• Home
  • Θρησκεία
  • Ιερές Μονές
  • Συμβολή στην ιστορία της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου «Χαλιναρά» Χάρσερας Χαλδίας Πόντου 1220 ή 1265 μ.Χ

Συμβολή στην ιστορία της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου «Χαλιναρά» Χάρσερας Χαλδίας Πόντου 1220 ή 1265 μ.Χ

Κύριος Ιησούς Χριστός Κειμήλια Ιεράς Μητροπόλεως Χαλδίας ΠόντουΠερὶ τῆς παραγωγῆς τῆς ὀνομασίας Χαλιναρᾶ τῆς μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Χάρσερας (ὅρ. σελ. 85-86) μανθάνομεν νεωστί καὶ ταῦτα καθ ἱερὰν παράδοσιν: α΄ Ἔλαβε τὸ ὄνομα ἡ μονὴ Χαλιναρᾶ ἀπὸ τὸ ὅτι κεῖται μεταξὺ δύο ῥυάκων κατερχομένων ἐκ Β. τῆς μονῆς ὀρέων καὶ σχηματιζόντων εἶδος χαλινοῦ.

β΄ Ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Κομνηνῶν κριός τις ἐκ τοῦ ποιμνίου τῆς μονῆς ἀποπλανηθεὶς ἐν τῷ σκότει τῆς νυκτὸς συνέτυχε λύκῳ πειναλέῳ, ὅστις ἔμελλεν αὐτὸν κατασπαρᾶξαι, ἀλλ᾽ ὁ προστάτης καὶ πολιοῦχος τῆς μονῆς καὶ τῶν ποιμνίων του Μεγαλομάρτυς Γέωργιος ἐφιστὰς ἐκεῖ ἔθεσεν ἐν τῷ στόματι τοῦ θηρίου χαλινὸν καὶ οὕτω διετηρήθη ἀσινὴς ὁ κριὸς μέχρι τῆς πρωΐας, ὅτε ἀνευρεθεὶς καὶ ἐλευθερωθεὶς ὑπὸ τῶν μοναχῶν, ἐγένετο αἴτιος ἵνα ὁ μὲν λύκος ἀποπτύσῃ τὸν χαλινὸν καὶ νὰ φύγῃ· ἡ δὲ μονὴ νὰ προσλάβῃ τοῦτο τὸ ὄνομα.
Συμβολὴ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Χαλιναρᾶ.
Καὶ ἡ Μονὴ αὕτη τὰ μέγιστα εὐηργετήθη ὑπὸ τῶν Ἀργυροπολιτῶν, καὶ ἰδίως ὑπὸ ἐκεῖ Ἀρχιμεταλλουργῶν καὶ ἀρχόντων καὶ μάλιστα τῆς οἰκογενείας τῶν Σαρασιτῶν, οἵτινες ἐκτὸς τῶν διαφόρων δωρεῶν αὐτῶν ἀφιέρωσαν καὶ τὸν πολύτιμον κώδικα τῆς Μονῆς, ὡς κατωτέρω αὐτὸ ἀναγράφω. Ὁ Γεώργιος Ἰγνατίου Σαρασίτης συγγραφεὺς τοῦ κώδικος τῆς Μονῆς τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ ἀποδίδει εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιον τὸν Γ΄. Μέγαν Κομνηνόν, οὗ τὴν πρὸς ἵδρυσιν τῶν Μονῶν μεγάλην ἀγάπην ἐκ τῆς ἱστορίας γνωρίζομεν καὶ λέγει ὅτι