Ιστορική μελέτη – Η Μονή και το Λύκειον της Γουμεράς,του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη

Ιερά Μονή Παναγίας Γουμερά στο χωρίον Τσίτε της Άρδασας του ΠόντουΙστορία της Μονής Γουμεράς. Σε μια πετρώδη και κατηφορική πλαγιά του όρους Τσίτ, σχεδόν απέναντι από τη Τσίτη, βρίσκεται η Μονή Γουμερά.

Η παράδοση αναφέρει ότι πριν από την ίδρυσή της, υπήρχε μοναστήρι σε μια απόμερη τοποθεσία της Αδύσσης, μέσα σε ένα βαθύ φαράγγι, στη θέση «τ’ οπίσ’ η Παναγία». Εκεί σώζεται ακόμη ερειπωμένος ένας ευρύχωρος βυζαντινός ναός, από τον οποίο διατηρείται ένας τοίχος (ο δυτικός) και ένα τόξο του Αγίου Βήματος με αγιογραφίες. Το πότε ιδρύθηκε εκείνο το μοναστήρι είναι άγνωστο. Πάντως τοποθετείται στους πρώτους χρόνους της εξάπλωσης του Χριστιανισμού στη Χαλδία, όμως παρέμεινε στην αφάνεια και ούτε το όνομά του διασώθηκε, όπως συνέβη και με πολλά άλλα παρόμοια μοναστήρια των οποίων η δράση φαίνεται πως ήταν περιορισμένη (όπως στην Αυλίανη, στην τοποθεσία Τερζιάντων, στο Αρταπίρ κ.ά.). Δεν γνωρίζουμε ποιες αιτίες ανάγκασαν τους μοναχούς να εγκαταλείψουν τη Μονή και να ζητήσουν καταφύγιο στη Γουμερά. Υποθέτω όμως ότι κύρια αιτία ήταν το ολισθηρό έδαφος, το οποίο υπέστη καθίζηση και παρέσυρε μέρος του ναού και τα κελιά των μοναχών. Το υποχωρημένο έδαφος φαίνεται ακόμη και η τοποθεσία ονομαζόταν «Όλισμαν». Ιερά Μονή Παναγίας Γουμερά Τσίτη Άρδασας Πόντου (Επαρχία Χαλδίας) Α΄ Μέρος
Ο Νικ. Λουκάς στο Ημερολόγιό του «Αστήρ του Πόντου» (1902 ή 1903) αναφέρει ότι στην εξώπορτα του σωζόμενου αρχαίου ναΐσκου της Γουμεράς είδε επιγραφή που τοποθετούσε την κτίση της στον 8ο ή 9ο αιώνα. Δυστυχώς, σε μια επισκευή του Ναού, η επιγραφή σοβαντίστηκε με ασβέστη από τους μοναχούς και δεν διασώθηκε. Επιπλέον, ούτε ο κώδικας της Μονής διασώθηκε ούτε άλλη ιστορική μαρτυρία (από όσο γνωρίζω). Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι από τη Μονή αυτή ο Μηνάς Χαμουδόπουλος αφαίρεσε ένα χειρόγραφο του Αριστοτέλη σε περγαμηνή, ενώ στη βιβλιοθήκη της σωζόταν σε καλή κατάσταση ένα Ευαγγέλιο γραμμένο σε περγαμηνή (του 11ου ή 12ου αιώνα, όπως μου έλεγε ο μακαριστός πρώην Χαλδίας Λαυρέντιος). Η Μονή Γουμεράς, αφού επεκτάθηκε σταδιακά και πλούτισε, έφτασε στην ακμή της την εποχή των Στάπασηδων (Αρχιμεταλλουργών) της Τσίτης, του Τζιοπή και του Σίρπιλα. Μεγάλωσε με νέες οικοδομές και με την ανέγερση νεότερου, μεγάλου κεντρικού ναού με ωραιότατο σχέδιο και πέντε τρούλους. Χάρη στις δωρεές των ευσεβών χριστιανών απέκτησε σημαντική κτηματική περιουσία στην Τσίτη, τη Τζιμπρικά, τη Τσολόχαινα και τα Χαιρίανα. Οι μοναχοί που ζούσαν εκεί έφτασαν τους 15, η Μονή περιτειχίστηκε με διπλό τείχος, χτίστηκαν νεότερα κτίρια (το Ηγουμενείο, που χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως σχολείο) και πλουτίστηκε με κάθε τρόπο.
