλδίου. Υπαγόταν στην επαρχία Αργυρούπολης και είχε 150 οικογένειες ελληνικές και 20-30 τούρκικες, ενώ τα γύρω χωριά της περιοχής είχαν πολύ λιγότερους κατοίκους.

Τα Θέμπεδα λ.χ. είχαν 42 ελληνικές οικογένειες και 28 τούρκικες ή Παλαγία 50 ελληνικές και 5 τούρκικες, τα Κοτύλια 50 ελληνικές και 18 τούρκικες, των Ψωμάντων 30 ελληνικές και των Λαμπαδίων 25 ελληνικές. Το χωριό ήταν ορεινό και βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το δημόσιο δρόμο των Κοτυλίων. Ήταν χτισμένο στους πρόποδες του βουνού Μπόζγαγια, που είχε υψόμετρο γύρω στα δυο χιλιάδες μέτρα (2.000) και περιβαλλόταν από ορεινούς όγκους (υψώματα) από τους οποίους σπουδαιότερος ήταν το βουνό Γαπούγαγια που ορθωνόταν απέναντι από το Μπόζγαγια. Η Τσ̌ολόσ̌αινα βρισκόταν βορειοδυτικά της Αργυρούπολης από την οποία απείχε 3 ώρες με το πόδι. Τα κοντινότερα χωριά στην Τσ̌ολόσ̌αινα ήταν: Των Ψωμάντων 3 χιλιόμετρα, το Λαμπαδίον 5 χιλιόμετρα,το Γιουρούν 4 χιλιόμετρα, η Χαβρέα 3 χιλιόμετρα, η Άτρα 6 χιλιόμετρα, του Κορκοτά 8 χιλιόμετρα, η Χαβίανα 10 χιλιόμετρα, τα Θέμπεδα 20 χιλιόμετρα και ο Αϊ-Γιάννες 20 χιλιόμετρα. Η Τσ̌ολόσ̌αινα ήταν από τα αρχαιότερα χωριά της Χαλδίας. Αυτό καταφαίνεται και από το γεγονός ότι ο Άγιος Κανίδιος (συναθλητής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ευγενίου του Τραπεζουντίου) ο οποίος μαρτύρησε επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, όταν δούκας της Χαλδίας ήταν ο Λυσίας, δηλαδή το 292 μ.Χ. ήτανε Τσ̌όλοσ̌αινίτης, γεγονός που σημαίνει ότι στην εποχή του υπήρχε η Τσ̌ολόσ̌αινα. H Τσ̌ολόσ̌αινα (Τσολόσενα -Bahçelik) της Χαλδίας του Πόντου (Μαρτυρίες) Α' Μέρος. Αλλά και επί βυζαντινής εποχής θα πρέπει να είχε μεγάλη στρατηγική σημασία και να είχε παίξει κάποιο ρόλο σημαντικό στην ιστορία της όπως άλλωστε μαρτυρούν και τα 3 φρούρια που είχε, το φρούριο του Αγίου Θεοδώρου που βρισκόταν στην ανατολική άκρη του χωριού, το φρούριο του Αϊ-Παύλου που βρισκόταν στη βόρεια άκρη του χωριού και το φρούριο που είχε το τούρκικο όνομα του βουνού Μπόσγαγια και βρισκόταν στην νοτιοδυτική άκρη του. Υπήρχε ακόμα και το κάστρο του Καλέ χτισμένο απάνω σε ένα πανύψηλο και απόκρημνο βράχο που τον ανέβαινε κανείς από σκαλιά που έφεραν υποτυπώδη σιδερένια κάγκελα. «Τον ανέβηκα όταν ήμουν μικρός αλλά φοβήθηκα τόσο πολύ το ύψος του που κατέβηκα μάνι-μάνι τα σκαλιά του βοηθούμενος από τα σίδερα που ήταν πηγμένα στο βράχο. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι το φόβο που πήρα» αφηγείται ο Γιάννης Νοχουτίδης. Στο φρούριο του Μπόσγαγια το οποίο δέσποζε των άλλων λόγω της θέσης του, γιατί ήταν χτισμένο σε πολύ υψηλό σημείο υπήρχε και νερό το οποίο έτρεχε σε μικρή ποσότητα καθώς και ένα μεγάλο σπήλαιο στο οποίο κατέφευγαν για να σωθούν οι οικογένειες των χριστιανών κάθε φορά που οι τούρκοι επιτίθεντο στο χωριό. Εκτός από τα παραπάνω φρούρια στο χωριό υπήρχαν και άλλα φυσικά οχυρά, όπως το Σιβρίν, το Λιθάρ΄ και η Γαλά που ήταν 3 θεόρατοι και αιχμηροί βράχοι. Πιο ψηλά από το φρούριο Μπόζγαγια και σε απόσταση 3 χιλιομέτρων περίπου βρισκόταν το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία που ήταν χτισμένο σε υψόμετρο 2.000 μέτρων περίπου στο οποίο κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του ανέβαιναν όλοι οι κάτοικοι του