ἡ εἰς τὴν χ. Χάρχαραν Μονὴ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου ἱδρύθη τῇ συνδρομῇ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξίου Κομνηνοῦ ὑπό τινος ἱερέως Ἀλεξίου, Κούρδου τὴν καταγωγήν, δεχθέντος τὸν Χριστιανισμὸν βαπτισθέντος καὶ ἱερωθέντος ὡς ἀναφέρομεν ἐν τῇ 80 σελίδι. Τῷ 1698 ἐπὶ Φιλοθέου ἀρχιεπισκόπου Χαλδίας ἡγούμενος ἀναφέρεται ὁ ἐκ Χάρσερας Παρθένιος ἱερομόναχος, ἐφ᾽ οὗ καὶ ἡ μονὴ ἀνεγνωρίσθη τοιαύτη καὶ ἐπετράπη ἡ εἴσοδος καὶ διαμονὴ εἰς αὐτὴν μοναχῶν. Οὗτος ἐκαλλώπισε ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς τὴν Μονὴν καὶ ἵδρυσε δύο δωμάτια διὰ τοὺς προσκυνητάς. Τῷ 1708 διωρίσθη ἡγούμενος ὁ ἐκ Λερίου τοῦ Κοασίου Π"Ιωαννίκιος πρώην ἱερομόναχος τῆς μ. Βαζελῶνος [ὃν ὁ κ. Νικ. Λουκᾶς (ἐν τῇ Αὐγῇ τοῦ Πόντου, σελ. 91) ἐσφαλμένως ἀναγράφει ὡς διατελέσαντα ἡγούμενον κατὰ τὸ 1756]. Οὗτος ἔκτισε τὸ μαγειρεῖον καὶ ὀψοφυλάκιον τῆς Μονῆς, ὡς καὶ τὴν μάνδραν καὶ τὸν κάτωθεν αὐτῆς τῆς Μονῆς κῆπον δι ἐξόδων τοῦ ἄρχοντος ἐθνάρχου (μελέτ-μπαση) Χατσῆ Σουμελίτου Ζαμανῶνος καὶ ἀπέθανε τῷ 1728, (ὅρα σελ. 186) ὅτε διωρίσθη ἡγούμενος ὁ ἐκ Κρώμνης Π" Ἰγνάτιος ἐπὶ Χαλδίας Ἰγνατίου τοῦ Α΄ τοῦ Φυτιάνου. Καὶ οὗτος ἔκτισε τὸ ἡγουμενεῖον τῆς Μονῆς καὶ τὸν περίβολον αὐτῆς δι' ἐξόδων τοῦ ἄρχοντος Οὐστάπαση κὺρ Γεωργίου τοῦ Καρατζᾶ καὶ ἀπέθανε τῷ 1740, ὁπότε ἐγένετο ἡγούμενος ἐπὶ μητροπολίτου Χαλδίας Ἰγνατίου τοῦ Β΄ τοῦ καὶ Γαρατσα Κουθούρ λεγομένου ὁ Π" Ἀνδρέας ὁ ἐξ Γημέρας μέχρι τοῦ 1779, καὶ τοῦτον ὁ Π" Ἀναστάσιος ἐκ Χαψίκιοης τῆς Ματσούκας, ὅστις ἵδρυσε καὶ τὸν κατάντικρυ τῆς Μονῆς κῆπον. Ἀπέθανε τῷ 1787, ὁτὲ καὶ τὸν διεδέχθη ὁ ἐκ Χάσκιοης ἡγούμενος Ἰωαννίκιος ὁ ἐν σελ. 81 ἀναφερόμενος χειροτονηθεὶς ὑπὸ τοῦ Χαλδίας Σωφρονίου, ὃν διεδέχθη ὁ ἐκ Κρώμνης Ἰγνάτιος, ἕτερος τοῦ μνησθέντος καὶ τοῦτον πάλιν ὁ ἐν παραστάσει εὑρισκόμενος μετὰ τριετῆ ἡγουμενείαν τῷ 1797 ὁ Ἰωαννίκιος (ὅρα σελ. 187) ὅστις