Η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου «Χαλιναρά» Χάρσερας Χαλδίας Πόντου 1220 ή 1265 μ.Χ (Α' Μέρος)

Ιερά χρυσοκέντητη Εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου απο τα κειμήλια της Ιεράς Μητροπόλεως Χαλδίας ΠόντουἹερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου “Χαλιναρᾶ”
Εἰς δίωρον ἀπὸ τῆς Ἀργυροπόλεως ἀπόστασιν πρὸς Α. κεῖται ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς κώμης Χάρσερας καὶ εἰς δεκαπεντάλεπτον ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ ἡ ἱερὰ καὶ σεβασμία μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ ἐπίκλην Χαλιναρᾶ καὶ Χάρσερα.

Κεῖται ἐπὶ θέσεως γραφικωτάτης καὶ λίαν ἀξιοζήλου δεσπουζούσης ἁπασῶν τῶν ἐνοριῶν τοῦ χωρίου Χάρσερα. Κάτωθεν αὐτοῦ διέρχεται ῥυάκιον μετὰ πατάγου κατερχόμενον ἐκ τοῦ πρὸς Β. τῆς Μονῆς ὀροπεδίου καὶ δίδον ἀπαράμιλλον ζωγραφικότητα εἰς τὴν ἱερὰν ταύτην σκηνὴν καὶ χρησιμεῦον εἰς τὴν ἄρδευσιν τῶν περὶ αὐτὴν ὀπωροφόρων κήπων. Τιμωμένη ὡς εἴπομεν ἡ Μονὴ αὕτη ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος ἑορτάζει τὴν 23ην Ἀπριλίου τὴν ἐπέτειον αὐτῆς ἑορτήν.
Καὶ ἡ Μονὴ αὕτη ἐπωνομάζεται διχῶς: α΄ ἡ τῆς Χάρσερας ἐκ τῆς περιφερείας εἰς ἣν εὑρίσκεται, β΄ καὶ ἡ τῆς Χαλιναρᾶ: περὶ τῆς ὀνομασίας ταύτης κατὰ παράδοσιν ἐμάθομεν ταῦτα κατὰ τὴν ἐν Χαρσέρᾳ διδασκαλίαν μας τὸ 1901-2. Λέγεται ὅτι ὀλίγα ἔτη μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ ἀνέγερσιν τοῦ μοναστηρίου τούτου αὐτοκράτωρ τις τῆς Τραπεζοῦντος ἐκ τῶν διαδόχων αὐτοῦ πάσχων ἐξ ἀνιάτου ἀσθενείας ἐξεστράτευσεν εἰς τὴν Χαλδίαν πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν ἀπὸ εἰσβολῶν. Μαθὼν δ' ὅτι ἐν τῇ περιφερεία τοῦ ποταμίου Χάρσερας ὑπάρχει μονὴ θαυματουργὸς ἐπ' ὀνόματι τοῦ Θαυματουργοῦ Γεωργίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος μετέβη ἐκεῖ καὶ προσκυνήσας μετ᾿ εὐλαβείας ἐξαιτήσατο θεραπείαν τοῦ πάθους αὐτοῦ· τυχὼν δὲ ταύτης τοσοῦτον ὑπερεχάρη, ὥστε ἐκβαλὼν τὸν πολυτελῆ καὶ ἀδάμασι καὶ ἄλλοις πολυτίμοις λίθοις κεκοσμημένον χαλινὸν τοῦ ἵππου αὐτοῦ ἀφιέρωσεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, κρεμάσας αὐτὸν εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου τούτου. Ἔτη τινὰ βραδύτερον καταστραφέντος τοῦ μονυδρίου τούτου ὑπὸ πυρκαϊᾶς, οἱ πατέρες διὰ μιᾶς γνώμης πωλήσαντες τὸν χαλινὸν τοῦτον τὸν μνησθέντα, ἀνήγειρον καὶ αὖθις τὴν Μονὴν ταύτην, ἥτις ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ χαλινοῦ ἐκείνου ἐκλήθη Χαλιναρᾶ καὶ ἐκ τούτου φέρει τὴν ἐπωνυμίαν ταύτην. Ιερές Μονές (Μοναστήρια) Ναοί, Παρεκκλήσια, Προσκυνήματα στον Πόντο