Σημαντική ενίσχυση προσέφερε στη Μονή ο Αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Βλάσταρης από την Άδυσσα, ο οποίος τη προίκισε με έναν προσοδοφόρο νερόμυλο και χωράφια στην Ταρσό των Χαιριάνων. Η κεντρική εκκλησία της Μονής, τιμώμενη στο όνομα της Γέννησης της Θεοτόκου (που γιόρταζε όμως στις 15 Αυγούστου), ήταν στολισμένη με ένα ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Οι έξι δεσποτικές εικόνες του, έργα εξαιρετικής τέχνης και μοναδικά στον Πόντο, ήταν δωρεά του Ανανία Κουζάνου από την Τσίτη, που ζούσε στη Βλαχία. Η βιβλιοθήκη της Μονής, που βρισκόταν μέσα στον ναό, περιείχε διάφορα εκκλησιαστικά βιβλία, πολλά μουσικά χειρόγραφα του 18ου και 19ου αιώνα, το Ευαγγέλιο που αναφέρθηκε παραπάνω και τη σειρά των έργων του Ιωάννη του Χρυσοστόμου (έκδοση Migne). Στη βιβλιοθήκη υπήρχαν επίσης αρκετά βιβλία που ανήκαν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα. Η παρουσία αυτών των βιβλίων, όπως μου εξήγησε ο μακαριστός Ηγούμενος Γερβάσιος, οφειλόταν στο ότι σε δύσκολες στιγμές τρομοκρατίας από τους ντερεμπέηδες (φεουδάρχες), οι μοναχοί, για να γλιτώσουν από τη λεηλασία, πήραν τα κειμήλια και τα βιβλία της Μονής και κατέφυγαν στη Μονή Περιστερά, όπου φιλοξενήθηκαν για κάποιο διάστημα. Κατά την επιστροφή τους, ορισμένα βιβλία μεταφέρθηκαν στη Γουμερά. Η Μονή γνώρισε μεγάλη ακμή και επιβλήθηκε στο σεβασμό και την εκτίμηση του κόσμου χάρη στην αυστηρή μοναστηριακή τάξη, τον ασκητικό βίο, την πειθαρχία και την ευκοσμία των μοναχών. Αυτό οφειλόταν στον Ηγούμενο Ιάκωβο από την Τσίτη, έναν άνθρωπο αυστηρών ηθών, δραστήριο και πιστό τηρητή των παραδόσεων, που απεβίωσε γύρω στο 1895.
Οι μοναχοί είχαν το προνόμιο να περιοδεύουν δύο φορές το χρόνο —κατά τις νηστείες των Χριστουγέννων και της Σαρακοστής— στα χωριά των ποταμών της Τσίτης, της Τζίζερας, της Νίβαινας και του Τζιράχ, για να εξομολογούν τους Χριστιανούς, λαμβάνοντας μια μικρή αμοιβή για την κοπιώδη περιοδεία τους μες στο χειμώνα. Το δε φθινόπωρο γύριζαν στα ίδια μέρη για να μαζέψουν εράνους σε είδος (δημητριακά), συγκεντρώνοντας περίπου 1.500 με 2.000 οκάδες σιτηρά. Αυτή η ποσότητα χρησιμοποιούνταν όχι μόνο για τη διατροφή των μοναχών και του προσωπικού της Μονής, αλλά κυρίως για τη φιλοξενία όλων των περαστικών, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Για όλους οι πόρτες του Μοναστηριού ήταν ανοιχτές, οι ξενώνες έτοιμοι και καθημερινά υπήρχε μαγειρεμένο φαγητό για κάθε επισκέπτη. Όσοι διανυκτέρευαν εκεί, προμηθεύονταν το πρωί ψωμί για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Τόσος ήταν ο σεβασμός όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και των τούρκων προς τη Μονή για την απέραντη φιλοξενία της, ώστε όταν ένας από τους Πατέρες, ο Ιερεμίας, ταξιδεύοντας στα άγρια βουνά του Τζαράχ έπεσε στα χέρια ενός περιβόητου αιμοσταγούς ληστή που ήταν έτοιμος να τον ληστέψει, μόλις εκείνος είπε ότι ερχόταν από τη Γουμερά, αφέθηκε ελεύθερος. Ο ληστής εξέφρασε το σεβασμό του για το Μοναστήρι, όπου είχε φιλοξενηθεί κάποτε, και μάλιστα εφοδίασε τον μοναχό με τρόφιμα. Στο κειμηλιοφυλάκιο της Μονής φυλάσσονταν πολλά κειμήλια μεγάλης αξίας, από τα οποία θυμόμαστε τα εξής: ξυλόγλυπτοι σταυροί λεπτής τέχνης με ασημένια επένδυση, στολισμένοι με πολυτίμους λίθους (κοράλλια), ένα ασημένιο δοχείο αγιασμού, δισκοπότηρα από σκαλιστό ασήμι, αρχιερατικά βαρύτιμα χρυσοποίκιλτα και μεταξωτά άμφια, μίτρες αποθανόντων Αρχιερέων Χαλδίας και Αμίδης κ.ά. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Μονή ερημώθηκε εντελώς, οι λίγοι μοναχοί που είχαν απομείνει έφυγαν, τα κειμήλια λεηλατήθηκαν, η περιουσία της Μονής (αξίας χιλιάδων λιρών) καταστράφηκε, οι εικόνες χρησιμοποιήθηκαν ως ξυλεία και η Γουμερά έμεινε απλώς μια ανάμνηση.