ἀνίδρυσε ἐπεσκεύασεν τὸν ναὸν τῷ 1880, τῆς θύρας τοῦ ναοῦ ἐκτίσθη ὑπὸ τῆς ἀμπατζίδων συντεχνίας ἐν Ἀργυροπόλει. Μετὰ τὸν Ἰωαννίκιον ἀπὸ τοῦ 1837-1845 διωρίσθη ὁ ἐκ Παλαιῶν Μανδρίων Δωρόθεος Χ" Παναγιώτου, ἀδελφὸς τοῦ Γερασίμου Χ" Παναγιώτου, πατρὸς τοῦ Μητροπολίτου Θεοδοσιουπόλεως Παϊσίου Γερασιμίδου καὶ πάππος τοῦ ἰατροῦ Κωνσταντίνου Ἱεροκλέους ἢ Χ" Παναγιώτου. Κατὰ τὸ 1745 διωρίσθη ἡγούμενος ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ἰακώβου Γρηγοράντη ἐξ Ἀργυροπόλεως Πολύκαρπος, ὅστις καὶ ἐκυβέρνησε τὴν Μονὴν μέχρι τοῦ 1864, ὅτε καὶ ἀπέθανεν δέκα ἡμέρας πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ Χαλδίας Θεοφίλου. Μετὰ τοῦτον ὡς ἐπίτροπος τῆς μονῆς ἐπὶ 10 ἔτη διῴκησε τὴν Μονὴν ὁ Ἱλαρίων ἱερομόναχος ἐξ Ἀργυροπόλεως ὁ Λευκόπουλος ὁ καὶ κοινῶς Τσὶλ γνωριζόμενος, ἄριστος μουσικὸς καὶ οὗ ἡ οἰκία μέχρι ἡμῶν ἐσώζετο ἐν Ἀργυροπόλει ἄνωθεν τοῦ Τσεφτέ-Μποχαρὶ μέχρι τοῦ 1874, ὅτε ἐξελέγη ἡγούμενος ὁ ἐν ὑπωρατίᾳ τοῦ Ἁγ. Ὄρους εὑρισκόμενος καὶ δι᾽ εὐσπλαγχνίας τοῦ Χαλδίας Γερβασίου μετακληθεὶς ὁ Ἱμεραῖος Διονύσιος Εὐθυβούλης, συμμοναστὴς αὐτοῦ καὶ ἀνεψιὸς τοῦ ἐπὶ 50 ἔτη ἡγουμ. Σουμελά Γερβασίου. Ὁ Διονύσιος σπουδάσας ἐν Καισαρείᾳ ἐγένετο ἡγούμενος Σουμελά, ἀλλ' ἀστάτου ὢν χαρακτῆρος καὶ φίλος τοῦ Βάγχου ἐξώσθη ἐκεῖθεν καὶ ἐστάλη εἰς Ἅγ. Ὄρος, ὁπόθεν τὸν προσεκάλεσεν ὁ Χαλδίας Γερβάσιος καὶ τὸν διώρισεν ὑπὸ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος Πρωτοσύγγελος ἀρχ. ἐπίτροπος. Ἐπ' αὐτοῦ ἐγένοντο δαπάνῃ τοῦ Χαλδίας Γερβασίου Σουμελίδου τὰ ἐγκαίνια τῆς μονῆς τῷ 1875 πρὸς μνήμην τῶν γονέων του. Εἶτα τῷ 1881 (ἔτος γεννήσεώς μου) ἐχειροτονήθη ἡγούμενος ὁ σεμνὸς ἱερομόναχος Ἱλαρίων ὁ εἰρημένος, ἀδελφὸς τοῦ διδασκάλου Παύλου Λευκοπούλου τῇ 3ῃ Μαΐου ὑπὸ Χαλδίας Γερβασίου καὶ παρόντων τῶν προκρίτων τῆς Ἀργυροπόλεως Χ" Κωνστ. Ιωαννίδου, Λαζάρου Μολυβδᾶ, Χ" Γεωργ. Ὑφαντίδου, ἀρχιμ. Ἀγαθαγγέλου ἀπαγγείλλαντος