χωριού μαζί με τον παπά για να πανηγυρίσουν τη γιορτή του. Εκτός όμως από το παρεκκλήσι αυτό υπήρχαν στο χωριό και άλλα 5 παρεκκλήσια του Αγίου Νικολάου της Αγίας Βαρβάρας του Άη Κωνσταντίνου του Άη Γιώργη και του Αγίου Κανίδιου. Για το τελευταίο παρεκκλήσι υπήρχε στο χωριό η παρακάτω παράδοση: «Μια ημέρα ήρθε στην Τσ̌ολόσ̌αινα ένας μαντατοφόρος κι έφερε το χαμπέρι πως ο Τσ̌ολοσ̌αινίτης ασκητής ο Ασκητίδης πέθανε μαζί με άλλους στο ασκηταριό τους κοντά σε ένα χωριό της Τραπεζούντας και έμειναν άταφοι εκεί μέσα. Οι Τσ̌ολοσ̌αινίτες πήραν αμέσως τρία μουλάρια και ξεκίνησαν να πάνε να τους φέρουν. Φόρτωσαν στο κάθε μουλάρι από ένα νεκρό, τον έδεσαν στο σαμάρι και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Στο δρόμο όμως το ένα μουλάρι ξέφυγε από τον έλεγχο της ακολουθίας και τράβηξε προς την Τραπεζούντα, ξέφυγε και το δεύτερο και τράβηξε προς τη Νίβαινα, το δε τρίτο όταν έφτασε στην Τσ̌ολόσ̌αινα πήγε σε ένα μέρος δασώδες και χώθηκε ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους απομένοντας ακίνητο εκεί μαζί με τον νεκρό ασκητή τον Ασκητίδη. Άγιοι, Ευγένιος, Κανίδιος, Ουαλεριανός και ΑκύλαςΤη στάση εκείνη του ζώου οι Τσ̌ολοσ̌αινίτες τη θεώρησαν σημαδιακή και την απέδωσαν στον άγιο τους τον Κανίδιο. Για αυτό και στο σημείο εκείνο έκτισαν ένα παρεκκλήσι προς τιμήν του. Το ίδιο έγινε και στη Νίβαινα στο σημείο δηλαδή που στάθηκε το μουλάρι με τον άλλο νεκρό χτίσανε την εκκλησία του Αϊ-Γιάννη. Όπως αναφέραμε πιο πάνω η Τσ̌ολόσ̌αινα υπήρξε η πατρίδα του Αγίου Κανιδίου ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τον Άγιο Ευγένιο της Τραπεζούντας μαζί με τον Ουαλεριανό και με τον Ακύλα το 292 την εποχή δηλαδή του Διοκλητιανού 284-310 μ.Χ. Ένα μέρος δε από τα άγια λείψανά του Αγίου Κανιδίου τα έφεραν με την ανταλλαγή από την Τσ̌ολόσ̌αινα οι Τσ̌ολοσ̌αινίτες και τα εναπέθεσαν μαζί με την λειψανοθήκη τους στην εκκλησία του Λιποχωρίου Εδέσσης στην οποία και βρίσκονται ως σήμερα. Οι εκκλησίες της Τσ̌ολόσ̌αινα ήταν τρείς: ο Άη Γιάννης ο Πρόδρομος που βρισκόταν στο μαχαλά των Σαρηγιαννάντων, ο Αη Θόδωρος που βρισκόταν «ση Γεροντά τ’ ορμίν’ απάν’ μερέαν» και η εκκλησία της Παναγίας που βρισκόταν στο μαχαλά των Τελογλάντων (Δεληγιαννίδηδων) και την οποία έχτισαν ο Κώστας και ο Γιάννης τη Τέλογλαν. Οι παπάδες του χωριού ήταν τέσσερις, ο παπαναστάσης, ο Παπαγιάννης ο οποίος έμενε στο μαχαλά των Κυζιράντων, ο παπα Χαράλαμπος και ο παπα Ιωσήφ. Τα νεκροταφεία του χωριού τα παλιά χρόνια βρισκόταν κοντά στην εκκλησία της Παναγίας. Επειδή όμως δίπλα από αυτό περνούσε ένα ποταμάκι το οποίο όταν φούσκωνε το χειμώνα πλημμύριζε τον τόπο και παρέσυρε με τα νερά του τους τάφους και τους νεκρούς, τα μετέφεραν για ποιο σίγουρα κοντά στην εκκλησία του Αϊ Γιάννε όπου και παρέμειναν ως την ημέρα του ξεκληρισμού. Το αστικό σχολείο της Τσ̌ολόσ̌αινας ήταν οκτατάξιο και θεωρούνταν μαζί με το αστικό σχολείο της Άδδυσας από τα καλύτερα σχολεία του Μεσοχαλδίου. Είχε περισσότερους από 100 μαθητές και μαθήτριες και πολύ καλούς δασκάλους, όπως λ.