Η Ιερά και θαυματουργός εικόν της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζομένης του Γουμερά Το Λύκειο της Γουμεράς. Όταν ο φιλόμουσος και ακάματος Μητροπολίτης Κολωνίας Ιερεμίας (γύρω στο 1870), αφού εγκατέλειψε με βαθύ πόνο τη Χαλδία, ανέλαβε τη ποιμαντορία της Γαράσαρης —όπου έδρασε εθνικά και η μνήμη του παραμένει ζωντανή στους κατοίκους— επισκέφθηκε κάποτε τη Μονή Γουμεράς. Σκέφτηκε πόσο μεγάλο καλό θα μπορούσε να προσφέρει στους κατοίκους της περιοχής η Μονή, αν η ωραία και ρομαντική τοποθεσία της χρησιμοποιούνταν για την ανέγερση μιας κεντρικής Σχολής και αν οι πλούσιοι πόροι της διατίθεντο για τη συντήρηση Σχολείου και Οικοτροφείου. Δυστυχώς, οι μοναχοί σκέφτηκαν εγωιστικά και, μη κατανοώντας τη χρησιμότητα ενός τέτοιου εκπαιδευτηρίου ακόμα και για την ίδια τη Μονή, απέρριψαν την πρότασή του. Με τον θάνατο του Ιερεμία εγκαταλείφθηκε και ξεχάστηκε η ιδέα της ίδρυσης Σχολής στη Γουμερά. Στη συνέχεια ήρθε και ο θάνατος του Ηγουμένου Ιακώβου. Οι διάδοχοί του δεν στάθηκαν ικανοί να κρατήσουν την ίδια πειθαρχία και αυστηρότητα στην τήρηση των κανόνων του μοναχικού βίου, με αποτέλεσμα, παρά τους μεγάλους πόρους της, η Μονή να παρακμάζει και να οδηγείται προς τη διάλυση.
Σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τη Γουμερά, εμφανίστηκε ως σωτήρας ο νεαρός τότε γιατρός και νυν διακεκριμένος οφθαλμίατρος στη Θεσσαλονίκη, Θεοφύλακτος Κ. Θεοφύλακτος από την Τσίτη. Ως συνεχιστής των μεγαλοπρεπών προσπαθειών των συμπατριωτών του αρχιμεταλλουργών (που είχαν ευεργετήσει πολλαπλώς τη Μονή), ανέλαβε το τεράστιο έργο της ίδρυσης Λυκείου με οικοτροφείο στη Γουμερά. Έτσι, και το Μοναστήρι θα συνέχιζε να υπάρχει εκπληρώνοντας άνετα και αρτιότερα τον προορισμό του, αλλά και η περιφέρεια θα ωφελούνταν από τους πόρους του, αποκτώντας οικοτροφείο και Μέση Σχολή προσιτή σε όλους. Η προσπάθεια αυτή (το θέρος του 1910) ήταν μεγάλη και ήταν φυσικό να υπάρξουν εξαρχής αντιδράσεις. Όχι μόνο από τους μοναχούς που φοβούνταν τη διάλυση της Μονής, αλλά και από πολλούς αμόρφωτους χριστιανούς που ήθελαν τη Μονή όπως ήταν: ένα ησυχαστήριο, ξενώνα, τόπο λατρείας και καύχημα της Εκκλησίας. Ευτυχώς όμως υπήρξε και μεγάλη ενθάρρυνση. Η πιο προηγμένη τάξη των ενδιαφερόμενων χωρίων αγκάλιασε με ενθουσιασμό τη λαμπρή ιδέα του Θεοφυλάκτου και εκπρόσωποι των χωρίων έσπευσαν προθύμως στο κάλεσμά του, αποδεχόμενοι την ίδρυση του Λυκείου και συσπειρωνόμενοι γύρω από τον γιατρό για την πραγματοποίησή της. Επιπλέον, ο τότε Ηγούμενος Γερβάσιος Λαζαρίδης από την Τσίτη αγκάλιασε την ιδέα του Οικοτροφείου και βοήθησε σημαντικά τις προσπάθειες του γιατρού, δουλεύοντας ασταμάτητα. Ο δε Μητροπολίτης Χαλδίας Λαυρέντιος Παπαδόπουλος (αργότερα Δράμας) φάνηκε πρόθυμος να συμβάλει, μεταβαίνοντας μάλιστα επί τόπου για να συσκεφθεί με τον Θεοφύλακτο για τις λεπτομέρειες.
Τον Αύγουστο του 1913, ο Θεοφύλακτος, παραθερίζοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Τσίτη, έστειλε εγκύκλιο σε όλα τα άμεσα ενδιαφερόμενα χωριά (Αυλίανα, Σαρπίσκια, Μαυρενά, Ρυάκιον, Άδυσσα, Τσίτη, Παλαιχώρι, Τζιμπρικά, Χαβίανα, Κορκωτά, Τσολόχαινα, Αμπρικάντων, Κορόνιξα, Ματσερά, Φιτιανάντων, Σιμικλή, Δέσμινα, Σαραντάρ), ώστε να στείλουν αντιπροσώπους την ημέρα του μεγάλου πανηγυριού της Μονής, στις 15 Αυγούστου, για να ληφθούν οριστικές αποφάσεις. Πράγματι, οι αντιπρόσωποι συγκεντρώθηκαν στη Μονή την παραμονή της γιορτής και συγκρότησαν ένα Συμβούλιο, το οποίο