• Home
  • Θρησκεία
  • Ιερές Μονές
  • Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Πατριαρχικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά, του κ. Επαμεινώνδα Θ. Κυριακίδου {Β' Μέρος}

Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Πατριαρχικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά, του κ. Επαμεινώνδα Θ. Κυριακίδου {Β' Μέρος}

Η Ιερά και θαυματουργός εικόν της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζομένης Αθηνιώτισσας του όρους Μελά (Σουμελά) Τραπεζούντας Πόντου Τα κατά τους οσίους πατέρας Βαρνάβαν και Σωφρόνιον. — Ίδρυσις υπ' αυτών της εν τω όρει Μελά Μονής. — Βίος και πολιτεία των πατέρων. — Η διαθήκη του θείου Βαρνάβα. — Θάνατος των ιδρυτών της Μονής Βαρνάβα και Σωφρονίου. — Ερήμωσις της Μονής.

Μετά όμως από την εβδομάδα της φιλοξενίας, ο Λάζαρος υπενθυμίζει στον ηγούμενο για τους ξένους ότι όφειλε να τους απολύσει, καθώς ήταν προσκεκλημένοι από τη Θεοτόκο στον τόπο που εκείνη διάλεξε. Εκείνος όμως, για την ωφέλεια μάλλον της αδελφότητας, δεν συμφωνούσε· αλλά ο Λάζαρος του εξήγησε ότι ήταν αδύνατον να παραμείνουν αυτοί εκεί και ότι ο ίδιος, αν και παρακάλεσε πολύ τη Θεοτόκο, δεν εισακούστηκε. Για να του αποδείξει δε τη θέληση της Θεοτόκου, κατέβηκε μαζί του στο επίνειο (αρσανά), όπου βλέπουν ένα πλοίο να πλησιάζει στην ακτή. Οι άνθρωποι του πλοίου αυτού, βγαίνοντας έξω, έλεγαν σε όσους τους ρωτούσαν ότι ήρθαν να παραλάβουν τους δύο ξένους μοναχούς, αναφέροντάς τους ονομαστικά. Έλεγαν δε ότι στο πέλαγος, εξαιτίας της έλλειψης νερού, λιποθύμησαν από τη δίψα και παρακάλεσαν τον Θεό να τους στείλει ούριο άνεμο ώστε να διαπλεύσουν αμέσως προς την Κύπρο. Στον ύπνο του όμως φάνηκε στον ναύκληρο μια γυναίκα με βασιλική ενδυμασία που έλαμπε περισσότερο από τον ήλιο, έχοντας γύρω της περικαλλείς και λευκοφορεμένους νέους, και προς τον κατατρομαγμένο ναύκληρο η βασίλισσα είπε ονομαστικά αυτά: «Δεν είναι για εσένα το ταξίδι, ναύκληρε Θωμά, για την Κύπρο. Σπεύσε κάνοντας στροφή στο επίνειο του Άθω να αναζητήσεις δύο Αθηναίους άνδρες, τον Βαρνάβα και τον Σωφρόνιο, και αφού τους παραλάβεις φέρε τους στην πόλη Μα Sirene/Μαρώνεια». Αφού είπε αυτά, έγινε αφανής. Δοξάζοντας για αυτά ο ηγούμενος και οι συν αυτώ τον Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο, και αφού αποχαιρέτησαν με δάκρυα τους ξένους, τους απέλυσαν εν ειρήνη.
Αφού επιβιβάστηκαν λοιπόν στο πλοίο, αγκυροβόλησαν την τέταρτη ημέρα στη Μαρώνεια, διότι ο άνεμος ήταν ούριος. Εκεί, συναντώντας τον επίσκοπο, ανακοίνωσαν σε αυτόν όταν τους ρώτησε για την κατάστασή τους, ότι ερχόντουσαν από τον Άθω και ότι πορεύονταν δήθεν στα Ιεροσόλυμα για προσκύνημα. Εκείνος όμως τους έλεγξε για την προσποίηση: «Πώς», τους λέει, «ενώ μεταβαίνετε στα Ιεροσόλυμα, πλέετε προς τα Ανατολικά, όπως βλέπω;» Εκείνοι, αφού ζήτησαν συγγνώμη γι' αυτό και τον παρακάλεσαν να μην πει σε κανέναν τα σχετικά με αυτούς, αλλά να τους εξαποστείλει γρήγορα, έλαβαν τη συγγνώμη του με τον όρο να μεταβούν στο όρος Παππίκιο χάριν των πολλών και περίφημων μοναστηριών και μοναχών που υπήρχαν εκεί, και κατόπιν να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Αφού υποσχέθηκαν αυτά, ο επίσκοπος τους προπέμπει δίνοντάς τους και οδηγό