Ἐκτίσθη δ᾽ ἡ Μονὴ αὕτη κατὰ παράδοσιν τὸ 1220 μ.Χ. κατὰ δὲ τὸν φίλον Νικόλαον Π. Λουκᾶν τὸ 1265 ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Τραπεζοῦντος Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ πρὸς ψυχικὴν ὠφέλειαν τῶν γονέων του. Ἡ ὑπὸ τοῦ Λουκᾶ μνημονευομένη αὕτη χρονολογία δὲν εἶναι ἐνυπόστατος καθότι γνωρίζομεν πάντες ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ οὗτος ἐβασίλευσεν ἐν Τραπεζοῦντι ἀπὸ τοῦ 1204-1222. Πιθανὸν ὅτι ἢ ὁ φίλος Νικόλαος Λουκᾶς ἔθεσε τὴν χρονολογίαν ταύτην ἐσφαλμένως καὶ ἀντὶ νὰ σημειώσῃ τὸ 1365 ὅτε ἀνιδρύθη καὶ ἡ μονὴ Χουτουρᾶ ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Μεγάλου Κομνηνοῦ Ἀλεξίου τοῦ Γ΄ ἢ ὁ κῶδιξ τῆς ἐν περιλήψει Μονῆς ἔχει ἐσφαλμένην τὴν χρονολογίαν ταύτην, ἐξ ἧς καὶ ὁ φίλος Λουκᾶς ἀπατηθεὶς πιθανὸν ἔβαλε τὸ ἔτος 1265. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι ἀνιδρύθη τὸ 1220 ὑπὸ τοῦ πρώτου αὐτοκράτορος τῆς Τραπεζοῦντος τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ τοῦ καὶ Α΄. Ὡς δηλοῖ δὲ σημείωμα χρονογραφικὸν τοῦ κώδικος τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς ἐκτίσθη αὕτη πρὸς ψυχικὴν ὠφέλειαν καὶ σωτηρίαν αὐτοῦ τε καὶ τῶν γονέων του. Ἐκτίσθη δὲ οὐχὶ εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον τοποθεσίαν, ἀλλὰ εἰς ἔτι πλησιεστέραν τοῦ χωρίου καὶ ἀκριβῶς μάλιστα κατ' ἄντικρυ τῆς σημερινῆς ἐνορίας Τεμιρτσάντων καὶ ἐπὶ τῆς ἐντεῦθεν ὄχθης τοῦ ποταμοῦ Χάρσερας, εἰς θέσιν ἥτις καὶ μέχρι τοῦ νῦν δείκνυται ἐπὶ ἐρειπίων παρεκκλησίου ἀρχαίου βυζαντινοῦ ῥυθμοῦ, σεμνυνομένου (τοῦ παρεκκλησίου) ἐπ᾿ ὀνόματι Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου.
Ἔτη τινὰ βραδύτερον καταστραφεῖσα ἡ Μονὴ ὑπὸ πυρκαϊᾶς ἀνιδρύθη μετὰ εἰκοσαετίαν ὑπὸ διαδόχου τινὸς τοῦ Ἀλεξίου· πιθανὸν ὑπὸ Ἰωάννου τοῦ Α΄ τοῦ Ἀξούχου, ὅστις ὡς καὶ ἀνωτέρω εἴδομεν ἐσώθη διὰ θαυματουργίας τοῦ Ἁγίου τῆς Μονῆς ταύτης, τότε δὲ προσέλαβε καὶ τὸ ἐπώνυμον Χαλιναρᾶ ὡς ὑπὸ ἐσόδων χαλινοῦ κτισθεῖσα.
Οὐ πολλὰ ἔτη βραδύτερον, τὸ 1340, ἑκατὸν δὲ ἔτη πρὸ τῆς ἁλώσεως ἡ ἱερὰ αὕτη Μονὴ κατεστράφη ἐξ εἰσβολῆς Τουρκομάνων, οἵτινες μετὰ κατάσκαψιν τῆς Μονῆς ταύτης τὴν παρέδωσαν εἰς τὴν πυράν· τοὺς δὲ μοναχοὺς ἄλλους μὲν κατέσφαξαν, ἄλλους δὲ ἔφερον μέθ᾽ ἑαυτῶν αἰχμαλώτους καὶ οὕτως ἐξήλειψαν πᾶν ἴχνος τοῦ ἱεροῦ τούτου σεμνείου. Τῇ συντόνῳ ὅμως συνδρομῇ καὶ προθυμίᾳ τοῦ τότε εὐκλεῶς αὐταρχοῦντος τοῦ Πόντου Ἀλεξίου τοῦ Γ΄ τοῦ καὶ Μεγάλου Κομνηνοῦ ἀνιδρύθη ἡ μονὴ ὡς τοῦτ᾽ αὐτὸ διαλαλεῖ καὶ ὁ κῶδιξ τῆς Μονῆς.
