Η Μονή Μπάλτζανας (Νικοπόλεως Πόντου) και το Τετραευάγγελον του Καραχισάρ
Είναι γνωστό από την ιστορία ότι η Νικόπολις ήταν ο προχωρημένος φρουρός του Ελληνικού πολιτισμού στα ανατολικά σύνορα του Ρωμαϊκού και κατόπιν του Βυζαντινού Κράτους.
Τούτο έχων προ των οφθαλμών του ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ανανέωσε τα παλιά φρούρια της περιφερείας ταύτης και ανήγειρε και νέα και όχι μόνον τούτο, αλλά και ναούς και μοναστήρια οικοδόμησε (Προκόπιος περί κτισμάτων ΙΙΙ. 4). Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Μπάλτζανας και το Τετραευάγγελον του Καραχισάρ Ένα από τα μοναστήρια αυτά κατά πάσα πιθανότητα είναι η Μονή της Ευαγγελιστρίας της Μπάλτζανας καθόσον στην περιοχή της βρέθηκε λίθινη πλάκα επί της οποίας ήταν γραμμένο το όνομα της Σεβαστής Αυγούστας Θεοδώρας, πράγμα το οποίο ευλόγως μας δίνει το δικαίωμα να συμπεράνουμε ότι η Μονή αυτή ή ιδρύθηκε ή ανακαινίστηκε από τον Ιουστινιανό. Δεν αποκλείεται δε να ανηγέρθηκε επί της άλλης Θεοδώρας του Θεόφιλου, η οποία διοργάνωσε και το Θέμα της Κολωνίας για να έχει ως φανατική ορθόδοξη τους αιρετικούς Παυλικιανούς υπό την άμεσον πυγμήν της. Εν πάση περιπτώσει, έχουμε ενταύθα Μονή Βυζαντινή σε φυσική θέση οχυρωματική (οχυρά) αλλά και μυστηριώδη και μαγευτική. Βρίσκεται επί της συμβολής δύο ποταμών, του Σεέρ – Σου του και πλημμελώς θεωρούμενου Λύκου, ο οποίος κατέρχεται εξ’ ανατολών του χωρίου Μπάλτζανα και του Μικροποτάμου ο οποίος κατεβαίνει από την περιοχή της Αλούτζαρας εκατέρωθεν των απόκρημνων οχθών των οποίων οι πανύψηλοι βράχοι μαζί με το τείχος το οποίο θα υπήρχε τότε, καθιστούν το μέρος τούτο απρόσβλητον εναντίον πάσης επιδρομής αλλοφύλων και πολεμίων, και επιπλέον εφύλαττον σε απομόνωση τον ένοικον, ο οποίος ευρισκόμενος μακράν της τύρβης του κόσμου συγκέντρωνε όλη τη διάνοια του στα υπερκόσμια και ανεπηρέαστος πάσης άλλης φροντίδας φιλοσοφούσε για τη ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων. Μία και μόνο μία επαφή υπήρχε με τον έξω κόσμο, η οποία γινόταν δια της μοναδικής γέφυρας που βρισκόταν επί του Σεέρ-Σου και ακριβώς επί του πλέον απόκρημνου και απροσπέλαστου σημείου το οποίο δι’ αυτό τον λόγο ελέγετο και «Γισίγιν» δηλαδή έρεβος. Σήμερα το σημείο αυτό χάθηκε λόγω της διευρύνσεως της συγκοινωνίας για τα αυτοκίνητα, διατηρείται όμως το απόκρημνον όπως φαίνεται και στην παρατιθέμενη εικόνα την οποία φωτογράφισε ο εντεύθεν καταγόμενος Ευθύμιος Βότικας κατά το εις την τουρκία ταξίδι μας του μηνός Ιουλίου του 1955. Στη συμβολή λοιπόν των δύο ποταμών υπάρχουν και ερείπια, ένδειξη ότι εκεί ήταν η παλαιά Μπάλτζανα η οποία από εκεί (άγνωστο πότε) μεταφέρθηκε βόρεια του Σεέρ-Σου όπου εξακολουθούσε να υπάρχει μέχρι των ημερών του εκπατρισμού μας το 1922. Εξάλλου στον περίβολο της Μονής βρίσκεται μεγάλο νεκροταφείο και πολλοί τάφοι, σημείο του ότι υπήρχε εποχή και μάλιστα μέγα χρονικό διάστημα κατά το οποίο χρησιμοποιείτο ως ενοριακός ναός. Το χωρίον Μπάλτζανα της Νικοπόλεως του Πόντου.