νομικά ίσως δεν είχε καμία υπόσταση, ουσιαστικά όμως ως κυρίαρχο σώμα πήρε ριζικές αποφάσεις. Είχε κάτι το επιβλητικό εκείνη η συνέλευση των αντιπροσώπων, που συγκροτήθηκε μέσα στον ναό τη νύχτα, κάτω από το τρεμάμενο φως των καντηλιών, με πρόεδρο τον Θεοφύλακτο. Τα αμυδρά φωτισμένα, αυστηρά πρόσωπα των αγίων στις ωραίες βυζαντινές εικόνες φαινόταν σαν να συμφωνούσαν στην μετατροπή αυτή, ενθαρρύνοντας τις προσπάθειες των φιλόμουσων εκπροσώπων και παροτρύνοντας: «Δίπλα στην ιερή σκηνή Εκείνης που χώρεσε τον Αχώρητο, ας στήσουμε μια άλλη σκηνή, μια πηγή φωτός που θα φέγγει σε όλη τη γύρω περιοχή», όπως είπε ο πρόεδρος. Η απόφαση πάρθηκε ομόφωνα και, με την υπογραφή του σχετικού πρακτικού, εκλέχτηκε Επιτροπή εξουσιοδοτημένη από τη Συνέλευση να παραλάβει από τους μοναχούς τη διαχείριση της περιουσίας της Μονής. Σκοπός της ήταν η άμεση ίδρυση Σχολείου και Οικοτροφείου, καθώς και η πρόσκληση κατάλληλων δασκάλων. Η Επιτροπή αποτελούνταν από τους πρωτοπόρους της ιδέας και τους πιο ευυπόληπτους και μορφωμένους από κάθε χωριό: τον Θ. Θεοφύλακτο ως πρόεδρο, τον Χρήστο Προκοπίδη, τον Γεώργιο Πουταχίδη, τον Στ. Κατωνίδη και τον Δημ. Γεωργιάδη. Την επομένη συμφώνησαν με δύο δασκάλους και από την 1η Σεπτεμβρίου 1913 η Μονή λειτουργούσε ως Λύκειο με Οικοτροφείο, διαθέτοντας τρεις τάξεις (Β΄ και Γ΄ Ελληνικού και Α΄ Γυμνασίου) και 27 υπότροφους μαθητές. Οι μαθητές του Λυκείου αναπολούν με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη τις ωραίες μέρες που πέρασαν εκεί. Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Λύκειο διαλύθηκε αφού λειτούργησε μόλις για ένα έτος και λίγους μήνες, ενώ η Μονή ακολούθησε την ίδια μοίρα με τις υπόλοιπες εκκλησίες του Πόντου.  Το Λύκειον της Ιεράς Μονής Παναγίας Γουμερά Χαλδίας Πόντου του Σωκράτη Γ. Κλαδά Πουταχίδη-

Το παραπάνω κείμενο το έχω αποδώσει στην δημοτική γλώσσα για την καλύτερη κατανόηση εκ μέρους των αναγνωστών. Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο σε πολυτονικό σύστημα της καθαρευούσης γλώσσας στην οποία είχε αρχικώς συνταχθεί από τον λαμπρό, επιφανή μας πατριώτη και δάσκαλο κ. Παντελή Μελανοφρύδη το 1937.

Ιερά Μονή Παναγίας Γουμερά στο χωρίον Τσίτε της Άρδασας του ΠόντουἹστορία τῆς μονῆς Γουμερᾶς. — Εἰς μίαν πετρώδη καὶ ἐπικλινῆ παρυφὴν τοῦ ὄρους Τσίτ, ἀπέναντι σχεδὸν τῆς Τσίτης, κεῖται ἡ Γουμερά. Ἡ παράδοσις ἀναφέρει ὅτι πρὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ὑφίστατο ἡ Μονὴ εἰς μίαν τοποθεσίαν ἀπόμερον τῆς Ἀδύσσης: ἐντὸς βαθείας φάραγγος εἰς θέσιν «τ’ ὀπίσ’ ἡ Παναγία», ὅπου σώζεται ἀκόμη ἐρειπωμένος εὐρύχωρος βυζαντινὸς ναός, διατηρουμένου ἑνὸς τοίχου (τοῦ δυτικοῦ) καὶ ἑνὸς τόξου τοῦ Ἁγ. Βήματος μετὰ ζωγραφιῶν. Πότε ἱδρύθη τὸ μοναστήριον ἐκεῖνο, ἄγνωστον· πάντως ἀνάγει τὴν κτίσιν του εἰς τοὺς πρώτους χρόνους τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐν Χαλδίᾳ, παρέμεινεν ὅμως ἀφανὲς καὶ οὔτε τὸ ὄνομά του διεσώθη, ὅπως πολλῶν ἄλλων μοναστηρίων παρεμφερῶν, τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις φαίνεται ὑπῆρξε περιωρισμένη, ὅπως ἐν Αὐλιάνῃ (τοποθεσία Τερζιάντων), Ἀρταπίῳ κτλ.
Ποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Μονὴν καὶ ζητήσουν καταφύγιον εἰς Γουμερᾶν δὲν γνωρίζομεν. Ὑποθέτω ὅμως τὸ ὀλισθηρὸν τοῦ ἐδάφους τὸ ὁποῖον ἔπαθε καθίζησιν καὶ παρέσυρε μέρος τοῦ ναοῦ καὶ τὰ κελλία τῶν μοναχῶν, ὑπῆρξεν ἡ κυριωτέρα αἰτία. Τὸ κατολισθῆσαν ἔδαφος φαίνεται ἀκόμη, ἡ δὲ τοποθεσία ὠνομάζετο Ὄλισμαν.
