Παροιμιώδεις εκφράσεις Κοτυώρων Πόντου - Άκογλου Ξενοφώντα (E' Μέρος)
Έβαλεν δέκα οκ̆αδών χαρπ̆ούζα̤ σα χολτ̆ούχα τ’
Έβαλε δέκα οκάδων καρπούζια κάτω απ’ τις μασχάλες του. Λέγεται γι’ αυτόν που φουσκώνει και καμαρώνει από υπερηφάνεια
Παροιμιώδεις εκφράσεις Κοτυώρων Πόντου - Άκογλου Ξενοφώντα (Ε' Μέρος)
Εγέντον άμον περδίκ’
Έγινε σαν πέρδικα, έγιαινε, δυνάμωσε, έγινε τελείως καλά από την αρρώστια
Εδέβασεν-α κά’
Το κατέβασε κάτω. Κατάντησε αδιάντροπος, ανυπόφορος, ασυμμάζευτος. Λέγεται και γι’ αυτόν που χρεωκόπησε
Εδέβασεν-ατα κά ή Εδέβασεν-ατα αφκά-τ’ ατ’
Τα κατέβασε κάτω ή από κάτω του. Γέμισε τα βρακιά του. Μεταφορικά: Τα χρειάστηκε, δείλιασε, κιότεψε, του πήγε ζουμί
Εδέβασεν το νερόν αφκά-τ’ ατ’
Του πέρασα το νερό από κάτω του. Τον γέλασε, τον κορόιδεψε κι εκείνος δεν το κατάλαβε
Εδέβεν ή εδέβαν κι ασ’ σην παστουρμάν
Πέρασε ή πέρασαν και από τον παστουρμά. Λέγεται γι’ αυτόν ή αυτήν που τους πήραν τα χρόνια και δεν παντρεύονται. Κάθισαν πολύ καιρό αρραβωνιασμένοι καιρός να παντρευτούν
Εδέκα-τον πρόσωπον
Του έδωσα θάρρος. Του επίτρεψα να αστειεύεται και γενικά να έχει οικειότητα μαζί μου
Εδέκεν-α σην μακρέσσαν
Το ‘δωσε στη μακρινή, δηλαδή πέθανε. Έκανε το μακρινό ταξίδι
Εδέκεν τα χουλά̤ κι επήρεν τα κρύα
Έδωσε τα ζεστά και πήρε τα κρύα. Δηλαδή ψυχομαχεί κοντεύει να πεθάνει
Εδέκεν το όρος φωτίαν
Μεταφορική σημασία: Πέταξε μια κουβέντα και στα καλά καθούμενα δημιούργησε ιστορίες και μαλώματα ανάμεσα στους άλλους ή ζήτησε κάτι φαγώσιμο που δεν το ξέραν οι άλλοι και τώρα το ζητούν και εκείνοι και μάλιστα οι μικροί
Έδεσεν το νερόν σ’ αυλάκ’
Τακτοποίησε και κανόνισε τη δουλειά του. Όμοια φράση με το: Έβαλε το νερό στο αυλάκι
Εέντον ή εγέντον ράμμαν και βελόν
Αδυνάτισε πολύ
Εζώστεν τ’ οφίδα̤
Άρχισε να στενοχωριέται και να ανησυχεί. Λέγεται κυρίως όταν έχει κανείς κάποιον βαριά άρρωστο, όταν σώνονται οι ελπίδες για τη σωτηρία του
Εθαρρείς μήλον έτον κι εσ̆κίγαν
Νομίζεις πως ήτανε μήλο και σκίστηκαν. Λέγεται γι’ αυτούς που μοιάζουν απαράλλαχτα, είναι σωσίες ο ένας του αλλουνού
Εκαρακώθεν τ’ οτζ̆άκ’ν-ατ’
Έκλεισε και μανταλώθηκε το τζάκι του. Καταστράφηκε, κυρίως από θανάτου μονάκριβου παιδιού, της γυναίκας του ή και από πολλές συμφορές μαζί
Εκαταπίασαν-τον ή Εκαταπίεσε-με
Τον σταύρωσα ή με σταύρωσε και του απαιτούσα ή μου απαιτούσε κάτι
Έκλωσεν το φύλλον
Γύρισε το φύλλο, δηλαδή άλλαξε τακτική
Εκόλτσεν
Κόλλησε. Μέθυσε σε σημείο να πέσει σε αναισθησία σε κραιπάλη, έγινε σκνίπα στο μεθύσι
Παροιμιώδεις εκφράσεις Κοτυώρων Πόντου του Άκογλου Ξενοφώντα - Ε' Μέρος Παρακολουθείστε όλο το Playlist των αφιερωμάτων μου στα Κοτύωρα του Πόντου
Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία - Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
