• Home

Παρχάρ’ ας έειχ̆’ τα μάραντα σ’. Σύγχρονο Δημοτικό Ποντιακό Τραγούδι.

Παρχάρι (βοσκότοπος) στα υψίπεδα του Πόντου - Τραπεζούντα Το παρακάτω σύγχρονο δημοτικό τραγούδι δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποντιακή Εστία τον Απρίλιο του 1950, δηλαδή 72 χρόνια από σήμερα και 30 χρόνια μετά τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολής και την περιβόητη ανταλλαγή των πληθυσμών.

Pin It

Print

Καρακώνω – Γράνω. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Ποντιακή Διαλεκτολογία Καρακώνω – Γράνω Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτωνΚαρακώνω
Ερμηνεία: κλειδώνω - σφραγίζω - εξολοθρεύω
Ετυμολογία: α) κορακώνω δλδ βάζω τον κόρακα ή το τσιγγέλι της πόρτας, β) βάζω το καρακίδ’ = κλείνω, γ) εκ του τουρκικού καρά και του ελληνικού ακίς = αγκυλωτό σίδερο, δ) κλείνω την θύρα δι’ εξαρτημένου αντικειμένου : κακ-ραχώνω (ράχος = ασφάλεια – προστασία)

Pin It

Print

Κολλημένε - Χαριφερά - Κατσίν - Εχπούλ'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Φωτογραφία Ελλήνων  Αργυρουπολιτών (Χαλδία Πόντου) προ του 1900Κολλημένε
Ερμηνεία: καμένε, κολασμένε, καταραμένε
Ετυμολογία: α) εκ του κολλώ = συνάπτω, β) κολασμένε = κόλασις, ρήμα εις την Ποντιακή: κολατίγουμαι = αμαρτάνω, και κολατισμένος (στην Κρώμνη) ενώ κολλημένος (στη Ματσούκα): «Μώ ντ’ εκόλτσες με εσύ» = Άχ, μ’ έκανες να αμαρτήσω, γ) καταραμένε = εκ του αποκολληθέντος, αποχωρισθέντος

Pin It

Print

Λαλασεύω, Κάκαλα, Κουσκούρ, Πλάν'. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Παιδιά Ελλήνων της Τραπεζούντας φωτογραφίζονται σε στούντιο Λαλασεύω
Ερμηνεία: χαϊδεύω, παραχαϊδεύω, χαϊδεύω σε βαθμό να ξετρελαίνω
Ετυμολογία: α) εκ του αρχαίου λαλαγώ = λαλαγή = άναρθρος φωνή, β) εκ του λάλα = παλαβή θηλυκό του παλαλός = παλαβός και η συνήθης κατάληξη -εύω, όπως απραϊα - απραεύω &  καλόγερος - καλογερεύω

Pin It

Print

Οι δώδεκα μήνες στην λαογραφία των Ελλήνων των Σουρμένων του Πόντου

Κυριακή Καζαντζίδου σύζυγος Κων/νου - Σούρμενα ΠόντουΚαλαντάρη - Καλαντάρη,
τρείς τσ̆απούλας σο ποδάρι.

Pin It

Print

Καφούλ’ – Γούλα - Τσιμίδ’ – Ορτάρι͜α. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων

Καφούλ’ – Γούλα -  Τσιμίδ’ – Ορτάρι͜α. Ερμηνεία & Ετυμολογία των λημμάτων Καφούλ’
Ερμηνεία: θάμνος
Ετυμολογία: κατάφυλλος, κατάφυλλον, καταφύλλιον, κατ’ φούλλιν = καφούλ’ (καρυόφυλλον – καραφούλ’). Στ’ αράβικα Καφούλ = κλειστός

Pin It

Print

More Articles ...