Μετὰ τὴν οἰκτρὰν ἅλωσιν τοῦ Γένους τὸ ἱερὸν τοῦτο σκήνωμα ἐγένετο τὸ καταφύγιον πολλῶν ὁμογενῶν. Ὅτε δὲ βραδύτερον τὸ πρὸς Δ. τῆς Μονῆς χωρίον Ῥωμανάντων κατελήφθη ὑπὸ Ὀθωμανῶν ἐπίληδων, ἡ ἱερὰ Μονὴ οὐ μόνον τοὺς φυγάδας κατοίκους τοῦ χωρίου τούτου διέσωσε καὶ ἐπροστάτευσε καὶ κατοικίαν νέαν παρέσχε αὐτοῖς τὸ πρὸς Α. τοῦ Μοναστηρίου ὁμαλὸν μέρος, ὅπερ ἐκλήθη καὶ Ὁμάλια, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐγκαταλειφθέντος ἐκεῖ ἐρήμου ναοῦ· πολλὰ κειμήλια διέσωσεν, ἅτινα καὶ ἐδώρησεν εἰς τὴν ἀργότερον κάτωθεν τοῦ ποταμοῦ συνοικισθεῖσαν ὑπὸ τῶν Καλομεράντων ἐνορίαν τῆς Χάρσερας. Ἐκ τῶν κειμηλίων τούτων σῴζεται ἐν τῷ ναῷ τῆς Χάρσερας τοῦ ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ὁ τέμπλος τοῦ ναοῦ, ἔργον καλλιτεχνικώτατον καὶ ὡραῖον διασῷζον μέθ᾽ ὅλην τὴν ἀρχαιότητά του τὴν ἀρχικήν του ζωηρότητα καὶ λαμπρότητα.
Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ αὐτοῦ κώδικος μανθάνομεν ὅτι κατὰ τὸ 1656 Καρδοῦχος τις Μωαμεθανὸς τὸ θρήσκευμα ὁδηγηθεὶς δι᾽ ὁράματος τοῦ προστάτου καὶ πολιούχου τῆς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ βαπτισθεὶς ἐν Χαρσέρᾳ ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ καὶ λαβὼν τὸ ὄνομα Ἀλέξιος ἐξελέξατο ὡς τόπον διατριβῆς τὴν Μονὴν ταύτην, ἐπεσκεύασε δὲ καὶ τὸν ἠρειπωμένον αὐτῆς ναόν. Προχειρισθεὶς δὲ καὶ εἰς ἱερέα ἐπὶ ἀρχιερέως Χαλδίας οὐχὶ Φιλοθέου ὡς λέγει ὁ Ν. Λουκᾶς, ἀλλὰ Εὐθυμίου διέμεινε ἐγκαρτερῶς ἐνταῦθα μέχρι τῆς ἐκ τῶν προσκαίρων ἀποδημίας του ἐφημερεύων ἐν ταὐτῷ καὶ ἐν τῇ πλησίον νεοτεύκτῳ ἐνορίᾳ τῆς Χάρσερας Ὁμάλια. Συμμοναστὴς τοῦ ἱερέως Ἀλεξίου ἐγένετο Παρθένιός τις ἱερομόναχος ἐκ τοῦ παρακειμένου χωρίου Χάρσερα, ὅστις μετὰ θάνατον τοῦ Ἀλεξίου γενόμενος ἡγούμενος πολλὰ καλὰ διεπράξατο ὑπὲρ τῆς Μονῆς ταύτης. Καὶ πρῶτον μὲν βλέπων ὅτι ἡ Μονὴ ὡς ἐκ τοῦ καταβῥέοντος ἐδάφους εἰς ὃ εὑρίσκετο ἠπείλει πτῶσιν διὰ τοῦτο μετέφερεν αὐτὴν εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκεται εἰς ἣν ἐκ τοῦ μεγαλοπρεποῦς ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὃν ἀνίδρυσεν ἤγειρε καὶ ἱκανὰ δωμάτια πρὸς κατασκήνωσιν τῶν προσκυνητῶν. Τῷ 1690 σωτηρίῳ ἔτει ἡγούμενος τῆς Μονῆς ταύτης ἀναγράφεται ἐν τῷ κώδικι αὐτῆς Ἰωαννίκιός τις, ὅστις τυχὼν τῆς προστασίας τῶν τῆς ἐπαρχίας ταύτης ἀρχόντων καὶ ἀρχιμεταλλουργῶν ἐπεσκεύασε τὴν Μονὴν ἀπειλοῦσαν καὶ αὖθις πτῶσιν ὡς ἐκ τῆς καταῤῥοῆς τοῦ ἐδάφους ἐφ' οὗ εὑρίσκετο διὰ καταλλήλων δὲ πεπειραμένων τεχνιτῶν κατώρθωσε διὰ παχέως τοίχου ἀνεγερθέντος ἀπὸ τοῦ ῥυακίου μέχρι τῶν θεμελίων τοῦ μοναστηρίου νὰ στερεώσῃ αὐτοὺς καὶ οὕτω νὰ διασώσῃ τὴν Μονὴν ἀπὸ τῆς ἀπειλουμένης καταστροφῆς.