χ. ο Σταύρος Γαλανίδης από το Σαραντάρ’ ο οποίος ήταν και διευθυντής του σχολείου, ο Γιάννης Ελευθεριάδης από τα Θέμπεδα, ο Κωνσταντής Δεληγιαννίδης και ο αδελφός του Κοσμάς Δεληγιαννίδης από την Τσ̌ολόσ̌αινα, ο Δημήτρης Κανονίδης, ο Δαμιανός, ο «Βουλγάρον» (παρατσούκλι) και η Αικατερίνη η οποία ήταν κουτσή. Πολλοί απόφοιτοι της αστικής σχολής συνέχιζαν τις σπουδές τους στο φροντιστήριο της Αργυρούπολης ή στο φροντιστήριο της Τραπεζούντας, όπως οι δάσκαλοι που αναφέραμε, ο Αριστείδης ο Μωυσίδης, ο Χρήστος, ο Γαζελερίδης και άλλοι. Η Τσ̌ολόσ̌αινα ήταν από τα ηρωικά εκείνα χωριά της Χαλδίας που πέρασαν στο παρελθόν πολλές δοκιμασίες. Λένε πως τρεις φορές «άδειασε» το χωριό από τις σφαγές των κατοίκων της και τρεις φορές το ξαναγέμισαν με παιδιά οι Τσ̌ολοσ̌αινίτισσες μάνες. «Πότε γίνηκαν αυτά;» συνεχίζει την αφήγησή του ο Θεόδωρος Τοπαλίδης «δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω. Εκείνο όμως που γνωρίζω είναι ότι σε μια τέτοια σφαγή που γίνηκε στις αρχές του 19ου αιώνα οι τούρκοι σφάξανε και τον παππού μου. Την εποχή εκείνη όσοι από τους συγγενής μας σώθηκαν είχαν καταφύγει στο Αγ Ματέν (Ακ Δάγ) για να σωθούν. Ξαναγύρισαν δε στην Τσ̌ολόσ̌αινα μονάχα ύστερα από ένα τούρκικο φιρμάνι που υποχρέωνε όλους τους φυγάδες να επιστρέψουν στις εστίες τους». Η κατανομή των οικογενειών του χωριού ακολουθούσε την παλιά πατριαρχική μορφή της κοινωνίας. Τα συγγενικά λ.χ. σπίτια ήταν συγκεντρωμένα σε ξεχωριστούς μαχαλάδες, οι οποίοι έφεραν το όνομα του γενάρχη. Οι σπουδαιότεροι δε από τους μαχαλάδες εκείνους ήταν: των Αμανατάντων, των Τελογλάντων, των Παπαγιωσηφάντων, των Σαρηγιαννάντων, των Τσαρτσάντων, των Χωματάντων, των Σκουτουλάντων (Κυζιράντων), των Νοχουτάντων, των Τοψέντων, των Μαρασιάντων, των Μουρατάντων, των Παπαθεοδωράντων, των Βρικοζάντων, των Καστενάντων, των Θανασάντων κ.λ.π. καθώς και δύο τούρκικοι μαχαλάδες: των Μουσλάντων και των Ρεπιάντων (Τιστερέντων). Τα πλουσιότερα τζάκια του χωριού και οι κυριότεροι προύχοντες ήταν: οι Χαραλάμπος και Λάζαρος Γαζελερίδης, ο Κωνσταντίνος Δεληγιαννίδης (η οικογένεια Δεληγιαννίδη ονομάζονταν και Δεληγιασάνωφ ή τουρκιστί Γάρ-γκιαούρ δηλαδή εύσωμοι Έλληνες, ο Ιγνάτιος και ο Χρύσων Σαρηγιαννίδης, ο Κοσμάς και ο Αριστείδης Αμανατίδης, ο Ανδρέας Κυριακίδης, ο Θεόδωρος Νοχουτίδης και ο Γιάννης του Τέλογλαν. Από δε τους τούρκους ήταν ο Οσμάν αγάς και ο Μεβλήτ αγας. Ο τελευταίος μάλιστα ήταν τοκογλύφος, δάνειζε χρήματα στους χωρικούς με υψηλό τόκο και όταν δεν μπορούσαν να του τα επιστρέψουν, τους ανάγκαζε να δουλέψουν στα χωράφια του μεροκάματα ώσπου να ξοφλήσουν το χρέος. Οι νέοι της Τσ̌ολόσ̌αινας είχαν ιδιαίτερη ροπή στη μετανάστευση «την μία επαντρεύκουνταν και τ’ άλλο εξενιτεύκουσαν» . Μετανάστευαν αποκλειστικά δε σχεδόν στη Ρωσία όπου διέπρεπαν στον τομέα τους και σπανιότερα στην Τραπεζούντα ή στα ενδότερα της τουρκίας. Το περίεργο ήταν ότι ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς επιδίδονταν στο επάγγελμα του εργολάβου. Έτσι βλέπουμε από την οικογένεια των Παναγιωτίδηδων να διαπρέπουν 5 εργολάβοι, τα 2 αδέλφια Νικόλας και Γιώργος Παναγιωτίδης, ο γιος του πρώτου ο Δημήτρης και οι γιοι του δεύτερου, Γιάννης και Κωνσταντίνος ο οποίος ήταν και μηχανικός. Εργολάβος ήταν και ο Χρήστος ο Γαζελερίδης, όπως επίσης και ο γιος του Ιγνάτιου Σαρηγιαννίδη, ο Χαράλαμπος. Άλλος τομέας στον οποίο διακρίνονταν ήταν το σιτεμπόριο και οι φούρνοι. Στους τελευταίους τα πρωτεία τα είχαν τα 2 αδέλφια του Χρύσωνα Σαρηγιαννίδη, Ιγνάτιος