Εγια μόλα Τιραμόλα - Εγια μόλα έγια λέσα, Δημοτικό τραγούδι Πόντου
Εγια μόλα Τιραμόλα ήρθαν τα καράβια όλα...
Παπόρ' πάντα πάς κι έρχεσαι, καμίαν 'κ̌ι' κοιμάσαι,
αν 'κ̌ι' θα φέρτ΄ς τ' αρνόπο μου, ΄ς σον κρεμόν να πάς χάσαι.
Εγια μόλα Τιραμόλα ήρθαν τα καράβια όλα...
Παπόρ' πάντα πάς κι έρχεσαι, καμίαν 'κ̌ι' κοιμάσαι,
αν 'κ̌ι' θα φέρτ΄ς τ' αρνόπο μου, ΄ς σον κρεμόν να πάς χάσαι.
Η λαϊκή δοξασία δεν απομακρύνει το νού απ' την ιδέα ότι η ανθρώπινη ύπαρξη, μετά το θάνατο δεν σβήνει για πάντα. Οι ψυχές των νεκρών φτερουγίζουν κάπου – κάπου στον επάνω κόσμο, συμπαραστέκουν στα συγγενικά τους πρόσωπα. Δύο, τρείς ημέρες καλοστολίζουν τη νύφη και η ώρα της στέψης έχει πλησιάσει.
Ίσως είναι κοινοτυπία να πει κανείς ότι η ιστορία ενός λαού είναι η ιστορία της γλώσσας του ή, αντίστροφα, ότι η ιστορία της γλώσσας ενός λαού είναι η ιστορία του λαού αυτού. Διαπίστωση που επιβεβαιώνεται στην περίπτωση της Ποντιακής διαλέκτου.
Το 1922 και μετά το τέλος των πολεμικών γεγονότων που απασχόλησαν την Βαλκανική και ιδιαιτέρως την Ελλάδα και την Τουρκία κατα την δεκαετία 1912-1922 οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Θράκης υποχρεώθηκαν συνεπεία των διεθνών συμφωνιών να απομακρυνθούν απο τις προγονικές τους εστίες. Ήδη απο το 1829 και εξής πολλοί Έλληνες εκ Πόντου διέφυγαν στη νότιο Ρωσία, και υπολογίζεται ο αριθμός τους το 1953 σε 515.000 χιλιάδες.
Η διάλεκτος η λαλούμενη απο τους Έλληνες που είχαν απο αρχαιοτάτων χρόνων εγκατασταθεί στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, και μετά τον τελευταίο πόλεμο αναγκαστικώς ανταλλαγέντων ήταν εξ αρχής Ιωνική, και αυτή έλαβε μεγάλη εξέλιξη στην Ελλάδα όπου κατά την επίδραση της κοινής λαλουμένης Ελληνικής, υπέκυψε διασώζοντας λίγα στοιχεία της Ιωνικής.
Εμέν' λέγ'νε Γετίμ – Ογλή, επέθανεν ο κύρ' –ιμ',
με τη κυρού μ' τον θάνατον εχάθεν το χατήρι μ'.