Τὸν Ἰωαννίκιον διεδέχθη ἐν τῇ ἡγουμενείᾳ τῆς Μονῆς ὁ ἐκ Κρώμνης Ἰγνάτιος, ἀνὴρ λίαν φιλόπονος καὶ δραστήριος. Καὶ οὗτος τυχὼν τῆς γενναίας ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς προστασίας τοῦ διαβοήτου διὰ τὰς ὑπὲρ τῶν ἱερῶν καταγωγίων εὐεργεσίας Χ" Κωνσταντίνου Συνοικαλίδου τοῦ Ἀργυροπολίτου τὸ ἔτος 1728 ἐπροίκισε τὴν Μονὴν ταύτην δι' ἱκανῶν κινητῶν καὶ ἀκινήτων κτημάτων. Δώδεκα δὲ μεγάλα καὶ ἄξια λόγου δωμάτια ἀνήγειρεν ἐν τῇ μονῇ δι' ἐξόδων τοῦ ῥηθέντος τούτου ἄρχοντος, ἀρχιμεταλλουργοῦ καὶ εὐπατρίδου.
Τὸν πολύπονον τοῦτον ἡγούμενον ἀποθανόντα περὶ τὸ ἔτος 1740 διαδέχεται ὁ ἐξ Ἵμερας τῆς παρὰ τὴν Κρώμνην Ἀνδρέας μέχρι 1751. τοῦτον δὲ ὁ ἐκ τοῦ Χάψικιοϊ τῆς ἐπαρχίας Ῥοδοπόλεως Ἀναστάσιος ἀπὸ 1752-1756.

Συνεχίζεται . . .

Σημείωση: 'Εχει διατηρηθεί η σύνταξη και η ορθογραφία του αρχικού κειμένου. Παρακάτω δίνεται στην δημοτική γλώσσα και σε μονοτονικό σύστημα γραφής.

Ο μέγας διδάσκαλος μας κ. Γεώργιος Κανδηλάπτης (Κάνης)Η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου «Χαλιναρά» Χάρσετας Χαλδίας Πόντου.
Σε απόσταση δύο ωρών ανατολικά από την Αργυρούπολη, στην περιφέρεια της κωμόπολης Χάρσερα και δεκαπέντε λεπτά από το ποτάμι, βρίσκεται η ιερά και σεβάσμια μονή του Αγίου Γεωργίου, που αποκαλείται Χαλιναράς και Χάρσερα. Βρίσκεται σε εξαιρετικά γραφική και αξιοζήλευτη τοποθεσία που δεσπόζει σε όλες τις ενορίες του χωριού Χάρσερα. Κάτω από αυτήν περνά ένα ρυάκι που κατεβαίνει με ορμή από το οροπέδιο στα βόρεια της Μονής, χαρίζοντας αξεπέραστη γραφικότητα στο ιερό αυτό τοπίο και εξυπηρετώντας την άρδευση των γύρω καρποφόρων κήπων. Τιμώμενη, όπως είπαμε, στο όνομα του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρος, η Μονή εορτάζει την ετήσια πανήγυρή της στις 23 Απριλίου. Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)
Η Μονή αυτή έχει διπλή ονομασία: α) της Χάρσερας, από την περιοχή στην οποία βρίσκεται, και β) του Χαλιναρά. Για την τελευταία αυτή ονομασία μάθαμε κατά παράδοση τα εξής, όταν διδάσκαμε στη Χάρσερα το 1901-1902: Λέγεται ότι λίγα χρόνια μετά την ανέγερση του μοναστηριού από τον Αλέξιο Κομνηνό, κάποιος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας από τους διαδόχους του, υποφέροντας από μια ανίατη ασθένεια, εκστράτευσε στη Χαλδία για να την απελευθερώσει από επιδρομές. Μαθαίνοντας ότι στην περιοχή του ποταμού της Χάρσερας υπάρχει θαυματουργό μοναστήρι στο όνομα του Αγίου Γεωργίου, πήγε εκεί, προσκύνησε με ευλάβεια και ζήτησε τη θεραπεία του. Όταν θεραπεύτηκε, χάρηκε τόσο πολύ ώστε έβγαλε το πολυτελές χαλινάρι του αλόγου του —στολισμένο με διαμάντια και άλλους πολύτιμους λίθους— και το αφιέρωσε στον ναό του Αγίου Γεωργίου, κρεμώντας το στην εικόνα του Αγίου. Κάποια χρόνια αργότερα, όταν το μοναστήρι καταστράφηκε από πυρκαγιά, οι μοναχοί αποφάσισαν ομόφωνα να πουλήσουν αυτό το χαλινάρι και ξανάκτισαν τη Μονή, η οποία από τότε ονομάστηκε «Χαλιναρά» λόγω εκείνου του χαλιναριού.