πρόσφορον τῇ περιστάσει λόγον. Ἐλησμόνησα ν' ἀναφέρω ὅτι ἐπὶ Ἱλαρίωνος τὸ 1870 ἐκτίσθησαν καὶ τὰ 12 νεόκτιστα δωμάτια καὶ ὁ μύλος τῆς Μονῆς. Τῷ 1900 ἀποθανόντος τοῦ Ἱλαρίωνος διωρίσθη ἡγούμενος ὁ Τραπεζούντιος Γερβάσιος Μαυρίδης (ὅρ. σελ. 84), ὅστις καὶ ἐκυβέρνησε τὴν μονὴν μέχρι τοῦ 1906, ὅτε διωρίσθη ἡγούμενος Πρασάρεως τῆς ὑπὲρ τὴν Κερασοῦντα καὶ τὴν διακυβέρνησιν τῆς Μονῆς ἔλαβεν ὁ ἐκ τῶν πατέρων τῆς μονῆς ἱερομόναχος Καλλίνικος Μιχαηλίδης ἐκ Σεραντὰρ τοῦ π. Ἀμβρικάντων, ὅστις μετὰ ζήλου καὶ κόπου ἐκυβέρνησε τὴν μονὴν μέχρι τοῦ 1918, ὅτε ἀπὸ ἀνδρῴαν ἡ μονὴ μετεβλήθη εἰς γυναικείαν τῶν μοναχῶν αὐτῆς ἄλλων ἀποχωρησάντων εἰς τὰς πατρίδας των καὶ ἄλλων ἀποθανόντων καὶ ἄλλων ἀναχωρησάντων εἰς Ῥωσσίαν, οὕτως ὁ ἐξ Ἄτρας Γερβάσιος Παλάτης ἐπέστρεψεν εἰς τὸ χωρίον του, ὅπου διωρίσθη ἐφημέριος. Ὁ ἐκ Ζυγανίτας Γεράσιμος ἀπέθανεν εἰς τὸ χωρίον του· ὁ ἐκ Κιουρτουνίου Ἱερεμίας ἀνεχώρησεν εἰς Ῥωσσίαν καὶ ἄλλοι ἀλλοῦ καὶ ὁ Καλλίνικος ἀνέλαβε τὴν ἐφημερίαν τῆς κάτωθι Κοινότητος Χάρσερας. Καὶ τότε γνώμῃ τῆς Μητροπόλεως [καὶ] Δημογεροντίας εἰσήχθησαν ἐκεῖ 4 μοναχαὶ ἐκ τῆς μονῆς Ἁγ. Γεωργίου Ζαντοῦ ἢ Λερμούχου τῆς Μουζαίνης, αἵτινες καὶ ἐκυβέρνησαν τὴν μονὴν μέχρι τοῦ 1923, ὅτε καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἀνταλλαγή. Δυστυχῶς δὲ ἐλῃστεύθη ἡ μονὴ καὶ πάντα τὰ ἔπιπλα αὐτῆς διηρπάγησαν. Τὰ δὲ ἱερὰ κειμήλια αὐτῆς παραμείναντα παρὰ τῷ ἱερομονάχῳ Καλλινίκῳ μετεφέρθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Σημ.: Τὰ ὀνόματα τῶν ἡγουμένων μέχρι τοῦ 1798 ἔλαβον ἐκ τοῦ ὑπὸ τοῦ Γ. Σαρασίτου συνταχθέντος κώδικος τὰ δὲ μετὰ ταῦτα ἐκ διαφόρων πρακτικῶν καὶ βιβλίων τῆς μονῆς. Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)

Σημείωση: Έχει διατηρηθεί η σύνταξη και ορθογραφία εκ του πρωτοτύπου (στο επάνω μέρος) και ακολουθεί στο κάτω μέρος η απόδοση του στην νεοελληνική γλώσσα στο μονοτονικό σύστημα γραφής.