Από του 18ου αιώνα όμως και εντεύθεν μέχρι του εκπατρισμού μας, έπαυσε να χρησιμοποιεί ως τοιούτος (ενοριακός) λόγω της μετοικεσίας των κατοίκων προς το βόρειο τμήμα. Η Μονή είχε τρείς μεγάλες πανηγύρεις: της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού, του Ευαγγελισμού και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις οποίες συνέρρεαν πολλοί προσκυνητές. Στη Μονή αυτή εφυλάσσετο μέχρι το 1850 μεταξύ άλλων και το «Τετραευάγγελο του Καραχισάρ», το οποίο ανακάλυψε ο Ρώσος διπλωμάτης Τίτωφ και το προσέφερε κατά το 1854 στη βιβλιοθήκη Πετρουπόλεως (Λένιγκραντ). Περί του Τετραευαγγέλου τούτου παραδέχονται ότι, γράφτηκε εις το Αυτοκρατορικό γραφείο των αντιγραφέων της Κωνσταντινουπόλεως ή της Νίκαιας, ότι εστάλη ως δώρο σε Τραπεζούντιο Πρίγκιπα και ότι το πολυτελέστατο αυτό χειρόγραφο μεταφέρθηκε από την Τραπεζούντα στο Καραχισάρ προς ασφάλεια κατά μια περίοδο ταραχών. Ο ανωτέρω αναφερόμενος Πρίγκιπας είναι ο Ιωάννης Κομνηνός, ο οποίος κατά το 1282 ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για να νυμφευθεί την κόρη του Μιχαήλ Ευδοκία και ο οποίος επέστρεψε από εκεί μετά από ένα έτος αφού παραιτήθηκε από τον τίτλο του Αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Αυτός είναι και ο χρόνος καθ’ ον το χειρόγραφον μεταφέρθηκε στην Τραπεζούντα. Και τέλος θεωρώ απαραίτητο να προσθέσω ότι τελευταίος ηγούμενος της Μονής υπήρξε ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Μαυρομμάτης ή Λοστορίδης ο οποίος σε συνεργασία με τους προκρίτους του τόπου Γαλτάδου Κυριακού, Τσεντεμέ Θεόδωρου και Κυνηγόπουλου Κωνσταντίνου ανήγειραν επί των θεμελίων του ετοιμόρροπου ναού, λιθόκτιστο Ναό υπέροχο από πάσης απόψεως σε διάστημα τεσσάτων (4) ετών από το 1900 έως το 1904. Λαογραφικά Μπάλτζανας Νικοπόλεως Πόντου. Δυστυχώς η Μονή κατά τον μετασχηματισμό της σε τουρκικό τέμενος κατέστη αγνώριστη. Άλλη λυπηρά σελίδα της Μονής ταύτης υπήρξε και η απώλειά του αρχαιολογικού υλικού, η οποία επήλθε κατά την κατεδάφιση του παλαιού κτιρίου. Τεχνίτες και κτίστες αμαθείς, δεν σεβάστηκαν τίποτε, ούτε επιγραφές, ούτε αφιερώσεις, ούτε εικόνες, ούτε μητρώα Μονής και όσα συνελέγησαν και όσα εξ’ αυτών εφυλάσσοντο μέχρι του 1915 οπότε έγινε ο εκτοπισμός των κατοίκων (για λόγους δήθεν στρατιωτικούς) εγκαταλείφθηκαν και αυτά και έγιναν ότι συνήθως γίνονται πάντα τα ανθρώπινα έργα. Ιερές Μονές της Υπεραγίας Θεοτόκου στον Πόντο. Γ. Στρουθόπουλος (συνταξιούχος καθηγητής).
Η Μονή Μπάλτζανας (Νικοπόλεως Πόντου) και το Τετραευάγγελον του Καραχισάρ του Γ. Στρουθόπουλου Συνταξιούχου καθηγητού. Πηγή: ΠΕ 1957 Νικόπολη - Γαράσαρη Πόντου: Χωριά, Τοπωνύμια, Χοροί, ήθη, έθιμα, παραδόσεις
Ποντιακή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