Η Μονή κτίστηκε κατά την παράδοση το 1220 μ.Χ., ενώ κατά τον φίλο Νικόλαο Π. Λουκά το 1265, από τον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλέξιο Κομνηνό για τη ψυχική σωτηρία των γονέων του. Η χρονολογία που αναφέρει ο Λουκάς δεν ευσταθεί, καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι ο αυτοκράτορας αυτός βασίλευσε στην Τραπεζούντα από το 1204 έως το 1222. Είναι πιθανό είτε ο φίλος Νικόλαος Λουκάς να σημείωσε λάθος τη χρονολογία αντί για το 1365 (όταν ιδρύθηκε και η μονή Χουτουρά από τον Μεγάλο Κομνηνό Αλέξιο Γ΄), είτε ο κώδικας της Μονής να είχε λανθασμένη χρονολογία. Το βέβαιο πάντως είναι ότι επανιδρύθηκε το 1220 από τον πρώτο αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Όπως δηλώνει χρονικό σημείωμα στον κώδικα της Ιεράς Μονής, κτίστηκε για τη ψυχική ωφέλεια και σωτηρία του ιδίου και των γονέων του. Δεν κτίστηκε όμως στη σημερινή της θέση, αλλά ακόμη πιο κοντά στο χωριό, ακριβώς απέναντι από τη σημερινή ενορία των Τεμιρτσάντων, στην απέναντι όχθη του ποταμού της Χάρσερας. Η θέση αυτή φαίνεται μέχρι σήμερα από τα ερείπια ενός αρχαίου παρεκκλησίου βυζαντινού ρυθμού, αφιερωμένου στον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Μονή καταστράφηκε από πυρκαγιά και επανιδρύθηκε μετά από μια εικοσαετία από κάποιον διάδοχο του Αλεξίου —πιθανόν από τον Ιωάννη Α΄ Αξούχο— ο οποίος, όπως είδαμε παραπάνω, σώθηκε με θαύμα του Αγίου της Μονής. Τότε πήρε και τη προσωνυμία «Χαλιναρά», καθώς κτίστηκε με τα έσοδα από την πώληση του χαλιναριού.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1340 (εκατό χρόνια πριν από την Άλωση), η ιερά Μονή καταστράφηκε από επιδρομή Τουρκομάνων. Εκείνοι, αφού την ισοπέδωσαν, της έβαλαν φωτιά· άλλους από τους μοναχούς τους έσφαξαν και άλλους τους πήραν μαζί τους αιχμαλώτους, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος του ιερού αυτού χώρου. Με τη δραστήρια όμως συνδρομή και προθυμία του τότε ενδόξως κυβερνώντος τον Πόντο Αλεξίου Γ΄ του Μεγάλου Κομνηνού, το μοναστήρι ξανακτίστηκε, όπως μαρτυρά και ο κώδικας της Μονής.