Υπεραγία Θεοτόκος Κειμήλια Ιεράς Μητροπόλεως Χαλδίας ΠόντουΣχετικά με την προέλευση της ονομασίας «Χαλιναρά» της μονής Αγίου Γεωργίου Χάρσερας (βλ. σελ. 85-86), πληροφορούμαστε πρόσφατα τα εξής σύμφωνα με την ιερή παράδοση: α) Η μονή έλαβε το όνομα «Χαλιναρά» επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ρυάκια που κατεβαίνουν από τα βουνά στα βόρεια του μοναστηριού και σχηματίζουν μια μορφή χαλιναριού. β) Κατά την εποχή των Κομνηνῶν, ένα κριάρι από το κοπάδι της μονής αποπλανήθηκε στο σκοτάδι της νύχτας και συνάντησε έναν πεινασμένο λύκο, ο οποίος ετοιμαζόταν να το κατασπαράξει. Όμως ο προστάτης και πολιούχος της μονής και των κοπαδιών της, Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, εμφανίστηκε εκεί, έβαλε χαλινάρι στο στόμα του θηρίου και έτσι το κριάρι διατηρήθηκε σώο μέχρι το πρωί. Όταν οι μοναχοί το βρήκαν και το ελευθέρωσαν, ο λύκος έφτυσε το χαλινάρι και έφυγε, ενώ η μονή πήρε από αυτό το γεγονός το όνομά της. Γεωγραφικό Λεξικό Χαλδίας Πόντου Αφιέρωμα 33ο Χαλιναρά, Χάκαξα, Χαλκάντων & Χαμά Ιερές Μονές (Μοναστήρια) Ναοί, Παρεκκλήσια, Προσκυνήματα στον Πόντο
Συμβολή στην ιστορία του Αγίου Γεωργίου Χαλιναρά.
Και αυτή η Μονή ευεργετήθηκε τα μέγιστα από τους κατοίκους της Αργυρούπολης, και ιδιαίτερα από τους εκεί Αρχιμεταλλουργούς και άρχοντες, και μάλιστα από την οικογένεια των Σαρασιτών. Εκείνοι, εκτός από τις διάφορες δωρεές τους, αφιέρωσαν και τον πολύτιμο κώδικα της Μονής, όπως καταγράφω παρακάτω. Ο Γεώργιος Ιγνατίου Σαρασίτης, συγγραφέας του κώδικα της Μονής, αποδίδει την ίδρυσή της στον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Μέγα Κομνηνό, του οποίου τη μεγάλη αγάπη για την ίδρυση μοναστηριών γνωρίζουμε από την ιστορία. Αναφέρει ότι η Μονή του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Χάρχαρα ιδρύθηκε με τη συνδρομή του Μεγάλου Αλεξίου Κομνηνού από κάποιον ιερέα Αλέξιο, Κούρδο στην καταγωγή, ο οποίος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, βαπτίστηκε και χειροτονήθηκε ιερέας, όπως αναφέρουμε στη σελίδα 80.
Το 1698, επί αρχιεπισκόπου Χαλδίας Φιλοθέου, ως ηγούμενος αναφέρεται ο ιερομόναχος Παρθένιος από τη Χάρσερα. Επί των ημερών του η μονή αναγνωρίστηκε ως τέτοια και επιτράπηκε η είσοδος και η διαμονή μοναχών σε αυτήν. Ο Παρθένιος καλλώπισε εσωτερικά και εξωτερικά τη Μονή και έκτισε δύο δωμάτια για τους προσκυνητές.
Το 1708 διορίστηκε ηγούμενος ο παπά-Ιωαννίκιος από το Λερί του Κοασίου, πρώην ιερομόναχος της μονής Βαζελώνος [τον οποίο ο κ. Νικ. Λουκάς (στην Αυγή του Πόντου, σελ. 91) εσφαλμένα αναγράφει ως διατελέσαντα ηγούμενο κατά το 1756]. Αυτός έκτισε το μαγειρείο και το οψοφυλάκιο της Μονής, καθώς και τη μάνδρα και τον κήπο κάτω από τη Μονή, με έξοδα του άρχοντα εθνάρχη (μελέτ-μπαση) Χατζή Σουμελίτου Ζαμανώνος, και απεβίωσε το 1728 (βλ. σελ. 186).