και επιστολές προς τον προϊστάμενο της εκεί προεξέχουσας Μονής. Εκείνος όμως, αφού έμαθε από όσα διάβασε τα γύρω από αυτούς και θέλοντας να τους δοκιμάσει, τους ρώτησε με αυστηρότητα από πού είναι: «Διότι βλέπω», έλεγε, «ότι υποκρίνεστε την ευλάβεια». Στραφείς δε προς τον οδηγό τους Βησσαρίωνα είπε: «Γιατί έφερες εδώ αυτούς τους πλάνους που γίνονται πρόξενοι σκανδάλων στους αδελφούς; Δεν άκουσες τον μακάριο πατέρα μας Βαρσανούφιο που παραγγέλλει να μη δεχόμαστε με κανέναν τρόπο εντός της Μονής τους άστατους μοναχούς, αλλά να τους δίνουμε τα απαραίτητα εκτός της πύλης και να απαλλασσόμαστε από αυτούς για να μην πλανήσουν και τους αδελφούς μπαίνοντας μέσα;» Και παίρνοντάς τους από το χέρι τους έβγαλε έξω. Έπραξε δε αυτό ο θαυμάσιος εκείνος άνδρας για να γνωρίσει αν πράγματι είχαν τη θεοσέβεια την οποία βεβαίωναν τα γράμματα γι' αυτούς. Ούτε επέτρεψε να τους δοθεί κάτι να φάνε ή να πιουν, ούτε να συνομιλήσουν με κάποιον στη Μονή για τρεις ημέρες. Οι δε αληθινοί θεράποντες του Θεού υπέμεναν ασκανδάλιστα και αδιάμαρτυρα κοντά στην πύλη, ζητώντας από τη Θεοτόκο όσα τους συνέφεραν. Και την τρίτη ημέρα εμφανίζεται η Θεοτόκος στον ύπνο του προεστώτος και του λέει: «Ιδού, δοκίμασες τους θεράποντές μου και κατάλαβες τι λογής είναι από τη μεγάλη υπομονή που έδειξαν, διακαρτερώντας για τρεις ημέρες άσιτοι μπροστά στην πύλη της Μονής. Τώρα λοιπόν, βάζοντάς τους στη Μονή και αξιώνοντάς τους κάποια παρηγοριά, άφησέ τους να πορευθούν τον δρόμο τους προς Ανατολάς, εμποδίζοντάς τους από την περιήγηση του όρους». Αφυπνισμένος λοιπόν ο ηγούμενος στέλνει και τους προσκαλεί μέσω του ειρημένου Βησσαρίωνος και, όταν ήρθαν, τους ρωτά πάλι με αυστηρότητα τι λογής άνθρωποι ήταν, από πού ερχόντουσαν και πού πηγαίνουν, κουμαντάροντας έτσι αφόβως τους εαυτούς τους. Εκείνοι, με θερμά δάκρυα και σκύβοντας το κεφάλι, τον ευχαριστούσαν διότι ποτέ άλλοτε δεν ωφελήθηκαν όσο τότε από αυτόν και τον παρακαλούσαν να πράξει ό,τι ο Θεός του υποβάλλει, αφού πλέον βρίσκονταν στα χέρια του. Κρύβοντας εκείνος τη διαταγή της Θεοτόκου, τους λέει ότι δεν ήθελε να περιέλθουν το όρος, αλλά να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Και επειδή τον παρακαλούσαν να παραμείνουν στη Μονή για μια τριετία ώστε να τελειοποιηθούν στα της μοναχικής πολιτείας, εκείνος φανερώνει τότε τη θέληση της Παρθένου και τους λέει ότι φάνηκε εύλογο στον Χριστό και στην Πανάχραντη Μητέρα Του να πορευθούν μάλλον τον δρόμο προς Ανατολάς, για τον οποίο και εξήλθαν. Αφού αναλογίστηκαν λοιπόν και έκριναν ότι ήταν θεάρεστα τα όσα ειπώθηκαν, αποχαιρέτησαν τον ηγούμενο, ο οποίος τους αγκάλιασε, και αναχώρησαν.
Καθώς βάδιζαν, επαινούσαν όσους μοναχές είδαν στη Μονή, συγκρίνοντάς τους σε κάποια σημεία με τους αγγέλους και έψαλλαν εκείνα τα λόγια του Δαυίδ: «Ιδού τι είναι τόσο καλό και τόσο τερπνό παρά το να κατοικούν αδέλφια μαζί; Τον έκανες λίγο κατώτερο από τους αγγέλους». Έλεγε δε ο ιερέας Βαρνάβας στον σοφό Σωφρόνιο: «Ας μη φοβηθούμε, τέκνο, τη μοναχική πολιτεία, μήτε ας θεωρήσουμε τους εαυτούς μας σαν όρνεα που περιπλανώνται, αλλά ας βοήσουμε ως λογικοί με τη χάρη του Χριστού: Ο Κύριος είναι ο φωτισμός και ο σωτήρας μας, ποιον θα φοβηθούμε; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής μας, από ποιον θα δειλιάσουμε;» Και ενώ έλεγαν αυτά και παρόμοια μεταξύ τους, αμιλλώμενοι στην αρετή, ο ιερός Βαρνάβας —ο οποίος για την παντοτινή κατάνυξη της καρδιάς του και τη συνεχή ροή των δακρύων του ήταν ένας άλλος υιός παρακλήσεως— κανόνισε κάθε ημέρα τη συνηθισμένη ώρα να τελειώνουν το μισό Ψαλτήριο, και κατά τη νύχτα το υπόλοιπο, μαθαίνοντάς το καθ' οδόν με επιμέλεια.
