• Home
  • Γλώσσα
  • Τα τραγούδια της Όφης του Πόντου † Ι. Παρχαρίδη - Ποντιακά Φύλλα Δεκέμβριος 1936 (Β Μέρος)

Τα τραγούδια της Όφης του Πόντου † Ι. Παρχαρίδη - Ποντιακά Φύλλα Δεκέμβριος 1936 (Β Μέρος)

Παρχαρίδης Ι ΑθανάσιοςΜα δεν είναι πάντοτε τα θέματα των τραγουδιών τους τόσο χαριτωμένα. Πολλές φορές λογομαχούν, αλληλοβρίζονται, αλληλοκατηγορούνται με την ίδια ευκολία που αλληλοεπαινούνται. 

Τα τραγούδια της Όφης του Πόντου † Ι. Παρχαρίδη - Ποντιακά Φύλλα Δεκέμβριος 1936 (Β)

• Πάντα ακούω πάντα τιουρκιτσή λέγουνέσε
• Τιουρκιτσής είσαι τσ̌’ εσύ ασ’ σα μάτι͜α φαίνεσαι
• Άντα τραγωδείς εσύ, ούλοιν πάλ’ τερούνε ’σε
• Εσένα τα πατσ̌ήδι͜͜ας ούλα̤ αγαπούνε ’σε
• Χαέ απέτι λές ‘με, έϊ βαλλάχ λέγουμέ ‘σε
• Ν’ επόρενα χάρ εγώ, ν’ εγκαλιάουμουνέ ‘σε
Έπειτα αρχίζουν οι ειρωνείες:
• Ζορλής τιουρκιτσής είσαι, εϊ να μ’ ομματίεσαι
• Άντα λές αϊτικα ου λακιρτεύουμέ ‘σε
• Ντο ποίγω ούτσ’ εξέρνα, ντο να χολιδεάεσαι
• Έλπετ χολιδεάουμαι, απέτι τρανεύεσαι
Έτσι εξακολουθούν να ζωηρεύουν τα πειράγματα ως ότου τελειώσουν με βρισιές και αισχρόλογα:
• Ντο μουχτερό είσαι εσύ, ούλοιν εξέρουνε ‘σε
• Σο εσεκλούκ εσένα κανείς ούτσ’ εδιάβεσε
• Άμω σ̌κύλος αταχά υλάζεις και κάθεσαι
Και σε λίγο αρχινούν οι θυμωμένες φοβέρες:
• Παρτσάδες ντο φτιάγω σε, χίτς ου τουσουνεύκεσαι
• Βάλλαχα τσακεύω ‘σε, τσ’ αδαχά τσυλίεσαι.
Τα κορίτσια και οι γυναίκες δεν τραγουδούν συχνά. Όταν τύχει να πάνε στο δάσος για ξύλα εκεί κάτω από τα φυλλωμένα δέντρα τραγουδούν την ώρα της δουλειάς. Στο τραγούδι τους, πότε μιλούν για τις δουλειές τους ή και για τις σχέσεις τους με νέους και πότε αλληλοκατηγορούνται ή βρίζονται με την ίδια ελευθεροστομία. Οι γυναίκες στην Όφη διαρκώς εργάζονται.
• Χίτς ου στέκουμε, πάντα δουλεύουμε, νουνίζω
Πηγαίνουν συχνά στα ρουμάνια για ξύλα:
• Χερ βακίτ εγώ ‘ρχουμαι, ση μεσέ τσαι κρεπίζω
Μαζεύουν τα πεσμένα φύλλα από το δάσος μέσα στα κοφίνια για να τα στρώσουν στο μαντρί:
• Πόσα κοφίνια φύλλα σο κατώι να γουβίζω
Ή πηγαίνουν στο θέρισμα:
• Άντας έρται το βακίτ τσ̌αϊρα̤ να θερίζω
Και επιστρέφουν στο χωριό με το φορτίο στην πλάτη:
• Με τα πολλά γομάρα̤ τη ράχ̌α μου μισίζω
Ή φέρνουν τις προμήθειες του σπιτιού από την αγορά:
• Τσ’ ασό γιαλόν το τσουπάδ’ φορτούμαι τσαι γυρίζω
Ή κουβαλούν τα λιπάσματα στο χωράφι:
• Εγώ κουβαλώ τ’ αχπίν τσαι σο χωράφ’ ανοίζω
Ή χωματιάζει τους βώλους την ώρα της σποράς:
• Με τσ’ αγούρους θολώνω τσαι μονάχω ουτσίζω
Ή θερίζει τ’ αραποσίταρα και βγάζει τους καρπούς:
• Θερίζω τσαι τσακώνω τα ρόκας τσατσαλίζω
Ή πάει στον μύλο:
• Τσο χαμαιλέτε πάγω αλέθω τσαι γυρίζω
Ή ζυμώνει κάθε Δευτέρα:
• Πάντα ζ’μώνω τσ’ εφτιάγω φαϊ τσ’ ολους φαϊζω
Μαγειρεύει δυο φορές την ημέρα:
• Ούλα τα μαερείας εφτιάχνω τσ’ αλατίζω
Φροντίζει για την τροφή των γελαδιών, το άλμεγμα και το πότισμα:
• Τα ζα δίγω χορτάρα̤ αλιμέγω, ποτίζω
Φέρνει νερό από την βρύση και σκουπίζει:
• Σσο σπίτ’ νερό εγώ φέρω τσαι τ’ αυλαίας σπουντσίζω
Και πλένει τα ρούχα κάθε βδομάδα:
• Τσαι τα σέϊα πάλ’ πλένω, με την τόλα τσ’ ασπρίζω

Όφις - Οφιούς - Οφιούντα του Πόντο. Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτισμός, Γεωγραφία, Ήθη, Έθιμα, Γλώσσα.

Συνέχεια στο επόμενο . . .

Λεξιλόγιο
Χολιδεάεσαι = θυμώνεις / Έλπετ = βέβαια / κρεπίζω = κόβω με το κρεπί (μικρό δρεπανάκι) / μισίζω = κόβω στα δύο / ουτσίζω = στοιβάζω το χώμα γύρω απ’ τις ρίζες του αραβόσιτου / τσατσαλίζω = γυμνώνω / φαϊ = ψωμί / σέϊα = πράματα-ενδύματα / τόλα = αλυσσίβα 

Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία  & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