Ὁ Νικ. Λουκᾶς εἰς τὸ Ἡμερολόγιον αὐτοῦ «Ἀστὴρ τοῦ Πόντου» (1902 ἢ 1903) ἀναφέρει ὅτι ἐπὶ τῆς ἐξωθύρας τοῦ σωζομένου ἀρχαίου ναΐσκου τῆς Γουμερᾶς εἶδεν ἐπιγραφὴν ἀνάγουσαν τὴν κτίσιν της εἰς τὸν Η΄ ἢ Θ΄ αἰῶνα. Δυστυχῶς εἰς μίαν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ Ναοῦ ἡ ἐπιγραφὴ ἐπεχρίσθη δι’ ἀσβεστοκονιάματος ὑπὸ τῶν μοναχῶν καὶ δὲν διεσώθη μέχρις ἡμῶν. Ἐπὶ πλέον οὔτε ὁ κώδηξ τῆς Μονῆς διεσώθη, οὔτε ἑτέρα ἱστορικὴ μαρτυρία (ἐξ ὅσων γνωρίζω). Μόνον γνωρίζομεν ὅτι ἐκ τῆς Μονῆς ταύτης ἀφῄρεσεν ἓν χειρόγραφον τοῦ Ἀριστοτέλους ἐπὶ μεμβράνης ὁ Μηνᾶς Χαμουδόπουλος, εἰς τὴν βιβλιοθήκην δὲ τῆς Μονῆς ἐσώζετο εἰς καλὴν κατάστασιν Εὐαγγέλιον γραμμένον ἐπὶ μεμβράνης (τοῦ ΙΑ΄ ἢ ΙΒ΄ αἰῶνος ὡς μοὶ ἔλεγεν ὁ ἀοίδιμος τέως Χαλδίας Λαυρέντιος).
Ἡ Μονὴ Γουμερᾶς ἐπεκταθεῖσα βαθμηδὸν καὶ πλουτισθεῖσα ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκμήν της ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Στάπασηδων (Ἀρχιμεταλλουργῶν) τὴν Τσίτης, τοῦ Τζιοπῆ καὶ Σίρπιλα, ἐπαυξηθεῖσα διὰ νέων οἰκοδομῶν, διὰ τῆς ἀνεγέρσεως νεωτέρου μεγάλου κεντρικοῦ ναοῦ, μὲ ὡραιότατον σχέδιον καὶ πέντε τρούλλους, καὶ διὰ τῶν δωρεῶν τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν ἀπέκτησε κτηματικὴν περιουσίαν ἱκανὴν εἰς Τσίτην, Δζιμπρικά, Τσολόχαιναν καὶ Χαιρίανα. Οἱ ἐν αὐτῇ μονάζοντες μοναχοὶ ἔφθασαν τοὺς 15, ἡ Μονὴ περιετειχίσθη διὰ διπλοῦ τείχους, ἐκτίσθησαν νεώτερα κτίρια (τὸ ἡγουμενεῖον, χρησιμοποιηθὲν κατόπιν ὡς σχολεῖον) καὶ ἐπλουτίσθη παντοιοτρόπως.
Σπουδαίως ἐνίσχυσε τὴν Μονὴν ὁ ἐξ Ἀδύσσης Ἀρχιμ. Ἀγαθάγγελος Βλάσταρις, προικίσας αὐτὴν διὰ προσοδοφόρου ὑδρομύλου καὶ ἀγρῶν κειμένων ἐν Ταρσῷ τῶν Χαιριάνων.
Ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία τῆς Μονῆς τιμωμένη ἐπ’ ὀνόματι τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου (ἑορτάζουσα ὅμως τὴν 15ην Αὐγούστου) ἦτο στολισμένη μὲ ὡραῖον γλυπτὸν τέμπλον, τοῦ ὁποίου αἱ ἓξ Δεσποτικαὶ εἰκόνες, ἔργα ἀρίστης τέχνης μοναδικὰ ἐν Πόντῳ, ἦσαν δωρεὰ τοῦ ἐν Βλαχίᾳ διαμένοντος Ἀνανίου Κουζάνου ἐκ Τσίτης. Ἡ δὲ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς, εὑρισκομένη ἐντὸς τοῦ ναοῦ, περιεῖχε διάφορα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, πολλὰ χειρόγραφα μουσικὰ τοῦ ΙΗ΄ καὶ ΙΘ΄ αἰῶνος, τὸ ἀνωτέρω μνημονευθὲν Εὐαγγέλιον καὶ τὴν σειρὰν τῶν ἔργων τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου (ἔκδ. Migne). Ἐντὸς τῆς Βιβλιοθήκης ὑπῆρχον καὶ ἱκανὰ βιβλία ἀνήκοντα εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου Περιστερεώτου. Ἡ παρουσία δὲ τῶν βιβλίων τούτων, ὡς μοὶ ἐξήγησεν ὁ μακαρίτης Ἡγούμενος Γερβάσιος προῆλθεν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς δυσκόλους στιγμὰς τρομοκρατίας τῶν τερέμπεηδων (φεουδαρχῶν) οἱ μοναχοὶ διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν λεηλασίαν τῶν ἐπιδρομέων παρέλαβον τὰ κειμήλια τῆς Μονῆς καὶ τὰ βιβλία καὶ κατέφυγον εἰς τὴν Μονὴν Περιστερά, ὅπου ἐφιλοξενήθησαν ἐπί τι διάστημα. Κατὰ δὲ τὴν ἐπιστροφὴν μερικὰ βιβλία μετεφέρθησαν εἰς Γουμερᾶν.