και Κυριάκος και τα ανίψια του Γιώργος και Κυριάκος, οι οποίοι είχαν στην Γρόσνα και στην Ευπατορία της Ρωσίας 12 φούρνους. Φούρνους είχαν και οι Κυζιρίδιδες στη Ρωσία, καθώς και αρκετοί άλλοι Τσ̌ολοσ̌αινίτες. Ωστόσο, τα πλέον επιχειρηματικά μυαλά της Τσ̌ολόσ̌αινας που διακρίθηκαν στη Ρωσία ήταν η οικογένεια Δεληγιασάνωφ ή Ντελησάνωφ δηλαδή οι Δεληγιαννίδηδες από τους οποίους ο Κωνσταντίνος υπήρξε ευεργέτης του χωριού, καθώς επίσης και οι Γαζελερίδηδες για τους οποίους γίνεται λόγος σε άλλο μέρος του τεύχους, οι οποίοι απόκτησαν τεράστιες περιουσίες, ενώ στον τομέα των γραμμάτων διαπρεπέστερος ήταν ο Παύλος Τοπάλωφ, ο οποίος ήταν όταν επικράτησε στη Ρωσία το σοβιετικό καθεστώς συνελήφθη, εξορίστηκε στη Σιβηρία και πέθανε εκεί από τις κακουχίες. Από τους άλλους μετανάστες που ζούσαν στη Ρωσία ο μεν Σπυρίδων Δεληγιαννίδης πέθανε το 1918 στη Σότσα, ο δε Γεώργιος Χοϊδης ή Χωματάς στο Λαύριο το 1922 ερχόμενος στην Ελλάδα και ο Δημήτριος Παναγιωτίδης στο Λιποχώρι της Εδέσσης ένα περίπου χρόνο μετά την εγκατάστασή του εκεί ως πρόσφυγας. Η Τσ̌ολόσ̌αινα ήταν από εκείνα τα γραφικά ορεινά χωριά της Χαλδίας τα οποία προίκισε η φύση με ξέχωρη ομορφιά και πολλά αγαθά. Είχε άφθονα νερά, χάρη στα οποία οι κάτοικοί της επιδίδονταν σε πολλά είδη καλλιεργειών και κυρίως στην δεντροκαλλιέργεια. Ήταν πασίγνωστα σε όλους τους Αργυρουπολίτες τα φημισμένα μήλα της Τσ̌ολόσ̌αινας, τα περίφημα απίδια, τα εύγευστα δαμάσκηνα, τα καρύδια, τα αγριοστάφυλλα τα οποία πουλιόντουσαν στην αγορά της Αργυρούπολης. Παρά το γεγονός ότι το χωριό ήταν ορεινό, οι κάτοικοί του επιδίδονταν και στην σιτοκαλλιέργεια γιατί το χωριό είχε 10.000 καλλιεργήσιμα στρέμματα περίπου τα οποία βρίσκονταν στις θέσεις: «Πολατάν», «Τη Μαρνάκ», «Ασερωνίτσα» «Ακατσία» «Τη Σαχταρά» και «Το Μοράσ΄». Οι θέσεις εκείνες βρίσκονταν σε διαφορετικές αποστάσεις από το χωριό, ωστόσο οι ιδιοκτησίες των χωρικών κυμαίνονταν από 20 έως 40 στρέμματα με εξαίρεση λίγες οικογένειες που είχαν μεγαλύτερες εκτάσεις. Αρμένικη λαϊκή ορχήστρα πρίν το 1920Ο λόγος της μικρής τους ιδιοκτησίας οφειλόταν στον κατατεμαχισμό και στη διανομή της στα μέλη της οικογένειας που παντρεύονταν. Το όργωμα των χωραφιών γινόταν με ξύλινα αλέτρια το δε αλώνισμα με τα καλούμενα Τουκάνια, τα οποία ήταν κατασκευασμένα από χοντρό ξύλο, συνήθως οξιάς ή δρυός, και είχαν στο κάτω μέρος τους κοφτερές σιδερένιες ή από τσακμακόπετρες σκληρές λευκές πέτρες που ήταν μπηγμένες στο τουκάνι. Τόσο τα αλέτρια όσο και τα τουκάνια σύρονταν συνήθως από ένα ζευγάρι βόδια ή σπανιότερα από άλογα. Το μάζεμα των αχυροποιηθέντων σταχυών που περιείχε τον καρπό το καλούμενο «τοπλάεμαν» γινόταν με τα Ταπάνι͜α, που ήταν ξύλινα φτυάρια και ο διαχωρισμός του καρπού από το άχυρο, δηλαδή το «εβόρισμαν» με τα λεγόμενα λεγμετέρι͜α. Τα άλογα, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια τα χρησιμοποιούσαν κυρίως σαν μέσα μεταφορικά για τη μεταφορά λόγου χάρη της κοπριάς, την οποία έβαζαν μέσα σε καλάθια και τα φορτώνανε στα ζώα δένοντας το ένα στη μία μεριά του σαμαριού και το άλλο στην άλλη. Καθώς επίσης και για τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων τους ή άλλων αντικειμένων. Αλλά και η κτηνοτροφία ήταν αρκετά ανεπτυγμένη στην Τσ̌ολόσ̌αινα γιατί εκτός από