Τότε διορίστηκε ηγούμενος ο παπά-Ιγνάτιος από την Κρώμνη, επί Χαλδίας Ιγνατίου Α΄ του Φυτιάνου. Αυτός έκτισε το ηγουμενείο της Μονής και τον περίβολό της με έξοδα του άρχοντα Ουστάπαση κυρ-Γεωργίου Καρατζά και απεβίωσε το 1740. Τότε έγινε ηγούμενος, επί μητροπολίτη Χαλδίας Ιγνατίου Β΄ (αποκαλούμενου και Γαρατσά Κουθούρ), ο παπά-Ανδρέας από την Ίμερα μέχρι το 1779. Τον διαδέχθηκε ο παπά-Αναστάσιος από το Χαψίκιοϊ της Ματσούκας, ο οποίος δημιούργησε και τον κήπο απέναντι από τη Μονή. Απεβίωσε το 1787, οπότε τον διαδέχθηκε ο ηγούμενος Ιωαννίκιος από το Χάσικιοϊ (αναφερόμενος στη σελ. 81), που χειροτονήθηκε από τον Χαλδίας Σωφρόνιο. Τον διαδέχθηκε ο Ιγνάτιος από την Κρώμνη (διαφορετικός από τον προαναφερθέντα), και αυτόν πάλι, μετά από τριετή ηγουμενία το 1797, ο Ιωαννίκιος (βλ. σελ. 187), ο οποίος επανίδρυσε και επισκεύασε τον ναό. Η θύρα του ναού κτίστηκε από τη συντεχνία των αμπατζήδων (κατασκευαστών χοντρών μάλλινων υφασμάτων) στην Αργυρούπολη.
Μετά τον Ιωαννίκιο, από το 1837 έως το 1845, διορίστηκε ο Δωρόθεος Χατζή-Παναγιώτου από τα Παλαιά Μάνδρια, αδελφός του Γερασίμου Χατζή-Παναγιώτου (πατέρα του Μητροπολίτη Θεοδοσιουπόλεως Παϊσίου Γερασιμίδου) και παππούς του γιατρού Κωνσταντίνου Ιεροκλέους ή Χατζή-Παναγιώτου.
Το 1845 διορίστηκε ηγούμενος ο ανηψιός του Ιακώβου Γρηγοράντη από την Αργυρούπολη, Πολύκαρπος, ο οποίος κυβέρνησε τη Μονή μέχρι το 1864, οπότε και απεβίωσε δέκα ημέρες πριν από τον θάνατο του Χαλδίας Θεοφίλου. Μετά από αυτόν, ως επίτροπος της μονής για 10 έτη, διοίκησε τη Μονή ο ιερομόναχος Ιλαρίων Λευκόπουλος από την Αργυρούπολη (γνωστός κοινώς ως Τσίλ), άριστος μουσικός, του οποίου το σπίτι σωζόταν στην Αργυρούπολη πάνω από το Τσεφτέ-Μποχαρή μέχρι το 1874. Ιερές Μονές (Μοναστήρια) Ναοί, Παρεκκλήσια, Προσκυνήματα στον Πόντο
Το 1874 εξελέγη ηγούμενος ο Διονύσιος Ευθυβούλης από την Ίμερα, ο οποίος βρισκόταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Όρους και μετακλήθηκε λόγω ευσπλαχνίας του Χαλδίας Γερβασίου. Ήταν συμμοναστής του και ανηψιός του επί 50 έτη ηγουμένου της Σουμελά, Γερβασίου. Ο Διονύσιος, αφού σπούδασε στην Καισάρεια, έγινε ηγούμενος της Σουμελά, αλλά επειδή ήταν άστατος χαρακτήρας και φίλος του Βάκχου (λάτρης του κρασιού), απομακρύνθηκε από εκεί και στάλθηκε στο Άγιο Όρος. Από εκεί τον προσκάλεσε ο Χαλδίας Γερβάσιος και τον διόρισε αρχιερατικό επίτροπο με το όνομα Ευθύμιος Πρωτοσύγγελος. Επί των ημερών του έγιναν τα εγκαίνια της μονής το 1875 με δαπάνη του Χαλδίας Γερβασίου Σουμελίδη, στη μνήμη των γονέων του. Στη συνέχεια, το 1881 (έτος της γέννησής μου), στις 3 Μαΐου, χειροτονήθηκε ηγούμενος ο σεμνός ιερομόναχος Ιλαρίων (ο προαναφερθείς), αδελφός του δασκάλου Παύλου Λευκοπούλου, από τον Χαλδίας Γερβάσιο. Παρόντες ήταν οι πρόκριτοι της Αργυρούπολης Χατζή-Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Λάζαρος Μολυβδάς, Χατζή-Γεώργιος Υφαντίδης, ενώ ο αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος εκφώνησε λόγο κατάλληλο για την περίσταση.