Ἡ Μονὴ ἤκμασε μεγάλως καὶ ἐπεβλήθη εἰς τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κόσμου διὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν αὐτῇ αὐστηρὰν μοναστηριακὴν τάξιν, τὸν ἀσκητικὸν βίον τῶν μοναζόντων, τὴν πειθαρχίαν καὶ εὐκοσμίαν τῶν μοναχῶν ἐπὶ τοῦ ἐκ Τσίτης καταγομένου Ἡγουμένου Ἰακώβου, ἀνδρὸς αὐστηρῶν ἠθῶν, ρέκτου καὶ πιστοῦ τηρητοῦ τῶν πατρίων, ἀποβιώσαντος περὶ τὸ 1895.
Οἱ μοναχοὶ εἶχον τὸ προνόμιον νὰ περιοδεύωσι δὶς τοῦ ἔτους· κατὰ τὰς νηστείας τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Τεσσαρακοστῆς ἀνὰ τὰ ποτάμια Τσίτης, Τζίζερας, Νίβαινας, Τζιρὰχ διὰ νὰ ἐξομολογήσωσι τοὺς Χριστιανούς, ἀπολαμβάνοντες μικρὰν ἀνταμοιβὴν τῆς κοπιώδους ἐν μέσῳ χειμῶνι περιοδείας των. Τὸ δὲ φθινόπωρον περιερχόμενοι τὰ αὐτὰ μέρη προέβαινον εἰς συλλογὴν ἐράνων εἰς εἶδος (δημητριακά) συλλέγοντες περὶ τὰς 1500-2000 ὀκάδας σιτηρῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δημητριακῶν ἐχρησιμοποιεῖτο ὄχι μόνο πρὸς διατροφὴν τῶν μοναχῶν καὶ τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ τῆς Μονῆς, ἀλλὰ κυρίως διὰ φιλοξενίαν ὅλων τῶν διὰ τῆς Μονῆς διερχομένων ἀδιακρίτως θρησκεύματος. Δι’ ὅλους αἱ θύραι τοῦ Μοναστηρίου ἦσαν ἀνοικταί, οἱ ξενῶνες ἕτοιμοι καὶ καθ’ ἑκάστην δὲν ἔλειπεν ἕτοιμον φαγητὸν δι’ ὅλους. Οἱ ἐκεῖ διανυκτερεύοντες ἐφοδιάζοντο τὴν πρωΐαν δι’ ἄρτου ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὸ ταξίδιόν των. Τοσοῦτον δὲ ἦτο τὸ σέβας ὄχι μόνο τῶν Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ τῶν Τούρκων πρὸς τὴν Μονὴν διὰ τὴν ἀπέραντον φιλοξενίαν της, ὥστε ὅταν εἷς τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς, ὁ Ἱερεμίας, ταξιδεύων εἰς τὰ ἄγρια βουνὰ τοῦ Τζαρὰχ ἔπεσεν εἰς χεῖρας ἑνὸς περιβοήτου αἱμοδιψοῦς ληστοῦ, ἑτοίμου νὰ τὸν ληστεύσῃ, μόλις ἀνέφερεν ὅτι προέρχεται ἐκ Γουμερᾶ, ἀφέθη ἐλεύθερος, ὁ δὲ ληστὴς ἐξέφρασε τὸν σεβασμόν του διὰ τὸ Μοναστήρι, ὅπου ἔτυχε κάποτε φιλοξενίας, καὶ μάλιστα ἐφοδίασε τὸν μοναχὸν μὲ τρόφιμα. Εἰς τὸ κειμηλιοφυλάκιον τῆς Μονῆς ἐφυλάσσοντο πολλὰ κειμήλια μεγάλης ἀξίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐνθυμούμεθα τὰ ἑξῆς: Γλυπτοὶ ξύλινοι σταυροὶ λεπτῆς τέχνης μὲ ἀργυρᾶν ἐπένδυσιν, στολισμένοι μὲ πολυτίμους λίθους (μερτζάνια), ἓν ἀργυροῦν δοχεῖον ἁγιασμοῦ, δισκοπότηρα ἀπὸ γλυπτὸν ἄργυρον, ἀρχιερατικὰ βαρύτιμα χρυσόπαστα καὶ μεταξωτὰ ἄμφια, μίτραι ἀποθανόντων Ἀρχιερέων Χαλδίας καὶ Ἀμίδης κτλ. Μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν ἡ Μονὴ ἠρημώθη παντελῶς, οἱ ὀλίγοι ἐναπομείναντες μοναχοὶ ἔφυγον, τὰ κειμήλια διηρπάγησαν ἢ περιουσία τῆς Μονῆς ἀξίας χιλιάδων λιρῶν κατεστράφη, αἱ εἰκόνες ἐχρησιμοποίηθησαν ὡς ξυλεία καὶ ἡ Γουμερᾶ ἔμεινε μία ἀνάμνησις. Ιερές Μονές (Μοναστήρια) Ναοί, Παρεκκλήσια, Προσκυνήματα στον Πόντο
Ερείπια της Ιεράς Μονής της Παναγίας τη Τσίτες (Παναγίας Γουμερά)Τὸ Λύκειον τῆς Γουμερᾶς. — Ὅταν ὁ φιλόμουσος καὶ ἀκάματος Μητροπολίτης Κολωνίας Ἱερεμίας (περὶ τὸ ἔτος 1870) ἐγκαταλείψας βαρυαλγὴς τὴν Χαλδίαν καὶ ἀναλαβὼν τὴν ποιμαντορίαν τῆς Γαράσαρης, ὅπου ἔδρασεν ἐθνικῶς καὶ ἡ ἀνάμνησίς του παραμένει ζωηρὰ παρὰ τοῖς κατοίκοις τῆς Ἐπαρχίας του, ἐπεσκέφθη κάποτε τὴν Μονὴν Γουμερᾶς, ἐσκέφθη πόσων ἀγαθῶν πρόξενος ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ εἰς τοὺς περιοίκους ἡ Μονὴ ἂν ἡ ὡραία καὶ ρομαντικὴ τοποθεσία της ἐχρησιμοποιεῖτο δι’ ἀνέγερσιν κεντρικῆς Σχολῆς, οἱ δὲ πλούσιοι πόροι αὐτῆς διετίθεντο διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Σχολείου