τα βόδια και τα υποζύγια κάθε οικογένεια είχε και από 1-2 αγελάδες και από 5 έως 20 πρόβατα, εξασφαλίζοντας έτσι το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, τη μυζήθρα, τη γιαούρτη, το κρέας και το μαλλί για το πλέξιμο των μάλλινων εσωρούχων, των καλτσών κτλ. Αμάξια δεν είχε το χωριό λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους του και της στενότητας των δρόμων του, παρόλο που μέσα στο χωριό υπήρχαν και μερικοί φαρδύτεροι δρόμοι. Η Τσ̌ολόσ̌αινα για την κτηνοτροφία της κατείχε βοσκοτόπια που στο σύνολό τους έφταναν τα 5.000 περίπου στρέμματα και βρίσκονταν 3 ώρες μακριά από το χωριό. Τα κυριότερα από αυτά ήταν: «Τη Κορκοτά τα τσαγίρα̤», «Τη Τσ̌αρτάχ τα τσαγίρα̤», και «Τη Τσ̌ουχούρ τα τσαγίρα̤» αλλά εκτός από αυτά και όλα τα γύρω βουνά τα χρησιμοποιούσαν σαν βοσκοτόπια και σαν παρχάρι͜α στα οποία ανέβαιναν με τα κοπάδια τους το μήνα Μάιο και γύριζαν το φθινόπωρο, συνήθως το Σεπτέμβρη. Κατείχε ακόμα και 2 κοινοτικά δάση, το ένα βρισκόταν πλησιέστερα στο χωριό, ήταν μικρό 250 στρέμματα περίπου και απαγορευόταν η ξύλευση σε αυτό και το άλλο το μεγάλο «ση Ξυλοτά» γύρω στα 1.500 στρέμματα κυρίως από πεύκα από το οποίο προμηθεύονταν οι κάτοικοι την ξυλεία τους. Είχε ακόμα και μια έκταση γύρω στα 1.000 στρέμματα κατάφυτη με φουντουκιές. Πέρα από όλα αυτά κάθε σπίτι είχε και τον ιδιόκτητο κήπο του στον οποίο καλλιεργούσε τα λαχανικά που χρειαζόταν σε κάθε εποχή. Πολλά από αυτά, όπως τα φρέσκα φασολάκια και τις μπάμιες, τα περνούσαν στην κλωστή και τα κρεμούσαν για να ξεραθούν προκειμένου να τα μαγειρέψουν το χειμώνα. Αρκετοί από τους κατοίκους επιδίδονταν και στην μελισσοκομία εξασφαλίζοντας το μέλι του σπιτιού. Γενικά τα κελάρια των Τσ̌ολοσ̌αινιτών είχανε πάντα όλα τα εφόδια της χρονιάς τους όπως μπουλγούρι͜α, καβουρμάδες, τραχανάδες, μακαρίναν, ευριστόν, κολογκύθι͜α, ξερά μπάμιας και φασουλόπα και ήταν με λίγα λόγια αυτάρκεις από την άποψη των τροφίμων. Τη γραφικότητα της Τσ̌ολόσ̌αινας την τόνιζε ένας καταρράκτης που σχηματιζόταν από τα ορμητικά νερά που κατέβαιναν από το βουνό Μπόζγαγια και έπεφταν από ύψος 100 μέτρων περίπου στην τοποθεσία «Τσούρτζουλα» πάνω σε ένα πλατό που η επιφάνεια του είχε μια έκταση 10 στρεμμάτων περίπου και πάχος 1,5 με 2 μέτρα και αποτελείτο από κουφόπετρα (πορόλιθο). Τα νερά του σχημάτιζαν ένα ποταμάκι που περνούσε μέσα από το χωριό και πότιζε τους κήπους. Το χειμώνα όμως κατέβασε πολλά νερά, μεγάλες πέτρες και κορμούς δέντρων από το βουνό δίνοντας την εντύπωση μεγάλου ποταμού. Τέτοια δε ρέματα (ορμία) με πολλά νερά υπήρχαν αρκετά στο χωριό, μεγάλα όμως ποτάμια δεν υπήρχαν. Υπήρχε ακόμη και ένα έλος μέσα στο χωριό που το λέγανε «κιόλ» το μήκος του οποίου ήταν γύρω στα 2 χιλιόμετρα περίπου και το βάθος του σε ορισμένα σημεία αρκετά μεγάλο. Το έλος εκείνο το είχαν περιφράξει οι Τσ̌ολοσ̌αινίτες γιατί πολλές φορές στο παρελθόν είχαν γλιστρήσει και έπεσαν μέσα πολλά μεγάλα ζώα τα οποία πνίγηκαν. Στο χωριό υπήρχαν 8 βρύσες και δύο πηγάδια, τη Καρά το πεγάδ’ & τη Λεφτέρ το πεγάδ’. Υπήρχαν όμως εκτός αυτών και πολλές φυσικές πηγές «νερομάνες» στα ρέματα «κιοζάδες» από τις οποίες υδρεύονταν πολλές οικογένειες. Τέλος, δυτικά από το χωριό υπήρχε και μια μεγάλη θειούχα έκταση, το θειάφι της οποίας ήταν επιφανειακό. Τα εμπορικά καταστήματα που εξυπηρετούσαν το χωριό με είδη ψιλικών, μπακαλικής κ.