Ιερά Βασιλική Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου (Σουμελά) της Τραπεζούντας του Πόντου Βαδίζοντας έτσι με ψαλμούς και αγαλλίαση καρδιάς, έφτασαν στον ποταμό Έβρο, ο οποίος υπερχείλιζε διότι ήταν Σεπτέμβριος. Και επειδή οι ντόπιοι έλεγαν ότι ήταν αδύνατη η διάβαση μέχρι να πέσει η στάθμη του ποταμού, παρέμεναν μέχρι το βράδυ σε απορία και προσευχόμενοι στον Θεό. Και το πρωί —ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλιά!— ο ποταμός είχε κατεβεί και τον διέσχισαν με στεγνά πόδια. Μόλις δε αυτοί που περίμεναν να κατέβει ο ποταμός για να περάσουν είδαν το θαύμα, έσπευσαν να αναγγείλουν το γεγονός στους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι τρέχοντας προς τους ξένους, προσκαλούσαν τους αγίους στη χώρα τους για να ευλογήσουν τη γη τους, την οποία επί τρία χρόνια κατέστρεφαν οι ακρίδες. Αλλά εκείνοι αρνούνταν λέγοντας ότι ήταν ανάξιοι γι' αυτό και οι ντόπιοι επέστρεψαν άπρακτοι παρά τις παρακλήσεις τους. Όταν όμως στην επιστροφή τους πήγαν να διαπεράσουν τον ποταμό και τον βρήκαν πιο γεμάτο από πριν, επέστρεψαν και πάλι στους οσίους ικετεύοντάς τους με δάκρυα, καθόσον η ακρίδα κατέστρεφε σαν σύννεφο τα σπαρτά τους. Συγκινημένοι από τα δάκρυά τους οι όσιοι και γονατίζοντας ενώπιον του Κυρίου, προσευχήθηκαν έτσι: «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός μας, εσύ που με τον λόγο σου έφερες τα πάντα από το μηδέν στην ύπαρξη, εσύ που πήρες χώμα από τη γη και έπλασες τον άνθρωπο και τον τίμησες με λογική ψυχή και με την εικόνα σου, εσύ που είπες "αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη", εσύ που δίνεις τροφή στα κτήνη και στους νεοσσούς των κοράκων, εσύ που και κατά τη μεγάλη και σωτήρια με σάρκα παρουσία σου χόρτασες πολλές χιλιάδες με λίγα ψωμιά, εσύ ο ίδιος πανάγαθε Δέσποτα, τρέψε και σπλαχνίσου με το παντουργό και μεγαλόδωρο δεξί σου χέρι όλους αυτούς κι εμάς που επικαλούμαστε το πανάγιο όνομά σου. Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ, που είπες "ζητάτε και θα σας δοθεί, ψάξτε και θα βρείτε", δώσε και σε εμάς τους αμαρτωλούς και ανάξιους δούλους σου, που ζητάμε με πίστη, Δέσποτα, το μέγα σου έλεος και λύτρωσέ τους από αυτή την καταστροφική ακρίδα που καταβροχθίζει τα στάχυα και την τροφή των δούλων σου, με τη χάρη του Ανάρχου σου Πατρός και του Αγίου και Προσκυνητού σου Πνεύματος, με τις πρεσβείες της Πανάχραντης Μητέρας σου. Αμήν».

Συνεχίζεται στο τρίτο μέρος . . .

Πηγή: Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Πατριαρχικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά, του κ. Επαμεινώνδα Θ. Κυριακίδου διδάκτορος και καθηγητού – Εκδότης Ευκλείδης Γεωργιάδης, βιβλιοπώλης εν Τραπεζούντι – Εν Αθήναις Τύποις «Νεολόγου» Κωνσταντινουπόλεως – 1898

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