καὶ Οἰκοτροφείου. Δυστυχῶς οἱ μοναχοὶ σκεφθέντες ἐγωϊστικῶς καὶ μὴ κατανοήσαντες τὴν ὠφελιμότητα ἑνὸς τοιούτου ἐκπαιδευτηρίου καὶ διὰ τὴν Μονήν, ἀπέρριψαν τὴν πρότασιν τοῦ ἀνδρός. Μὲ τὸν θάνατον τοῦ Ἱερεμίου ἐγκατελείφθη καὶ ἐλησμονήθη καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως Σχολῆς ἐν Γουμερᾷ. Κατόπιν ἐπῆλθε καὶ ὁ θάνατος τοῦ Ἡγουμένου Ἰακώβου, οἱ δὲ διάδοχοί του δὲν ὑπῆρξαν ἱκανοὶ νὰ κρατήσωσι τὴν ἰδίαν πειθαρχίαν καὶ αὐστηρότητα πρὸς τήρησιν τῶν κανόνων τοῦ μοναχικοῦ βίου, παρ’ ὅλους δὲ τοὺς σπουδαίους πόρους τῆς Μονῆς, ἔφθινεν αὐτὴ καὶ ἐφέρετο πρὸς διάλυσιν. Εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν καμπὴν τοῦ βίου τῆς Γουμερᾶς παρουσιάσθη ὡς σωτὴρ τῆς καταστάσεως ὁ νερός τότε ἀσκληπιάδης καὶ νῦν ἐν Θεσσαλονίκῃ διακεκριμένος ὀφθαλμολόγος κ. Θεοφ. Κ. Θεοφύλακτος ἐκ Τσίτης, ὁ ὁποῖος, συνεχιστὴς τῶν μεγαλοφρόνων προσπαθειῶν τῶν συμπατριωτῶν του οὑστιπασήδων πολλαχῶς εὐεργετησάντων τὴν Μονήν, ἀνέλαβε τὸ ἡράκλειον ἔργον τῆς ἱδρύσεως ἐν τῇ Γουμερᾷ Λυκείου μετ’ οἰκοτροφείου, οὕτως ὥστε καὶ τὸ Μοναστήριον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον καὶ ἐκπληροῦν ἀνετώτερον μάλιστα καὶ τελειότερον τὸν προορισμόν του, καὶ ἡ περιφέρεια νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν πλουσίων πόρων αὐτῆς καὶ ἀποκτήσῃ οἰκοτροφεῖον καὶ Μέσην Σχολὴν προσιτὴν εἰς ὅλους. Ἡ ἀναληφθεῖσα προσπάθεια (κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1910) ἦτο μεγάλη καὶ φυσικὸν ἦτο νὰ παρουσιασθῶσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντιδράσεις οὐ μόνο ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν, φοβουμένων διάλυσιν τῆς Μονῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους πολλῶν ἀγραμμάτων χριστιανῶν, ἐπιθυμούντων νὰ παραμείνῃ ἡ Μονὴ ὡς ἔχει, ἡσυχαστήριον καὶ ξενὼν συγχρόνως, τόπος λατρείας καὶ σέμνωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Εὐτυχῶς ὅμως ὑπῆρξαν καὶ ἐνθαρρύνσεις οὐκ ὀλίγαι δι’ τὸ ἔργον. Ἡ μᾶλλον προηγμένη τάξις τῶν ἀμέσως διὰ τὴν Μονὴν ἐνδιαφερομένων χωρίων μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐνεκολπώθη τὴν λαμπρὰν ἰδέαν τοῦ κ. Θεοφυλάκτου καὶ πρόθυμοι ἔσπευσαν εἰς τὴν πρόσκλησίν του ἐκπρόσωποι τῶν χωρίων, ἀποδεχθέντες τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Λυκείου καὶ συσπειρωθέντες πέριξ τοῦ ἰατροῦ διὰ τὴν πραγματοποίησίν της. Ἐπὶ πλέον δὲ ὁ τότε Ἡγούμενος Γερβάσιος Λαζαρίδης ἐκ Τσίτης ἐγκολπωθεὶς τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Οἰκοτροφείου ἐβοήθησε μεγάλως τὰς προσπαθείας τοῦ ἰατροῦ, ἀκαταπονήτως ἐργασθεὶς πρὸς τοῦτο, ὁ δὲ Μητροπολίτης Χαλδίας ἀοίδιμος Λαυρέντιος Παπαδόπουλος (ὕστερον Δράμας) ἐφάνη πρόθυμος νὰ συμβάλῃ εἰς τὸ ἔργον, μεταβὰς μάλιστα ἐπὶ τόπου καὶ μετὰ τοῦ κ. Θεοφυλάκτου συσκεφθεὶς διὰ τὰς λεπτομερείας. Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1913 ὁ κ. Θεοφύλακτος παραθερίζων τότε ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι του Τσίτῃ, ἐξαπέλυσεν ἐγκύκλιον πρὸς ὅλα τὰ ἀμεσώτερον ἐνδιαφερόμενα διὰ τὴν Γουμερᾶν χωρία: Αὐλίαναν, Σαρπίσκια, Μαυρενᾶ, Ρυάκιον, Ἄδυσσαν, Τσίτην, Παλαιχώρι, Δζιμπρικᾶ, Χαβίαναν, Κορκωτᾶ, Τσολόχαιναν, Ἀμπρικάντων, Κορόνιξαν, Ματσερᾶν, Φιτιανάντων, Σιμικλῆ, Δέσμιναν, Σαραντάρ, διὰ ν’ ἀποστείλωσιν ἀντιπροσώπους αὐτῶν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μεγάλης πανηγύρεως τοῦ Μοναστηρίου, τὴν 15ην Αὐγούστου, ὅπως ληφθῶσιν ὁριστικαὶ ἀποφάσεις.