τ.λ. ήταν 3 του Σπυρίδωνα Δεληγιαννίδη του εξαδέλφου του Ιωακείμ Ξανθόπουλου και του Σπυρίδωνα του κοντού (παρατσούκλι), το οποίο ήταν συγχρόνως και καφενείο. Οι λυράρηδες που ψυχαγωγούσαν τους Τσ̌ολοσ̌αινίτες στους γάμους, στις γιορτές, στα πανηγύρια και στα γλέντια ήταν ο Κυριάκος Αμανατίδης πατέρας της Τριανταφύλλας Αμανατίδου που παίρνει μέρος στην παρούσα αφήγηση, ο Παναγιώτης Μαυρίδης, ο Λευτέρης τη Γιάγκε και ο τούρκος Μουσάς. Ο πιο μερακλής από όλους ήταν ο Λευτέρης τη Γιάγκε ο οποίος ανέβαινε στη στέγη του σπιτιού του, έπαιζε τη λύρα κράζοντας δυνατά: «Αα Αα Αα σο γόνατον!» και συγκέντρωνε τους χωρικούς για χαρά. Τουλουμτζήδες όμως ή άλλοι οργανοπαίκτες δεν υπήρχαν στο χωριό. Οι ντόπιοι τούρκοι της Τσ̌ολόσ̌αινας ήταν άνθρωποι καλοί, διασκέδαζαν μαζί με τους ρωμιούς, πήγαιναν στην ελληνική εκκλησία ή έδιναν χρήματα σε άλλους, όταν οι ίδιοι δεν μπορούσαν να πάνε να ανάψουν κεριά στα εικονίσματα για αυτούς. Για αυτό και ο παπάς του χωριού τούς ονόμαζε μισοχριστιανούς αλλά και με τους άλλους τούρκους περνούσαμε καλά, (αφηγείται ο Θεόδωρος Τοπαλίδης) ως την ημέρα που κηρύχθηκε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος το 1914, ως την εποχή δηλαδή που ήμουνα 15 χρονών από κει και ύστερα όμως τα πράγματα αλλάξανε, δυσκόλεψε πολύ η ζωή για μας τους Ρωμιούς, γιατί οι τούρκοι μας αγγάρευαν κάθε 10 ημέρες, μας φόρτωναν 20-25 οκάδες (από 25 ως 35 κιλά) τρόφιμα στην πλάτη και μας υποχρέωναν να τα κουβαλάμε 5 ώρες δρόμο με τα πόδια δηλαδή από την Αργυρούπολη μέχρι την Άρδασσα. Οικογένεια Ελλήνων αστών της Αργυρούπολης του Πόντου 1875«Την εποχή εκείνη θαρρώ στα 1915», συνεχίζει η Όλγα Ακριτίδου – Σαρηγιαννίδου από το Γερακαριό Κιλκίς «γίνηκε και το μεγάλο κακό με τους Αρμεναίους. Στο χωριό μας βέβαια δεν είχαμε τέτοιους, υπήρχαν όμως σε πολλά άλλα γύρω χωριά. Τους είχαν πιάσει λοιπόν όλους οι τούρκοι, τους βάλανε σε φάλαγγα πορείας και τους πήγανε κοντά στο χωριό Χάσκιοϊ κοντά σε ένα γκρεμό, στην άκρη του οποίου έστεκε όρθιος ένας τούρκος με το μαχαίρι του. Σ’ αυτόν παρέδιναν έναν-έναν τους Αρμεναίους κι εκείνος τους έκοβε το κεφάλι και το πετούσε θαρρείς και έκοβε κεφάλια από κότες. Έτυχε μάλιστα μια μέρα να βρεθεί κοντά στο μέρος εκείνο ο πατέρας μου ο οποίος κινδύνευσε να πάθει το ίδιο κακό από έναν τούρκο τσανταρμά που τον πλησίασε με άγριες διαθέσεις. Για καλή του τύχη όμως έτυχε να βρεθεί εκεί και ένας άλλος τσανταρμάς που τον γνώριζε και τον παρακίνησε να φύγει φωνάζοντας τον από μακριά: Γιωρίκα σούκ’ και φύγον! σούκ’ και φύγον!. Μετά από εκείνη την τρομερή σφαγή των Αρμεναίων πλάκωσαν σα λεφούσι στο σημείο εκείνο οι τούρκοι χωρικοί από τα γύρω γειτονικά χωριά και μερικοί από το δικό μας, γιατί το μέρος ήταν πολύ κοντά μας και άρχισαν να ξεγυμνώνουν τα πτώματά τους, τους πήραν ό,τι βρήκαν πάνω τους όπως επίσης και τα ρούχα τους, τα οποία αφού τα έπλυναν για να φύγουν από πάνω τους τα αίματα, τα φόρεσαν οι ίδιοι». «Την ίδια χρονιά το 1915» λέει ο Γιάννης Νοχουτίδης «είχε περάσει από το χωριό μας τουρκικός στρατός, αλλά χάρη στην επέμβαση των δυο μπέηδων του χωριού μας του Οσμάν και του Μεβλήτ αποφύγαμε τις άσχημες περιπέτειες». «Η κατάσταση των