Μετά τη θλιβερή άλωση του Γένους, το ιερό αυτό μοναστήρι έγινε καταφύγιο για πολλούς ομογενείς. Όταν αργότερα το χωριό Ρωμανάντων (στα δυτικά της Μονής) καταλήφθηκε από Οθωμανούς, η Ιερά Μονή όχι μόνο έσωσε και προστάτευσε τους πρόσφυγες κατοίκους, προσφέροντάς τους νέα κατοικία στο ομαλό μέρος ανατολικά του μοναστηριού (που ονομάστηκε Ομάλια), αλλά διέσωσε και πολλά κειμήλια από τον εγκαταλειμμένο ναό. Τα κειμήλια αυτά δωρίστηκαν αργότερα στην ενορία της Χάρσερας, που δημιουργήθηκε κάτω από το ποτάμι από τους Καλομεράντες. Από τα κειμήλια αυτά σώζεται στον ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου στη Χάρσερα το τέμπλο, ένα καλλιτεχνικότατο και ωραίο έργο που διατηρεί παρά την παλαιότητά του την αρχική του ζωντάνια και λαμπρότητα.
Από τις πληροφορίες του ίδιου κώδικα μαθαίνουμε ότι το 1656 ένας Καρδούχος, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, οδηγήθηκε από ένα όραμα του προστάτη της Μονής Αγίου Γεωργίου. Ήρθε εκεί, βαπτίστηκε στη Χάρσερα στο όνομα του Κυρίου Ιησού παίρνοντας το όνομα Αλέξιος, και διάλεξε τη Μονή ως τόπο διαμονής του, επισκευάζοντας μάλιστα και τον ερειπωμένο ναό της. Αφού χειροτονήθηκε ιερέας επί αρχιερέως Χαλδίας Ευθυμίου (και όχι Φιλοθέου όπως αναφέρει ο Ν. Λουκάς), παρέμεινε με υπομονή εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του, εξυπηρετώντας παράλληλα ως εφημέριος και τη γειτονική νεόκτιστη ενορία Ομάλια της Χάρσερας. Συμμοναστής του ιερέα Αλεξίου έγινε κάποιος ιερομόναχος Παρθένιος από το παρακείμενο χωριό Χάρσερα, ο οποίος μετά τον θάνατο του Αλεξίου έγινε ηγούμενος και προσέφερε πολλά καλά στη Μονή. Πρώτον, βλέποντας ότι η Μονή κινδύνευε να καταρρεύσει λόγω του υποχωρούντος εδάφους, τη μετέφερε στη σημερινή της θέση. Εκεί, εκτός από τον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Γεωργίου που ανήγειρε, έφτιαξε και αρκετά δωμάτια για τη φιλοξενία των προσκυνητών. Το σωτήριο έτος 1690 ως ηγούμενος της Μονής αναφέρεται στον κώδικα κάποιος Ιωαννίκιος, ο οποίος, έχοντας την υποστήριξη των αρχόντων και αρχιμεταλλουργών της επαρχίας, επισκεύασε τη Μονή που κινδύνευε πάλι να πέσει λόγω καθίζησης του εδάφους. Με τη βοήθεια έμπειρων τεχνιτών κατάφερε, χτίζοντας έναν παχύ τοίχο από το ρυάκι μέχρι τα θεμέλια, να τα στερεώσει και να σώσει τη Μονή από την απειλούμενη καταστροφή.
Τον Ιωαννίκιο διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο Ιγνάτιος από την Κρώμνη, άνδρας πολύ φιλόπονος και δραστήριος. Έχοντας τη γενναία ηθική και υλική υποστήριξη του γνωστού για τις ευεργεσίες του στα ιερά ιδρύματα Χατζή-Κωνσταντίνου Συνοικαλίδη από την Αργυρούπολη, προίκισε τη Μονή το 1728 με αρκετά κινητά και ακίνητα κτήματα. Παράλληλα, ανήγειρε στη μονή δώδεκα μεγάλα και αξιόλογα δωμάτια με έξοδα του εν λόγω άρχοντα και αρχιμεταλλουργού.
Τον δραστήριο αυτόν ηγούμενο, που απεβίωσε γύρω στο 1740, διαδέχθηκε ο Ανδρέας από την Ίμερα της Κρώμνης μέχρι το 1751, και στη συνέχεια ο Αναστάσιος από το Χάψικιοϊ της επαρχίας Ροδοπόλεως (1752-1756).

Συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο δεύτερο μέρος

Πηγή: Γεωργίου Κανδηλάπτου - Κάνεως (Διδασκάλου) - Το Προσκυνητάριον ήτοι Ιστορία των κατά την Χαλδίας Θείων, Ιερών και Σεβασμίων Μονών.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