Πράγματι οἱ ἀντιπρόσωποι συνῆλθον εἰς τὴν Μονὴν τὴν προτεραίαν τῆς ἑορτῆς καὶ συνεκρότησαν οὕτω ἓν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νομικῶς ἴσως οὐδεμίαν ὑπόστασιν εἶχε, οὐσιαστικῶς ὅμως ὡς κυρίαρχον σῶμα προέβη εἰς ἀποφάσεις ριζικάς. Εἶχε κάτι τὸ ἐπιβλητικὸν ἡ συνέλευσις ἐκείνη τῶν ἀντιπροσώπων συγκροτηθεῖσα ἐντὸς τοῦ ναοῦ τὴν νύκτα ὑπὸ τὸ τρεμοσβῦνον φῶς τῶν κανδηλῶν, προεδρεύοντος τοῦ κ. Θεοφυλάκτου. Τὰ μόλις φωτιζόμενα αὐστηρὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων τῶν ὡραίων βυζαντινῶν εἰκόνων τοῦ ναοῦ ἐφαίνοντο ὡσὰν νὰ συγκατένευον εἰς τὴν μετατροπὴν ἐκείνην καὶ ἐνθαρρύνοντα τὰς προσπαθείας τῶν φιλομούσων ἐκείνων ἐκπροσώπων τῶν χωρίων καὶ παροτρύνοντα ὅπως «παρὰ τῇ ἱερᾷ σκηνῇ τῆς χωρησάσης τὸν ἀχώρητον παντὶ στήσωμεν καὶ ἑτέραν σκηνήν, ἣν καταστήσωμεν πηγὴν φωτοβόλον, φέγγουσα τὴν περίοικον», ὅπως εἶπεν ὁ πρόεδρος. Ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη παμψηφεὶ καὶ σὺν τῇ ὑπογραφῇ τοῦ σχετικοῦ πρακτικοῦ ἐξελέγη Ἐπιτροπὴ πληρεξουσιοδοτηθεῖσα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ὅπως παραλάβῃ παρὰ τῶν μοναχῶν τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς καὶ προβῇ εἰς ἄμεσον ἵδρυσιν Σχολείου καὶ Οἰκοτροφείου ὡς καὶ εἰς μετάκλησιν διδασκάλων καταλλήλων. Ἡ Ἐπιτροπὴ περιλαμβάνουσα τοὺς πρωτοπόρους τῆς ἰδέας καὶ τοὺς μᾶλλον εὐϋπολήπτους καὶ ἐγγράμματους ἐξ ἑκάστου χωρίου, ἀπετελέσθη ἐκ τῶν Θ. Θεοφυλάκτου, ὡς προέδρου, Χρήστου Προκοπίδου, Γεωργ. Πουταχίδου, Στ. Κατωνίδου καὶ Δημ. Γεωργιάδου. Τὴν ἑπομένην συνεφωνήθησαν δύο διδάσκαλοι καὶ ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1913 ἡ Μονὴ ἐλειτούργει ὡς Λύκειον μὲ Οἰκοτροφεῖον καὶ τρεῖς τάξεις: Β΄ καὶ Γ΄ ἑλληνικοῦ καὶ Α΄ Γυμνασίου καὶ μὲ 27 ὑποτρόφους μαθητάς.
Οἱ τρόφιμοι τοῦ Λυκείου μετὰ συγκινήσεως καὶ εὐγνωμοσύνης ἀναπολοῦν τὰς ὡραίας ἡμέρας, ποὺ διῆλθον εἰς τὸ Λύκειον. Κατὰ τὸν Παγκόσμιον πόλεμον τὸ Λύκειον διελύθη μετὰ λειτουργίαν ἑνὸς μόνον ἔτους καὶ ὀλίγων μηνῶν, ἡ δὲ Μονὴ ἠκολούθησε τὴν τύχην τῶν λοιπῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Πόντου.

Ιστορική μελέτη – Η Μονή και το Λύκειον της Γουμεράς,του κ. Παντελή Η. Μελανοφρύδη – Πηγή: Ποντιακά Φύλλα 1937

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