Τσ̌ολοσ̌αινιτών καλυτέρευσε», συνεχίζει ο Θεόδωρος Τοπαλίδης, «όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν το Ερζερούμ 16 Φεβρουαρίου του 1916, το Μούς, το Βιτλής και μπήκαν στην Τραπεζούντα στις 5 Απριλίου του 1916 και κατάργησαν την τουρκική εξουσία». «Τότε λέει η Όλγα Ακριτίδου, εμείς βοηθήσαμε και προστατεύσαμε τις οικογένειες των τούρκων του χωριού μας για να μην πάθουν κανένα κακό γιατί οι περισσότεροι από τους άντρες τους είχαν καταταχθεί στον τουρκικό στρατό. Πηγαινοερχόμαστε δηλαδή στα σπίτια τους, τους κουβαλούσαμε κονσέρβες και άλλα τρόφιμα και με πολλούς κάναμε και κουμπαριά. Τους φροντίζαμε με πολύ στοργή ώστε να μας αποκαλούν αδέρφια τους, τη δε πεθερά μου τη Φανή τη φωνάζανε μάνα γιατί πάντα τους πήγαινε φαγητά από εκείνα που μαγείρευε για εμάς». «Ωστόσο», συνεχίζει ο Θόδωρος Τοπαλίδης, «η χαρά μας δεν κράτησε πολύ, γιατί μετά από 2 χρόνια περίπου, λόγω των γεγονότων που προκάλεσε η κομμουνιστική επανάσταση στη Ρωσία, τα ρωσικά στρατεύματα κατοχής άρχισαν να αποχωρούν από τα μέρη μας και οι τούρκοι άρχισαν να ξαναγυρίζουν στα χωριά τους». «Από τους τούρκους του χωριού μας, συνεχίζει η Όλγα Ακριτίδου δεν είχαμε παράπονο γιατί όταν ξαναγύρισαν πίσω μετά την αποχώρηση των Ρώσων, μας φέρθηκαν πολύ καλά. Όταν μάλιστα πληροφορήθηκαν ότι έρχονταν οι τσετέδες του Τοπάλ Οσμάν οι άγριοι Οφλήδες για να πατήσουν το χωριό μας, εκείνοι αφού μας έκρυψαν, οπλίστηκαν και έπιασαν τα περάσματα του χωριού για να μας προστατέψουν από τη σφαγή». «Γεγονός είναι λέει ο Θεόδωρος Τοπαλίδης ότι εκτός από λίγους συγχωριανούς μας, όλοι οι άλλοι φοβούμενοι την εκδίκηση των τούρκων, εγκαταλείψαμε τα πάντα στο έλεος του Θεού και ακολουθήσαμε τους Ρώσους στην αποχώρησή τους. Οι μόνοι που δεν ήρθαν μαζί μας και απέμειναν στο χωριό ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και αδερφός του Κυριάκος, ο Θόδωρος Γαζελερίδης, ο Σπυρίδων Αυγητόπουλος, η Ευγενία Γεωργιάδου, ο Αγαθάγγελος Παπαδόπουλος, ο Ανέστης Σαρηγιαννίδης, ο Αντρέας Κυριακίδης και ο Κυριάκος Αναστασιάδης. Και στη Ρωσία όμως αντιμετωπίσαμε σοβαρά προβλήματα γιατί όταν επιβλήθηκε το σοβιετικό καθεστώς σταμάτησε κάθε εμπορική δραστηριότητα, κρατικοποιήθηκαν τα μαγαζιά και οι φούρνοι που είχαν ανοίξει πολλοί συγχωριανοί μας από παλιά και έτσι αναγκαστήκαμε να ξαναγίνουμε πρόσφυγες προτού καλά καλά προλάβουμε να ανασυγκροτηθούμε. Στην Ελλάδα ήρθαμε με την ανταλλαγή άλλοι από το Βατούμ, άλλοι από τη Σταυρούπολη, άλλοι από την Γρόζνα, τη Σότσια, το Νοβοροσίσκι κλπ. Όμως και εδώ μας περίμεναν νέα βάσανα και νέες περιπέτειες, ώσπου να ξαναβρούμε τη σειρά μας. Στην αρχή μας ξεμπάρκαραν στη Μακρόνησο για καραντίνα όπου μας κράτησαν 30 ημέρες. Υποφέραμε από την έλλειψη νερού και τροφίμων και ήμασταν υποχρεωμένοι να αγοράζουμε το σαπούνι και ό,τι άλλο φέρνανε και πουλούσανε οι διάφοροι πλανόδιοι από το Λαύριο, πληρώνοντας τους με χρυσά ρούβλια. Μετά από τη Μακρόνησο μας αποβίβασαν στο Λαύριο και αφού μείναμε εκεί 20 ημέρες, μας μετέφεραν στην Αθήνα και μας εγκατέστησαν στα Παλιά Σφαγεία μέσα σε παράγκες. Και εκεί όμως δεν μείναμε περισσότερο από ένα μήνα αντί γιατί στο αναμεταξύ είχαν επιστρέψει ο Νικόλας Νικολαϊδης και ο Αριστείδης Αμανατίδης που είχαν πάει στη Μακεδονία για να δουν από κοντά τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί και έπεισαν τους πιο πολλούς από εμάς να μεταφερθούμε και να εγκατασταθούμε μόνιμα εκεί. Έτσι, το 1923 εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Λιποχώρι Εδέσσης, όπου ζούμε ως σήμερα. Ωστόσο όμως πολλοί από τους συγχωριανούς μας εγκαταστάθηκαν σε άλλα μέρη, όπως στην Αθήνα, Αργυρούπολη, Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Ευγένεια Πειραιά, στον Ωρωπό (οι Τοπαλίδηδες), στο Γερακαριό (Τογάντσα) και στην Αργυρούπολη Κιλκίς, στο Φίλυρο Θεσσαλονίκης, στη Νάουσα, στην Κατερίνη, στους Γεωργιανούς Βέροιας και λοιπά». «Όσοι ξεκινήσαμε από το Νοβοροσίσκι, αφηγείται η Τριανταφύλλα Αμανατίδου μας κατέβασαν στη Μακρόνησο για καραντίνα, επειδή λόγω του μεγάλου συνωστισμού μέσα στο πλοίο πολλοί είχαν αρρωστήσει στη διάρκεια μάλιστα του ταξιδιού μας, αρκετοί από εκείνους που είχαν πεθάνει τους πέταξαν στη θάλασσα. Η ιερά λειψανοθήκη του Αγίου Κανιδίου απο την Τσολόσενα της Χαλδίας στο  Λιποχώρι ΕδέσσηςΜετά από την καραντίνα εμάς μας εγκατέστησαν στα Λιπάσματα του Πειραιά μέσα σε αποθήκες όπου πολλοί από τους αρρώστους μας πέθαναν. Ο μόνος υγιής ανάμεσά μας ήταν ο Θόδωρος Κυζιρίδης, ο οποίος έβγαινε στην αγορά, αγόρασε και μας έφερνε κόκαλα, τα οποία βράζαμε και τρώγαμε το μεδούλι τους για να δυναμώσουμε και να αναρρώσουμε. Το κράτος βέβαια μας έδινε τρόφιμα, αλλά εμείς επειδή είχαμε οικονομική ευχέρεια αγοράζαμε και απόξω. Από τον Πειραιά μας πήγαν με πλοίο στη Θεσσαλονίκη, εκεί μείναμε για λίγο καιρό στην Καλαμαριά και από εκεί μας μεταφέρουνε άλλους με το τρένο και άλλους με τα κάρα στο Κιλκίς και τελικά στην Τογάντζα (παλιό όνομα του Γερακαριού). Εδώ βέβαια αντικρίσαμε ανάμεσα στις τοπικές οικογένειες διαφορετικά ήθη και έθιμα, λέει η Όλγα Ακριτίδου, που για εμάς ήταν άγνωστα στην πατρίδα μας. Εμείς σαν νύφες που ζούσαμε στο ίδιο σπίτι ποτέ δεν μιλούσαμε με τον πεθερό και την πεθερά όπως κάνανε εδώ. Όταν δε παντρεύτηκε ο κουνιάδος μου ο Γιάννες την Αντιγόνη από την Παλαγία και πρωτομπήκε το ζευγάρι των νεόνυμφων μετά το γάμο στο σπίτι με κάλεσε ο πεθερός μου, ο Χρήστος Σαρηγιαννίδης και με έβαλε να φιλήσω το χέρι της καινούργιας νύφης, γιατί εγώ ήμουνα μικρότερη στην ηλικία από κείνη. Με τη συννυφάδα μου δε αυτή ζήσαμε στο ίδιο σπίτι εννέα χρόνια, χωρίς ποτέ να ανταλλάξουμε έστω και μια ψυχρή κουβέντα. Αλλά τέτοιες συνήθειες που να τις έβρισκε κανείς εδώ; Τέλος την Αντιγόνη την αφήσαμε το 1922 στη Ρωσία, που έμεινε έκτοτε εκεί. Απόκτησε δυο παιδιά, από τα οποία το ένα πνίγηκε στο ποτάμι της Γρόσνας ενώ ψάρευε και το άλλο, επειδή μάλωσε με κάτι Ρώσους στη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού παιχνιδιού, τον συνέλαβαν οι Ρώσοι τον εξόρισαν στη Σιβηρία όπου χάθηκαν τα ίχνη του. Με την ίδια ξανασυναντηθήκαμε ύστερα από 58 χρόνια. Ήρθε την 1980 με είδε και ξανάφυγε στη Ρωσία. Έτσι ζούσαμε εμείς, και αυτές ήταν με λίγα λόγια οι περιπέτειες που περάσαμε». Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)

Αφήγηση Ιωάννης Νοχουτίδης - Αριδαία Πέλλης, Θεόδωρος Τοπαλίδης – Λιποχώρι Εδέσσης, Όλγα Ακριτίδου – Παναγίτσα Εδέσσης, Ελένη Γαζελερίδου – Λιποχώρι Εδέσσης, Τριανταφύλλα Αμανατίδου (Εφραιμίδου) – Γερακαριό Κιλκίς

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