Ξέχασα να αναφέρω ότι επί Ιλαρίωνος, το 1870, κτίστηκαν τα 12 νεόκτιστα δωμάτια και ο μύλος της Μονής. Το 1900, μετά τον θάνατο του Ιλαρίωνος, διορίστηκε ηγούμενος ο Γερβάσιος Μαυρίδης από την Τραπεζούντα (βλ. σελ. 84), ο οποίος διοίκησε τη μονή μέχρι το 1906. Τότε διορίστηκε ηγούμενος στην Πρασάρη (πάνω από την Κερασούντα) και τη διακυβέρνηση της Μονής ανέλαβε ο ιερομόναχος Καλλίνικος Μιχαηλίδης, ένας από τους πατέρες της μονής, από το Σεραντάρ των Αμβρικάντων. Αυτός διοίκησε τη μονή με ζήλο και κόπο μέχρι το 1918, οπότε η μονή μετατράπηκε από ανδρική σε γυναικεία. Αυτό συνέβη καθώς άλλοι μοναχοί αποχώρησαν για τις πατρίδες τους, άλλοι πέθαναν και άλλοι έφυγαν για τη Ρωσία. Έτσι, ο Γερβάσιος Παλάτης από την Άτρα επέστρεψε στο χωριό του όπου διορίστηκε εφημέριος, ο Γεράσιμος από τη Ζυγανίτα πέθανε στο χωριό του, ο Ιερεμίας από το Κιουρτούνι αναχώρησε για τη Ρωσία, άλλοι πήγαν αλλού, ενώ ο Καλλίνικος ανέλαβε την εφημερία της υποκείμενης Κοινότητας Χάρσερας.
Τότε, με απόφαση της Μητρόπολης και της Δημογεροντίας, εισήχθησαν εκεί 4 μοναχές από τη μονή Αγίου Γεωργίου Ζαντού ή Λερμούχου της Μουζαίνης, οι οποίες διοίκησαν τη μονή μέχρι το 1923, οπότε και έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών. Δυστυχώς, η μονή λεηλατήθηκε και όλα τα έπιπλά της διαρπάχθηκαν. Τα δε ἱερά κειμήλιά της, που είχαν παραμείνει στον ιερομόναχο Καλλίνικο, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα.
Σημείωση: Τα ονόματα των ηγουμένων μέχρι το 1798 τα έλαβα από τον κώδικα που συνέταξε ο Γ. Σαρασίτης, ενώ τα μεταγενέστερα από διάφορα πρακτικά και βιβλία της μονής.

Πηγή: Γεωργίου Κανδηλάπτου - Κάνεως (Διδασκάλου) - Το Προσκυνητάριον ήτοι Ιστορία των κατά την Χαλδίας Θείων, Ιερών και Σεβασμίων Μονών.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